← Ελλάδα

ΑΠ 1002/2010 — Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1002 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Απόφαση με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη. Αν ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του προς υποστήριξη της εφέσεως του, το εφετείο, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση οριστικής παύσης ή κήρυξης απαράδεκτης της ποινικής δίωξης, ερευνά αν ο εκκαλών κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε και απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη. Μόνο αν το Εφετείο διαπιστώσει ότι συντρέχει περίπτωση οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης κ.λ.π., οφείλει να ερευνήσει αν η έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, αν δηλαδή είναι παραδεκτή. Αν ο εκκαλών έχει καταδικασθεί πρωτοδίκως για περισσότερες πράξεις είτε κατά συρροή είτε κατ' εξακολούθηση και ορισμένες από αυτές, κατά το χρόνο εκδικάσεως της εφέσεως, έχουν παραγραφεί, το εφετείο και πάλι θα ερευνήσει το παραδεκτό της εφέσεως στο σύνολο της και όχι μόνο σε σχέση με τις πράξεις που έχουν παραγραφεί και είτε θα την απορρίψει ως απαράδεκτη είτε, αν αυτή έχει ασκηθεί παραδεκτά, θα παύσει, παρά την απουσία του εκκαλούντος, οριστικά την ποινική δίωξη για όσες πράξεις έχουν παραγραφεί και θα απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη για τις λοιπές. Ποιος θεωρείται άγνωστης διαμονής. Ποιος θεωρείται τόπος κατοικίας του κατηγορουμένου. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη για να είναι αιτιολογημένη. Στην έννοια της ανώτερης βίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας και απόλυτη ακυρότητα γιατί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερεύνησε το παραδεκτό της εφέσεως του μη εμφανισθέντος αναιρεσείοντος και την απέρριψε ως εκπρόθεσμη και όχι ως ανυποστήρικτη, δεν έπαυσε δε οριστικά την ποινική δίωξη κατ' αυτού λόγω παραγραφής. Οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται σε πλημμέλειες της εφετειακής αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη και όχι σε πλημμέλειες της πρωτόδικης αποφάσεως ή σε άλλα άσχετα με την απορριπτική αυτή κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου θέματα. Απόρριψη προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Αριθμός 1002/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Χαλιακόπουλο, περί αναιρέσεως της 43977/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Αυγούστου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 12 Φεβρουαρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1272/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 501 Κ.Π.Δ., "αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη". Κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, η οποία προστέθηκε ως παρ. 4 με το άρθρο 13 παρ. 8 του ν. 1941/1991 και αριθμήθηκε ως παρ. 3 με το άρθρο 48§2 του ν. 3160/2003, "εάν η έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και συντρέχει η περίπτωση του άρθρου 370 εδ. β' και γ', το δικαστήριο παρά την απουσία του εκκαλούντος προχωρεί στην έκδοση σχετικής αποφάσεως". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, σε περίπτωση που ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του προς υποστήριξη της εφέσεως του, το εφετείο, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση οριστικής παύσης ή κήρυξης απαράδεκτης της ποινικής δίωξης, ερευνά αν ο εκκαλών κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε και απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη. Προηγούμενη έρευνα, στην περίπτωση αυτή, του παραδεκτού της ασκήσεως της εφέσεως δεν απαιτείται. Μόνο εάν το εφετείο διαπιστώσει ότι συντρέχει περίπτωση οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης διότι έχει γίνει παραίτηση από το δικαίωμα της έγκλησης ή έχει γίνει ανάκληση της ή έχει αμνηστευθεί η πράξη ή έχει παραγραφεί το αξιόποινο της ή ο κατηγορούμενος - εκκαλών έχει πεθάνει, ή περίπτωση κήρυξης της ποινικής δίωξης απαράδεκτης λόγω δεδικασμένου ή έλλειψης της έγκλησης, αίτησης ή άδειας