← Ελλάδα

ΑΠ 1011/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1011 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Απάτη στο Δικαστήριο. Αβάσιμος ο λόγος ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ. Κατά την αγόρευσή του ο πληρεξούσιος δικηγόρος ζήτησε το ελαφρυντικό του άρθρ. 84 § 2 β΄ ΠΚ. Λόγω της αοριστίας του ισχυρισμού αυτού δεν χρειαζόταν απάντηση από τον Εισαγγελέα και το Δικαστήριο, το οποίο αναγνώρισε το ελαφρυντικό του άρθρ. 84 § 2 β΄ ΠΚ. Ο συνήγορος του απολειπομένου κατηγορουμένου δεν είναι κατηγορούμενος και συνεπώς δεν απολογείται. ΑΡΙΘΜΟΣ 1011/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοϊνη, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελένη Σπίτσα (ορισθείσα με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Δημητρέλια, περί αναιρέσεως της 234/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 348/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 § 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος, και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το έγκλημα της απάτης τελείται και όταν ο διάδικος σε πολιτική δίκη προβαίνει σε ψευδείς εν γνώσει του ισχυρισμούς ενώπιον του δικαστηρίου, τους οποίους υποστηρίζει με την εν γνώσει επίκληση και προσαγωγή πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων, ή γνησίων μεν, αλλά με ανακριβές περιεχόμενο ή με άλλα ψευδή αποδεικτικά μέσα και παραπλανά έτσι το δικαστήριο στην έκδοση απόφασης υπέρ των απόψεών του και προς βλάβη της περιουσίας του αντιδίκου του, βρίσκεται δε αυτό στο στάδιο της απόπειρας, στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαστής δεν παραπλανάται από τους ψευδείς ισχυρισμούς και τα ανακριβή αποδεικτικά μέσα και απορρίπτει ως αβάσιμη την αγωγή ή την αίτηση. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας? α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στην ερμηνευόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος, κατά το άρθρο 548 του ΚΠΔ η προπαρασκευαστική απόφαση εκτελείται μόλις απαγγελθεί. Το δικαστήριο μπορεί πάντοτε να ανακαλεί αυτές τις αποφάσεις του. Τέτοια απόφαση είναι και η αναβλητική του άρθρου 352 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα για ισχυρότερες αποδείξεις. Συνεπώς και αυτή μπορεί να ανακληθεί κατά τη νέα μετ' αναβολή συζήτηση της υποθέσεως, αν το δικαστήριο δεν εμμείνει στην προπαρασκευαστική του απόφαση και χωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, αρκούμενο στις υπάρχουσες αποδείξεις. Στην προκείμενη περίπτωση, ως προς την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία ανεκλήθησαν οι υπ' αριθμ.1873/2007 και 4989/2007 αποφάσεις του ιδίου δικαστηρίου, με τις οποίες είχε αναβληθεί η συζήτηση για περισσότερες αποδείξεις, προκειμένου να προσκομισθεί απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο σε αυτή την απόφαση, που παραδεκτά συμπροσβάλλεται με την τελειωτική απόφαση, μετά από αξιολόγηση των εγγράφων που αναφέρει, δέχτηκε τα εξής? "Με το 3985/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επικυρώθηκε από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το 570/2003 βούλευμά του, ο αναιρεσείων έχει ήδη παραπεμφθεί στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, κατηγορούμενος για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι, στις 24-2-2000,αν και ήταν υποχρεωμένος να αποδώσει στον πολιτικώς ενάγοντα το ποσό τω 18.510.000 δρχ, το οποίο ο τελευταίος του είχε καταβάλλει το χρονικό διάστημα από 1-8-1998 μέχρι 31-8-1999, προκειμένου αυτός (κατηγορούμενος) ως εντολοδόχος του να το διαθέσει ως προκαταβολή σε υποψήφιους πωλητές ακινήτων