← Ελλάδα

ΑΠ 1007/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Goo

παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 2298/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα πλαστογραφίας (νοθεύσεως) εγγράφου με χρήση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος ήταν συνεργάτης, ως ανεξάρτητος πωλητής επί προμηθεία, της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη και επί της οδού Μελεάγρου αριθμ. 7, μηνύτριας και πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΧΑΤ Ανώνυμη Εταιρία Ειδών Ενδύσεως - Οικοδομικές και Τουριστικές Επιχειρήσεις" και με τον διακριτικό τίτλο "ΙΝΤΕΡΧΑΤ". Στις 29.11.2002 προσήλθε στα γραφεία (λογιστήριο) της ως άνω εταιρίας, όπου συμπλήρωσε το υπ' αριθμ. ...τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, εκδοθέν από τον ίδιο προς την ανωτέρω εταιρία, για το ποσό των 15.892,85 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 2.860,71 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 18.753,56 ευρώ, εισπράττοντας το υπόλοιπο εναπομείναν οφειλόμενο από την προαναφερομένη συνεργασία του με την ανωτέρω εταιρία, ποσό των 2.376,30 ευρώ συν Φ.Π.Α. 2.860,71, ήτοι το συνολικό ποσό των 5.237 ευρώ, από το συνολικό ποσό των 18.753,56 ευρώ, ενόψει του ότι ο ίδιος είχε εισπράξει εντός του έτους 2002 το υπόλοιπο ποσό, με τους αναφερόμενους στο ανωτέρω τιμολόγιο (....) τρόπους (επιταγές και μετρητά), στη συνέχεια δε, παρέδωσε αυτό, ως όφειλε, ενόψει της πλήρους πλέον εξόφλησης της οφειλής της ως άνω εταιρίας προς αυτόν, στην αρμόδια υπάλληλο του λογιστηρίου της εν λόγω εταιρίας, Λ1, η οποία έθεσε, μετά από απαίτηση αυτού (κατηγορουμένου), επί του τιμολογίου τη σφραγίδα της εταιρίας και την υπογραφή της. Σημειώνεται, ότι για την εξόφληση του ως άνω συνολικού ποσού των 5.237 ευρώ, η μηνύτρια εταιρία εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... απόδειξη πληρωμής, στην οποία αναγράφεται ότι το εν λόγω ποσό δίδεται "για εξόφληση τιμ. Νο ...". Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος, προφασιζόμενος ότι χτύπησε το κινητό του τηλέφωνο και ότι δεν είχε σήμα εντός του γραφείου, εξήλθε αυτού (γραφείου), παίρνοντας και το ανωτέρω τιμολόγιο, επί του οποίου εν αγνοία της ως άνω εταιρίας και χωρίς δικαίωμα συμπλήρωσε αυτό αναγράφοντας επ' αυτού: "ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ 17.622,50 ΕΝΤΟΣ 10 ΗΜΕΡΩΝ ΕΩΣ 9.12.02", έτσι ώστε να εμφανίζεται ότι η μηνύτρια εταιρία του οφείλει το προαναφερόμενο ποσό των 17.622,50 ευρώ και με σκοπό να παραπλανήσει τους τρίτους ότι δήθεν η ανωτέρω εταιρία του οφείλει το προαναφερόμενο ποσό στη συνέχεια δε, κάνοντας χρήση του εν λόγω νοθευμένου τιμολογίου, παρέδωσε αυτό στην ως άνω υπάλληλο, Λ1. Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία αδιαμφισβήτητα προέκυψαν από τις σαφείς και μετά λόγου γνώσεως καταθέσεις του νομίμου εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας,Ε1 (ανωμοτί) και της μάρτυρος κατηγορίας, Λ1, σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και ειδικότερα το Νο ...τιμολόγιο και την Νο ... απόδειξη πληρωμής, προέκυψε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας (νόθευσης) εγγράφου, με χρήση. Το αίτημα του κατηγορουμένου περί διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν την υπογραφή στο επίδικο τιμολόγιο την έθεσε η προαναφερόμενη υπάλληλος ή ο νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρίας, Ε1, καθώς και εάν η εν λόγω υπογραφή τέθηκε πριν ή μετά τη σφραγίδα της εταιρίας, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμο. Τούτο δε, διότι εκδότης του επιδίκου τιμολογίου, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος, μετά την παράδοση αυτού στην ανωτέρω υπάλληλο, το ξαναπήρε πίσω και προέβη στη νόθευση αυτού, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα. Επομένως, είναι αδιάφορο, για τη γνησιότητα του εν λόγω εγγράφου (τιμολογίου), αν η υπογραφή επ' αυτού τέθηκε από την ως άνω υπάλληλο ή τον προαναφερθέντα νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, όπως αδιάφορο είναι αν αυτή (υπογραφή) τέθηκε πριν ή μετά τη σφραγίδα της εταιρίας, οι οποίες (υπογραφή και σφραγίδα) τέθηκαν με μόνο προφανή σκοπό την απόδειξη της παράδοσης του εν λόγω τιμολογίου". Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη, από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της νοθεύσεως εγγράφου με χρήση, για το οποίο πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εκτίθεται ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων, ο οποίος ήταν και ο εκδότης του γνησίου τιμολογίου, νόθευσε αυτό, αναγράφοντας επ` αυτού την ως άνω φράση, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα, σε χρόνο κατά τον οποίο το τιμολόγιο είχε μεν περιέλθει, σύμφωνα με τον προορισμό του, στην αρμοδία υπάλληλο του λογιστηρίου της εγκαλούσας Λ1, η οποία έθεσε σ` αυτό τη σφραγίδα της εταιρίας και την υπογραφή της, πλην αυτός, στιγμιαία, πήρε πάλι αυτό στα χέρια του και εξήλθε από το λογιστήριο, όπου και τέλεσε την πράξη. Εκτίθεται, ακόμη, ότι είχε σκοπό αυτός να παραπλανήσει τους τρίτους ότι η εταιρία εξακολουθούσε να του οφείλει το ποσό των 17.622,50 ευρώ, ότι το γεγονός αυτό είχε έννομες συνέπειες και ότι έκανε χρήση του νοθευμένου τιμολογίου, παραδίδοντάς το (πάλι) στην ως άνω υπάλληλο. Επομένως, οι σχετικοί,