που απαιτείται για τη δίωξη, οφείλει να ερευνήσει αν η έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, αν δηλαδή είναι παραδεκτή και, σε καταφατική περίπτωση, παρά την απουσία του εκκαλούντος, προχωρεί στην έκδοση σχετικής αποφάσεως, με την οριστική παύση ή την κήρυξη απαράδεκτης της ποινικής δίωξης. Περαιτέρω, αν ο εκκαλών έχει καταδικασθεί πρωτοδίκως για περισσότερες πράξεις είτε κατά συρροή είτε κατ' εξακολούθηση και ορισμένες από αυτές, κατά το χρόνο εκδικάσεως της εφέσεως, έχουν παραγραφεί, το εφετείο και πάλι θα ερευνήσει το παραδεκτό της εφέσεως στο σύνολο της και όχι μόνο σε σχέση με τις πράξεις που έχουν παραγραφεί και είτε θα την απορρίψει ως απαράδεκτη είτε, αν αυτή έχει ασκηθεί παραδεκτά, θα παύσει, παρά την απουσία του εκκαλούντος, οριστικά την ποινική δίωξη για όσες πράξεις έχουν παραγραφεί και θα απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη για τις λοιπές. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ.2 και 156 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν η κατοικία του είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή, και, στην περίπτωση αυτή, η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ.1 εδ. α' προσώπων, προς τον δήμαρχο ή αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο, που όρισε ο δήμαρχος, της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στη αρμόδια εισαγγελική αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Όταν δε το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (476 παρ.1 και 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος του εκκαλούντος, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία, κατά τα άρθρα 154 παρ.1, 156 και 161 παρ.1 ΚΠΔ, στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται δια της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. (Ολ. ΑΠ 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια, όμως, της οποίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώσεως από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεως του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 43977/29.5.2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως από αυτή προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, η έφεση με αριθμό εκθέσεως 11100/2007 του ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου προς υποστήριξη αυτής, κατά της υπ' αριθ. 34322/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί αυτός, ερήμην, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατά συρροή, σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών ετών και έξι μηνών. Από την ανωτέρω έφεση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεως της, είχε προβάλει ότι "το πρώτο έλαβε γνώση προ τεσσάρων

(4)ημερών της ανωτέρω απόφασης, διότι τόσο η κλήση την 1.2.2002 όσο και η εκκαλουμένη απόφαση στις 24.11.2004 κοινοποιήθησαν ως αγνώστου διαμονής στη δ/νση ... από την οποία έχει μετοικήσει πλέον της 15ετίας και το κρίσιμο διάστημα διέμενε από ετών στην γνωστή στις αρχές δ/νση επί της οδού ... και με την πτωχεύσασα το 1994 εταιρία δεν είχε επαφές από το 1989 και οι πράξεις για τις οποίες κατηγορείται έλαβαν χώρα από 30/4/01 έως 31/5/01". Δηλαδή, είχε προβάλει, με την έφεση του, ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως "άγνωστης διαμονής". Δεν αναφέρει, όμως στην έφεση αυτή ο κατηγορούμενος αν την ανωτέρω φερόμενη ως τελευταία γνωστή κατοικία του είχε δηλώσει κατά οποιοδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως. Στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως διαλαμβάνονται, για την απόρριψη της εφέσεως, κατά λέξη, τα εξής: "Όπως προκύπτει από την από 24-11-2004 έκθεση επιδόσεως του Αρχ/κα ..., η με αρ. 34322/2002 ερήμην απόφαση του Μ. Πλημ. Αθηνών εκκαλουμένη επιδόθηκε στον εκκαλούντα Χ1 στις 24-11-2004, ως αγνώστου διαμονής, νομοτύπως κατ' αρθ. 156 ΚΠΔ. συντάχθηκε δε το αποδεικτικό κατ' αρθ. 161§§1, 2 ΚΠΔ που έχει την ισχύ του αρθ. 162 ΚΠΔ, ενώ από την από 10-9-2007 έκθεση εφέσεως προκύπτει ότι δεν ασκήθηκε αυτή εντός 30 ημερών από της επιδόσεως (αρθ. 473§1 ΚΠΔ), αλλά εκπροθέσμως στις 10-9-2007 και για το λόγο αυτό πρέπει η έφεση να απορριφθεί κατ" αρθ. 476§1 ΚΠΔ ως απαράδεκτη...". Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με δεδομένο ότι οι αξιόποινες ως άνω πλημμεληματικές πράξεις είχαν χρόνο τελέσεως, κατά την εκκαλουμένη απόφαση, το χρονικό διάστημα από 30.4.2001 μέχρι 31.5.2001 και, επομένως, αυτές που είχαν τελεσθεί μέχρι τις 28.5.2001 είχαν παραγραφεί κατά τη συζήτηση της ως άνω εφέσεως, γιατί ήδη είχε παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν της οκταετίας (άρθρα 111§3, 112, 113§3 εδ. α ΠΚ), αφού έκρινε προηγουμένως ότι ο εκκαλών είχε κληθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ορθά δεν απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, λόγω της απουσίας του εκκαλούντος, αλλά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, προχώρησε στην έρευνα του παραδεκτού αυτής και την απέρριψε, με την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως εκπρόθεσμη, έστω και αν ορισμένες πράξεις δεν είχαν παραγραφεί ακόμη (του χρονικού διαστήματος από 29 μέχρι 31.5.2001). Για να καταλήξει δε στην απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, εξέτασε το νομότυπο της επιδόσεως της εκκαλουμένης στον αναιρεσείοντα ως άγνωστης διαμονής και ορθά, κατά τα προαναφερθέντα, έκρινε ότι αυτός ήταν άγνωστης διαμονής, ότι νομίμως του επιδόθηκε η εκκαλουμένη και ότι αυτός δεν άσκησε έφεση μέσα στη νόμιμη προθεσμία. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 περ. Η' και Α' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως (πρώτος, δεύτερος και τρίτος), με τους οποίους προβάλλει ο αναιρεσείων ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με το να μην απορρίψει την έφεση του ως ανυποστήρικτη, να μην ερευνήσει τους ισχυρισμούς του για το εκπρόθεσμο της εφέσεως του και την ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης ως αγνώστου διαμονής και, τέλος, να μη παύσει οριστικά την κατ' αυτού ποινική δίωξη για τις πράξεις, για τις οποίες έχει καταδικασθεί, λόγω παραγραφής, αλλά να προχωρήσει στην απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, υπερέβη την εξουσία του, ενώ επήλθε και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, κατ' άρθρο 476§2 ΚΠΔ, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη, προσβάλλεται, όπως αναφέρθηκε, μόνο με αίτηση αναιρέσεως για οποιονδήποτε λόγο από τους μνημονευόμενους στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ, οι οποίοι, όμως, πρέπει να αναφέρονται σε πλημμέλειες της εφετειακής αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη και όχι σε πλημμέλειες της πρωτόδικης αποφάσεως ή σε άλλα άσχετα με την απορριπτική αυτή κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους προσθέτους λόγους της αιτήσεως, υποστηρίζει ότι η πρωτόδικη απόφαση περιέχει τις αναφερόμενες πλημμέλειες ως προς τις παραδοχές της, ενώ δεν εφαρμόσθηκαν ορθά οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, στις οποίες το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση, το δε δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, να θεραπεύσει τις πλημμέλειες και να διαπιστώσει την ανάγκη εφαρμογής των επιεικέστερων διατάξεων του άρθρου 34§1 του ν. 3220/2004 αντί αυτών που εφαρμόσθηκαν, μη πράττοντας δε αυτό, υπερέβη την εξουσία του. Οι λόγοι αυτοί είναι, κατά τα ανωτέρω, απαράδεκτοι και απορριπτέοι, γιατί αναφέρονται όχι σε πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, αλλά σε πλημμέλειες της πρωτόδικης αποφάσεως, τις οποίες, άλλωστε, σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να ελέγξει το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού η έφεση ήταν απορριπτέα για τυπικό λόγο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και οι, παραδεκτώς ασκηθέντες με το από 12.2.2010 δικόγραφο, πρόσθετοι λόγοι αυτής, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 71/4 Αυγούστου 2009 αίτηση του Χ1 μετά των από 12.2.2010 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ αριθ. 43977/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.