με αγοραστή τον πολιτικώς ενάγοντα, χωρίς όμως να εκτελέσει την εντολή, αλλ' ούτε το επέστρεψε, όπως είχαν συμφωνήσει, την ως άνω ημερομηνία, αλλά το παρακράτησε και το ενσωμάτωσε στην ατομική του περιουσία. Με το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο παραπέμφθηκε και δικάστηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι στις 19-4-2000, προκειμένου να παραπλανήσει το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για να εκδώσει υπέρ αυτού ευνοϊκή απόφαση, απορρίπτοντας αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος, για τη λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης της περιουσίας του (κατηγορουμένου), προς εξασφάλιση του ως άνω οφειλόμενου ποσού, επικαλέστηκε και προσκόμισε πέντε αποδείξεις, υπογραφής των κατονομαζομένων προσώπων, με ψευδές περιεχόμενο, με βάση τις οποίες φερόταν να έχει προκαταβάλλει το εν λόγω ποσό σε αγορές (για λογαριασμό του πολιτικώς ενάγοντος) άλλων ακινήτων, σκοπό τον οποίο και πέτυχε, αφού εκδόθηκε απορριπτική απόφαση επί της εν λόγω αιτήσεως. Από τα πιο πάνω εκτιθέμενα δεν προκύπτει τέτοια σχέση μεταξύ των εκκρεμουσών δικών, ώστε η έκβαση της κρινόμενης υπόθεσης να εξαρτάται από εκείνη, που εκκρεμεί στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων... ". Με αυτά που δέχτηκε διέλαβε ως προς την ως άνω παρεμπίπτουσα απόφασή του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα, άρθρο 93, παρ. 3, και το άρθρο 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά έκρινε ότι έπρεπε να ανακληθούν οι παρεμπίπτουσες ως άνω αποφάσεις και χωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως. Ειδικότερα αναφέρεται στη διαφορά του αναιρεσείοντος με τον πολιτικώς ενάγοντα, την οποία αναπτύσσει διεξοδικά, ότι έχει ήδη παραπεμφθεί να δικαστεί για υπεξαίρεση ποσού 18.510.000 δρχ, την 24-2-2000 και κάνει τη διάκριση της υποθέσεως εκείνης με την παρούσα διαφορετική πράξη της απάτης, η οποία προσδιορίζεται στο διατακτικό της και έτσι αιτιολογημένα απορρίφτηκε το αίτημα για νέα αναβολή της υποθέσεως και ανακλήθηκαν οι ως άνω παρεμπίπτουσες αποφάσεις, αφού δέχτηκε πως δεν υπήρχε τέτοια σχέση μεταξύ των εκκρεμουσών δικών, ώστε η έκβαση της κρινόμενης υποθέσεως της απάτης να εξαρτάται από εκείνη της υπεξαιρέσεως που εκκρεμούσε στο Εφετείο. Η πρόσθετη μνεία στο σκεπτικό της άνω παρεμπίπτουσας αποφάσεως περί κινδύνου παραγραφής δεν έχει καμία σχέση με την κύρια ως άνω αιτιολογία απορρίψεως της αιτήσεως αναβολής και τέθηκε εκ περισσού. Ως προς την τελειωτική απόφαση το Τριμελές Εφετείο, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα εξής? "Το έτος 1998 ο πολιτικώς ενάγων Ψ1, ενδιαφερόμενος για την αγορά ακινήτων, ευρισκομένων στην περιφέρεια .... και εγγύς του νέου αεροδρομίου, ανέθεσε στον κατηγορούμενο, μεσίτη αστικών συμβάσεων, να βρίσκει ακίνητα στην εν λόγω περιοχή, να διαπραγματεύεται τους όρους της πώλησης με τους κυρίους των ακινήτων, να δίδει σ' αυτούς προκαταβολές, από χρήματα που του είχε καταβάλει για το σκοπό αυτό και να εξοφλεί εν συνεχεία το τίμημα για λογαριασμό του πολιτικώς ενάγοντος. Η μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων θα γινόταν είτε με οριστικό συμβόλαιο είτε με την παροχή πληρεξουσίου προς τον πολιτικώς ενάγοντα, με την πληρεξουσιότητα να συνάπτει αυτοσύμβαση ή να το μεταβιβάζει σε τρίτο. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής κάποιες αγορές ακινήτων ολοκληρώθηκαν με τη μεσολάβηση του κατηγορουμένου. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις (που αναφέρονται στο διατακτικό ) ο κατηγορούμενος αν και έλαβε διάφορα χρηματικά ποσά τις ημεροχρονολογίες που αναφέρονται εκεί (διατακτικό) και συνολικά 18.510.000 δρχ. για να τα χρησιμοποιήσει για την αγορά συγκεκριμένων ακινήτων, δεν τα κατέβαλε σ' αυτούς, ούτε τα επέστρεψε στον πολιτικώς ενάγοντα αν και οχλήθηκε από τον τελευταίο. Μετά την άρνηση του κατηγορουμένου, ο πολιτικώς ενάγων άσκησε την από 6-3-2000 και με αριθμό κατάθεσης ..... αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζήτησε τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του κατηγορουμένου, προς εξασφάλιση των απαιτήσεών του. Συζήτηση της αίτησης αυτής έγινε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 19-4-
  2. Κατ' αυτήν ο εναγόμενος-κατηγορούμενος, προς απόκρουση της αιτήσεως, επικαλέστηκε και προσκόμισε εκτός των άλλων και τις πέντε αποδείξεις που ανεγνώσθησαν, υπογραφής του Γ1, Γ2 και Γ3(β' εκκαλούντος). Με τις αποδείξεις φερόταν ο κατηγορούμενος να έχει καταβάλει σ' αυτούς, για λογαριασμό του πολιτικώς ενάγοντος, για την πώληση στον τελευταίο ακινήτων τους στον πρώτο (Γ1) 6.800.000 δρχ, στο δεύτερο (Γ3) το ποσό των 7.500.000δρχ. και στον τρίτο (β'εκκαλούντα) το ποσό των 2.000.000 δρχ. Οι αποδείξεις όμως αυτές ήταν ψευδείς κατά το περιεχόμενο, καθόσον καμιά σύμβαση με την προαναφερόμενη αιτία δεν συνήφθει μεταξύ των υπογραφέων των αποδείξεων και του πολιτικώς ενάγοντος, ενώ κανένα ποσό δεν κατεβλήθη σ' αυτούς για τη συγκεκριμένη αιτία. Με τις αποδείξεις αυτές, που συνέταξε ο κατηγορούμενος, επεδίωκε να πείσει το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι τα χρήματα που είχε λάβει από τον πολιτικώς ενάγοντα τα ανάλωσε για το σκοπό που είχαν συμφωνήσει. Οι Γ1, Γ2 και Γ3, αν και γνώριζαν την επιδίωξη του κατηγορουμένου, υπέγραψαν τις αποδείξεις αυτές. Αποτέλεσμα των ενεργειών του κατηγορουμένου ήταν, και με τις αποδείξεις αυτές, να πεισθεί ο Δικαστής για τη βασιμότητα των ισχυρισμών του κατηγορουμένου και να απορρίψει την αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος. Στη συνέχεια ο τελευταίος άσκησε σε βάρος του κατηγορουμένου την από 30-10-2000 αγωγή, (με αρ. κατάθεσης 128366/10835/2000), με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο κατηγορούμενος να του καταβάλει το ως άνω ποσό. Για την αγωγή αυτή εκδόθηκε απόφαση από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε νόμιμη, τάχτηκαν αποδείξεις. Πριν ακόμη ολοκληρωθούν οι αποδείξεις, στις 25-1-2005, οι διάδικοι ήλθαν σε συμφωνία, που περιλήφθηκε στο με ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό. Σ' αυτό ο κατηγορούμενος φέρεται να δηλώνει ότι αποδέχεται την αγωγή και υποσχέθηκε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, με τη μεταβίβαση ακινήτων και μετρητών. Η συμφωνία αυτή δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, απομένοντος ως υπολοίπου για την πλήρη ικανοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος του ποσού των 5.000 ευρώ. Με την εν λόγω συμπεριφορά των κατηγορουμένων, στοιχειοθετείται πλήρως κατά τη νομοτυπική μορφή, τόσο κατά την αντικειμενική όσο και κατά την υποκειμενική της υπόσταση, (από προφανή παραδρομή αναγράφεται για δεύτερη φορά η λέξη αντικειμενική), η αποδιδομένη σ' αυτόν πράξη της απάτης, με αυτουργό τον πρώτο και άμεσο συνεργό το δεύτερο των εκκαλούντων. Τούτο διότι ο πρώτος, προκειμένου να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, έπεισε, με ψευδείς ισχυρισμούς, προς υποστήριξη των οποίων προσκόμισε τις προαναφερόμενες αποδείξεις με ψευδές περιεχόμενο, το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για το αληθές των ισχυρισμών του αυτών, με αποτέλεσμα να εκδώσει απορριπτική απόφαση επί της αιτήσεως του πολιτικώς ενάγοντος, με αντίστοιχη