Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 10 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κλοπή. Περίληψη: Κλοπή. Λόγοι αναιρέσεως για: 1) απόλυτη ακυρότητα εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. α΄ του Κ.Π.Δ., 2) έλλειψη αιτιολογίας και 3) εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απορρίπτει αναίρεση ΑΡΙΘΜΟΣ 10/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου x1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χανιώτη, περί αναιρέσεως της 765/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ψ1, που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 346/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από το αρ. 365 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, επέρχεται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αίτησης από τον εισαγγελέα, τον πολιτικώς ενάγοντα και τον κατηγορούμενο, δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο ήταν αδύνατη, για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη αυτή. Εξάλλου, η λήψη υπόψη από το ουσιαστικό δικαστήριο αναγνωσθείσας κατάθεσης μάρτυρα κατηγορίας, που έχει ληφθεί στην προδικασία, παραβιάζει δικαίωμα, το οποίο προβλέπεται από το αρ. 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, κατά το αρ. 28 παρ.1 του Συντ., υπερνομοθετική ισχύ, σε κάθε κατηγορούμενο να μπορεί να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες κατηγορίας, οπότε δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που συνιστά τον κατ' αρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν η ανάγνωση της ανωτέρω κατάθεσης έγινε, παρά την αντίρρηση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναγνώσθηκε, με εντολή της Προέδρου, εκτός των άλλων εγγράφων και η από 5.10.01 ένορκη εξέταση της ψ1, χωρίς ο κατηγορούμενος ή οι παριστάμενοι συνήγοροί του να προβάλουν κάποια αντίρρηση, αναφορικά με την ανάγνωση της ως άνω κατάθεσης. Εφόσον, λοιπόν, δεν υποβλήθηκε αντίρρηση, δεν δημιουργήθηκε η επικαλούμενη απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, και, ως εκ τούτου, δεν παραβιάσθηκε και το από το αρ. 6 παρ. 3 στοιχ. Δ της ΕΣΔΑ πηγάζον δικαίωμα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου να υποβάλει ερωτήσεις στην παραπάνω μάρτυρα κατηγορίας και να ελέγξει, συνακόλουθα, και την αξιοπιστία της. Η περαιτέρω αιτίαση του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, ότι, και η απόλυτη ακυρότητα επήλθε, και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ παραβιάσθηκε, μόνο από το γεγονός ότι, το Δικαστήριο της ουσίας δεν ήλεγξε προηγουμένως αν η εμφάνιση της ως άνω μάρτυρα κατηγορίας στο ακροατήριο ήταν αδύνατη, για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 365 του Κ.Π.Δ., ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η διαπίστωση αυτή, έπεται της υποβολής σχετικού αιτήματος για ανάγνωση της ένορκης κατάθεσης και κάτι τέτοιο δεν συνέβη εν προκειμένω. Επομένως, ο σχετικός, περί του αντιθέτου, λόγος αναίρεσης, εκ των ως άνω διατάξεων, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. ΙΙ. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στ' Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό, κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αρ. 765/07 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται και με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και διατακτικού, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως έξι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.