§1περ.

Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 216§§ 1 και 2 ΠΚ (υπό στοιχ. Β αρ. 9, Γ και Δ αιτήσεως), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ο αναιρεσείων παρέδωσε μεν το τιμολόγιο στην υπάλληλο του λογιστηρίου, πλην, προφασιζόμενος ότι χτυπούσε το κινητό του τηλέφωνο, το ξαναπήρε στα χέρια του και εξήλθε στιγμιαία από το γραφείο, όπου τέλεσε την πράξη της νοθεύσεως. Οπότε, δεν δημιουργείται, από τις παραδοχές αυτές, καμιά αντίφαση ως προς το αν ο αναιρεσείων, κατά το χρόνο που φέρεται ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται, είχε αποξενωθεί από το επίδικο τιμολόγιο ή εξακολουθούσε να το κατέχει και η περί του αντιθέτου αιτίαση είναι αβάσιμη. Η αιτίαση ότι δεν διευκρινίζεται ποιους "τρίτους" σκόπευε να παραπλανήσει ο αναιρεσείων και ότι η φερομένη ως παθούσα εταιρία, ως παραλήπτρια του τιμολογίου, δεν θεωρείται "τρίτη" είναι αβάσιμη, γιατί, πέραν του ότι και η εν λόγω εταιρία θεωρείται "τρίτη", για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείτο να κατονομάζονται ή να προσδιορίζονται οι τρίτοι, τους οποίους σκόπευε να παραπλανήσει ο αναιρεσείων με τη νόθευση του τιμολογίου και τη χρήση αυτού. Η αιτίαση (υπό στοιχ. Ε και Η αιτήσεως) ότι η φερομένη αναγραφή στο τιμολόγιο "ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ 17.622, 50 ΕΝΤΟΣ 10 ΗΜΕΡΩΝ ΕΩΣ 9/12/2002" αποτελεί, κατ` άρθρο 873 ΑΚ, αφηρημένη υπόσχεση καταβολής χρέους και αναγνώριση οφειλής, για το κύρος της οποίας η υπάλληλος που υπέγραψε στο τιμολόγιο έπρεπε να έχει εξουσία εκπροσωπήσεως της εταιρίας, πράγμα που δεν διαλαμβάνεται στην απόφαση, είναι απαράδεκτη ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον δεν έγινε δεκτό ότι καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και της εγκαλούσας καμιά σύμβαση αφηρημένης αναγνωρίσεως χρέους από μέρους της τελευταίας, αλλά ο αναιρεσείων νόθευσε το ένδικο τιμολόγιο προς το σκοπό παραπλανήσεως των τρίτων και της εγκαλούσας ότι αυτή του όφειλε το παραπάνω ποσό. Για τον αυτό λόγο είναι απορριπτέα και η αιτίαση (υπό στοιχ. Ζ αιτήσεως) ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε ως αβάσιμο το αίτημα του αναιρεσείοντος για τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, καθόσον δεν τίθεται ζήτημα κύρους δικαιοπραξίας, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει αυτός, αλλά νοθεύσεως του τιμολογίου και, επομένως, ορθά κρίθηκε ότι είναι αδιάφορο αν η υπογραφή στο τιμολόγιο τέθηκε από την υπάλληλο ή το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας ή αν η υπογραφή τέθηκε πριν ή μετά τη σφραγίδα της εταιρίας. Η αιτίαση (υπό στοιχ. Θ αιτήσεως) ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, μεταξύ άλλων, ο φερόμενος ως εκδότης του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου να μην ταυτίζεται με τον φερόμενο ως πλαστογράφο, αλλά να είναι τρίτο πρόσωπο, είναι αβάσιμη, γιατί, όπως αναφέρθηκε, η νόθευση του εγγράφου μπορεί να γίνει και από τον ίδιο τον εκδότη αυτού, υπό τις προϋποθέσεις που εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, οι οποίες συντρέχουν, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, εν προκειμένω (παράδοση του γνησίου τιμολογίου στην υπάλληλο της εγκαλούσας, στιγμιαία ανάληψη αυτού από τον εκδότη αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, χωρίς να έχει αυτός τέτοιο δικαίωμα, και νόθευση αυτού). Τέλος, ο αναιρεσείων, με τον,

