← Ελλάδα

ΑΠ 1010/2009 — Αγνώστου διαμονής επίδοση, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1010 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αγνώστου διαμονής επίδοση, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμη. Στο εφετήριο δεν εκτίθενται λόγοι ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα ως άγνωστης διαμονής ή ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Το πρώτο κατά τη συζήτηση της εφέσεως προβλήθηκε απαραδέκτως ένσταση ακυρότητας της άνω επιδόσεως για το λόγο ότι ήταν κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο κρατούμενος στις φυλακές και εντεύθεν όχι άγνωστης διαμονής. Απορρίπτονται οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Η΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτει. Αριθμός 1010/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Σταυριανάκη, περί αναιρέσεως της 6029/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 6.8.2007 και 10.9.2007 αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1561/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. γ' ΚΠοινΔ, δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αναιρέσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Στην αντίθετη περίπτωση που η πρώτη εκκρεμεί, παραδεκτώς ασκείται εντός της νόμιμης προθεσμίας δεύτερη αναίρεση, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, κατά της υπ' αριθ. 6029/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ασκήθηκαν από τον κατηγορούμενο εμπροθέσμως οι από 6.8.2007 και 10.9.2007 δύο αιτήσεις αναιρέσεως, με δήλωση στον Διευθυντή της Κλειστής Φυλακής ..., όπου αυτός κρατείται, η πρώτη και με δήλωση στον γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση η δεύτερη, οι οποίες και συζητήθηκαν ταυτόχρονα. Συνεπώς, οι δύο αυτές αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικασθούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει να διαλάβει στη σχετική έκθεση λόγο ανωτέρας βίας η ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο ή ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι άκυρη για κάποιο συγκεκριμένο λόγο και, ακόμη, να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προκύπτουν. Ειδικότερα, όταν το γεγονός που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση εφέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως είναι η ακυρότητα της επιδόσεώς της στον Δήμαρχο της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του εκκαλούντος, ως αγνώστου διαμονής, σύμφωνα με το άρθρο 156 ΚΠοινΔ, πρέπει να αναφέρεται στην έκθεση εφέσεως ότι ο εκκαλών (κατηγορούμενος) είχε γνωστή διαμονή κατά το χρόνο της επιδόσεως και να καθορίζεται με ακρίβεια ο τόπος, στον οποίο τότε διέμενε, έτσι ώστε να προκύπτει η ακυρότητα της επιδόσεως. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου και ειδικότερα της εφέσεως, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, επί εφέσεως, κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 2 ΚΠοινΔ, κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται αναίρεση. Στην περίπτωση αυτή, ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο" Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, τον χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (Ολ. ΑΠ 4/1995, 7/1994), χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ή λόγος ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του Δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 6029/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως απ' αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση με αριθμό εκθέσεως 4063/14.5.2007 του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, εκπροσωπηθέντος στη δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, κατά της 75170/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος, ερήμην, για απάτη κατά συναυτουργία, σε φυλάκιση 18 μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Στην ανωτέρω έφεση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο κατά την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων αναιρέσεως, δεν εκτίθενται λόγοι ανωτέρας βίας η ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της, ούτε ακυρότητα της επιδόσεως στον εκκαλούντα της εκκαλούμενης αποφάσεως. Αυτό που σχετικώς διαλαμβάνεται, ότι, δηλαδή, ο εκκαλών "έλαβε γνώση την 11.05.07, ημερομηνία που παραγγέλθηκε η εκτέλεση της απόφασης", δεν εμπίπτει στην έννοια της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, ούτε συνιστά ή ενέχει επίκληση λόγου ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα. Όσα, εξάλλου, προέβαλε ο αναιρεσείων - εκκαλών, δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά τη συζήτηση της εφέσεως και έχουν καταχωρηθεί στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, περί ακυρότητας της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής, για τον λόγο ότι κατά τον χρόνο της επιδόσεως αυτής ήταν κρατούμενος στις φυλακές και συνεπώς "δεν ήταν άγνωστης διαμονής", είναι απαράδεκτα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη. Περαιτέρω, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρονται, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων, είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος (στην άσκηση ενδίκου μέσου), δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημερών, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση, από την επίδοση της απόφασης. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του, σε άγνωστο μέρος, για τη δικαστική Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, οπότε ακολουθείται η διαδικασία επιδόσεως του άρθρου 156, διαφορετικά η επίδοση είναι άκυρη και απρόσφορη για την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως του ενδίκου μέσου (ΑΠ 1124/03 ΠΛογ 2003, 1195). Εξάλλου, στην έννοια της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος δεν εμπίπτει και η πρόταση του ισχυρισμού, ότι κακώς έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης στον εκκαλούντα, ως άγνωστης διαμονής, ενώ ήταν γνωστής και για το λόγο αυτό δεν έλαβε γνώση της επιδόσεως της αποφάσεως. Πάντως, στο εφετήριο πρέπει να προβάλλεται με σαφήνεια και πληρότητα ο ισχυρισμός είτε ότι οι κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή κατά το χρόνο της επίδοσης της απόφασης, είτε ότι η εκπρόθεσμη άσκησή της οφείλεται σε ανώτερη βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα (ΑΠ 307/02 ΠΧρ ΝΒ, 927, ΑΠ 445/02 ΠΛογ 2002, 325). Στην ένδικη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον κατηγορούμενο, ως αγνώστου διαμονής, στις 7/9/06 (βλ. το από ... αποδεικτικό επιδόσεως του Ε.Φ. ...), η δε έφεσή του ασκήθηκε, στις 14/5/07 (βλ. την 4063/14.5.07 έκθεση εφέσεως), δηλαδή μετά την παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ. Όμως, ο κατηγορούμενος στην έκθεση της έφεσης δεν επικαλείται ότι κατά τον χρόνο της επίδοσης της απόφασης ήταν γνωστής διαμονής, ώστε να προβάλλει παραδεκτά αμφισβήτηση του κύρους της επιδόσεως ούτε προσδιορίζει συγκεκριμένα περιστατικά που συνιστούν περίπτωση ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά επικαλείται όλως αορίστως, ότι έλαβε γνώση της αποφάσεως στις 11/5/
  2. Επομένως, το ένδικο μέσο της εφέσεώς του πρέπει ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτο, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής του". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως, ως εκπρόθεσμης και εντεύθεν απαράδεκτης, αποφάσεως είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, δηλαδή, η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα (7.9.2006), το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως (14.5.2007), η οποία κείται πέραν της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της, Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεσή του, κατά τα ανωτέρω, ούτε λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, ούτε ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, δεν υποχρεούτο το Τριμελές Εφετείο να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφασή του άλλη πλέον της ανωτέρω ικανής για την στήριξη του διατακτικού της αιτιολογία, ούτε να αποφανθεί για τη βασιμότητα του άνω ισχυρισμού, τον οποίο απαραδέκτως, κατά τα ανωτέρω, προέβαλε για πρώτη φορά ο συνήγορος του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της εφέσεως. Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι αντίθετοι προς τα ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως και δη 1) κατ' εκτίμηση, ο πρώτος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας, γιατί δεν διέλαβε αιτιολογία επί της προβληθείσας (στο ακροατήριο το πρώτον κατά τα ανωτέρω) ακυρότητας της προς τον εκκαλούντα, και ήδη αναιρεσείοντα, επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής, και 2) ο δεύτερος (λόγος αναιρέσεως) εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το δικάσαν Εφετείο, με το να απορρίψει την έφεση ως εκπρόθεσμη, ενώ δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα την προβληθείσα ένσταση περί ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, υπερέβη την εξουσία του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι συνεκδικαζόμενες υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις συνεκδικαζόμενες από 6 Αυγούστου 2007 και 10 Σεπτεμβρίου 2007 αιτήσεις του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 6029/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου
  1. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Απριλίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.