§1περ.

Ε' ΚΠοινΔ, υπό στοιχ. Β (αριθ. 1 - 8) λόγο της αιτήσεως, προτείνει ότι ερμηνεύθηκαν εσφαλμένα οι διατάξεις των άρθρων 12, 14 και 15 του π. δ. 186/1992 "ΚΩΔΙΚΑΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ" και συγκεκριμένα ότι η έκδοση και παράδοση από αυτόν του ενδίκου τιμολογίου στην εγκαλούσα ήταν υποχρεωτική κατά νόμο, ανεξαρτήτως πιστώσεως ή εξοφλήσεώς του και ότι στα υποχρεωτικώς αναγραφόμενα στο τιμολόγιο στοιχεία δεν εμπίπτει η θέση της σφραγίδας της επιχειρήσεως της παραλήπτριας εγκαλούσας και η υπογραφή της υπαλλήλου της, εν προκειμένω δε η σφραγίδα της εταιρίας και η υπογραφή του εκπροσώπου της ετέθη προς αναγνώριση του υπολοίπου χρέους της εγκαλούσας προς αυτόν, ως μονομερής δήλωση βουλήσεως της εγκαλούσας. Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα ως στηριζόμενη επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον ναι μεν η εσφαλμένη ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (Ολ ΑΠ 3/1998), πλην η τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον ΚΒΣ δεν συνδέεται με την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της νοθεύσεως του τιμολογίου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο, ενώ κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου του Κώδικα, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται με σαφήνεια, ότι μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, υποχρεωτικά δίδεται ο λόγος στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, επί της ενοχής, έστω και αν δεν τον ζητήσει. Αν δεν δοθεί ο λόγος στον κατηγορούμενο επί της ενοχής, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα (κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ.), για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο, η οποία μάλιστα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και στον Άρειο Πάγο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο κατά σειράν α) στον εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου περί διεξαγωγής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και την απαλλαγή του λόγω αμφιβολιών, β) στον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη του άνω αιτήματος και την ενοχή του κατηγορουμένου και γ) στο συνήγορο του κατηγορουμένου, ο οποίος ανέπτυξε την υπεράσπιση και δήλωσε ότι εμμένει στο αίτημα του πελάτη του περί διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και ζήτησε να γίνει αυτό δεκτό, χωρίς, όμως, να προχωρήσει περαιτέρω και να ζητήσει την απαλλαγή του κατηγορουμένου. Αφού, λοιπόν, δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, πριν από την απαγγελία της καταδικαστικής αποφάσεως, δεν δημιουργήθηκε καμιά ακυρότητα από το ότι αυτός περιορίσθηκε, μετά την ανάπτυξη της υπεράσπισης, να ζητήσει μόνο την παραδοχή του ως άνω αιτήματος, το οποίο, σημειωτέον, είχε προταθεί κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και ο εισαγγελέας επιφυλάχθηκε να προτείνει επ` αυτού, και ο,

§1περ.

Α' ΚΠοινΔ, υπό στοιχ. Α' λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο, με την επίκληση και του άρθρου 6§3 της ΕΣΔΑ, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17 Σεπτεμβρίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 7206/2009) αίτηση του ...., για αναίρεση της υπ` αριθ. 2298/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας "ΙΝΤΕΡΧΑΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΕΩΣ - οικοδομικές και Τουριστικές Επιχειρήσεις" από πεντακόσια
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010.Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.