βλάβη του τελευταίου, ενώ ο δεύτερος αν και γνώριζε τι επεδίωκε ο πρώτος υπέγραψε τις δύο από τις πέντε ψευδείς κατά το περιεχόμενο αποδείξεις, παρέχοντας έτσι τα μέσα για την τέλεση της άδικης πράξης της απάτης" . Με βάση τις παραδοχές αυτές το πιο πάνω δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2, εδ. δ' του ΠΚ, καθόσον μετανόησε για την πράξη του και προσπάθησε να άρει τις συνέπειες της πράξης του, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο αφενός μεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του την υπό των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφετέρου δε ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 του ΠΚ, την οποία ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλο τρόπο, παραβίασε. Ως προς τις περί του αντιθέτου δε προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις παρατηρούνται τα εξής: Ειδικότερα, η απόφαση παραθέτει το ιστορικό της συμφωνίας μεταξύ του πολιτικώς ενάγοντος και του κατηγορουμένου για την εξεύρεση από τον τελευταίο ακινήτων στην περιοχή των ...., πλησίον του Αεροδρομίου Αθηνών, για να τα αγοράσει ο εγκαλών, πως θα γινόταν οι διαπραγματεύσεις, καταβολές χρημάτων, οι μεταβιβάσεις, ότι κάποιες αγορές πραγματοποιήθηκαν και αν και ο κατηγορούμενος έλαβε διάφορα χρηματικά ποσά, που αναφέρονται στο διατακτικό, με το οποίο επιτρεπτώς αλληλοσυμπληρώνεται το σκεπτικό, ανερχόμενα συνολικά στο ποσό των 18.510.000 δρχ. για να τα χρησιμοποιήσει για την αγορά συγκεκριμένων ακινήτων, πλην όμως δεν τα κατέβαλε, ούτε τα επέστρεψε σ' εκείνον αν και οχλήθηκε προς τούτο. Έτσι ο πολιτικώς ενάγων άσκησε την από 6-3-2000 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και κατά τη συζήτηση αυτής, στις 19-4-2000, ενώπιον του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε τις μνημονευόμενες πέντε αποδείξεις, που ανεγνώσθησαν, (αυτονοήτως συνάγεται κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, αφού το σημείωμα του κατηγορουμένου έχει μεταγενέστερη ημερομηνία από 24-4-2000), και από τις οποίες προέκυπτε ότι ο κατηγορούμενος είχε καταβάλει στους αναγραφόμενους ως λήπτες σ' αυτές τα αναγραφόμενα σ' αυτές ποσά. Οι αποδείξεις ήσαν ψευδείς κατά το περιεχόμενο, διότι δεν είχαν συναφθεί συμβάσεις, ούτε είχε γίνει πραγματική καταβολή, και με αυτές επεδίωκε να πείσει το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι τα χρήματα που είχε λάβει τα ανάλωσε για τον συμφωνηθέντα σκοπό. Έτσι έπεισε το Δικαστή για τη βασιμότητα των ανωτέρω ισχυρισμών του και απέρριψε την αίτηση. Από την επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό προκύπτει πέραν του αντικειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και η υποκειμενική υπόσταση αυτού. Προς τούτο επισημαίνεται ότι σκοπός του αναιρεσείοντος ήταν το παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στη διατήρηση της περιουσίας του ελεύθερης από οποιοδήποτε νομικό βάρος, βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία του εγκαλούντος, η απαίτηση του οποίου κατέστη επισφαλής, ενόψει του κινδύνου μελλοντικής εκποιήσεως των περιουσιακών στοιχείων του. Επίσης, στη σελίδα 15 του σκεπτικού, επισημαίνεται ότι ο εγκαλών άσκησε σε βάρος του κατηγορουμένου τακτική αγωγή, και πριν ολοκληρωθούν οι αποδείξεις οι διάδικοι ήλθαν σε συμφωνία, και στο σχετικό συμφωνητικό φέρεται ο κατηγορούμενος να αποδέχεται την αγωγή και να υπόσχεται ικανοποίηση των απαιτήσεων του εγκαλούντος, απομένοντος υπολοίπου ποσού 5.000 ευρώ. Ο πρώτος κατηγορούμενος (αναιρεσείων) δικάστηκε για απάτη στο Δικαστήριο και ο δεύτερος κατηγορούμενος δικάστηκε για απλή συνέργεια σ' αυτήν. Συνεπώς δεν γεννάται σύγχυση και είναι αυτονόητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν κάθε κατηγορία. Επίσης δεν υπάρχει ασάφεια ότι ο κατηγορούμενος δικάστηκε στις 14-1-2008 για απάτη στο Δικαστήριο, η δε κατηγορία για υπεξαίρεση συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ότι εκκρεμούσε ακόμη κατά τον ως άνω χρόνο. Δεν επέφερε δε σύγχυση η περιττή, εν προκειμένω, αναφορά του Δικαστηρίου περί μη εφαρμογής των άρθρων 393 και 379 του ΠΚ και μη πλήρους ικανοποιήσεως των απαιτήσεων του πολιτικώς ενάγοντος. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Για να δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, στην περίπτωση που το δικαστήριο εκδίδει απόφαση επί οποιουδήποτε αιτήματος ή ισχυρισμού του κατηγορουμένου, αν δεν ακουσθεί προηγουμένως ο Εισαγγελέας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 138 παρ.2 και 3, 171 παρ. 1, στοιχ. β' και 510 παρ.1, στοιχ. Α του ΚΠΔ, προϋποτίθεται ότι το αίτημα αυτό ή ο ισχυρισμός προβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας (350-368). Ήτοι εάν το αίτημα ή ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας και δη κατά το στάδιο αγορεύσεως του συνηγόρου υπερασπίσεως του κατηγορουμένου (369 ΚΠΔ), δηλαδή και μετά την αγόρευση του Εισαγγελέα, τότε το δικαστήριο δικαίωμα έχει και όχι υποχρέωση, όπως πριν από κάθε απόφασή του για το αίτημα ή τον ισχυρισμό, ακούσει τον Εισαγγελέα. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αιτιάται ότι ο Εισαγγελέας δεν δευτερολόγησε και δεν πρότεινε επί του υποβληθέντος αιτήματος αναγνωρίσεως δια τον αναιρεσείοντα του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ. Ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός προβλήθηκε αόριστα, αφού δεν συνοδευόταν από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ώστε, σε κάθε περίπτωση, δεν χρειαζόταν πρόταση από τον Εισαγγελέα και απάντηση από το Δικαστήριο, το οποίο εκ περισσού απήντησε και τον απέρριψε ως αβάσιμο. Επομένως δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα από μόνο το γεγονός ότι το δικάσαν δικαστήριο δεν άκουσε προηγουμένως τον Εισαγγελέα αναφορικά με το αίτημα για αναγνώριση και του ως άνω ελαφρυντικού, που προέβαλε αόριστα ο συνήγορος του κατηγορουμένου μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και δη κατά το στάδιο αγορεύσεως αυτού, είναι δε αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα. Εξάλλου, έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα δεν νοείται χωρίς αίτηση αυτού. Από τα πρακτικά δε δεν προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας ζήτησε να δευτερολογήσει, ότι ο Πρόεδρος αρνήθηκε, να του δώσει το λόγο και στη συνέχεια προσέφυγε στο Δικαστήριο ο Εισαγγελέας. Ο συνήγορος του απολιπομένου κατηγορουμένου δεν είναι κατηγορούμενος και συνεπώς δεν απολογείται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο διευθύνων τη συζήτηση, μετά την κήρυξη από τον ίδιο της λήξης της αποδεικτικής διαδικασίας και τη, στη συνέχεια, αγόρευση του Εισαγγελέα επί της ενοχής του αναιρεσείοντος, έδωσε το λόγο στον εκπροσωπήσαντα αυτόν συνήγορό του, προκειμένου αυτός να αντιτάξει την υπεράσπιση κατά της αποδιδομένης εις βάρος του πρώτου (κατηγορουμένου) κατηγορίας και εκείνος (συνήγορος του κατηγορουμένου) ζήτησε, όπως από τα ίδια πρακτικά προκύπτει "την απαλλαγή του κατηγορουμένου,... ". Ενόψει τούτων, εφόσον, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, έλαβε τελευταίος το λόγο, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 369 ΚΠΔ, δεν στερήθηκε ο κατηγορούμενος των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων και ο σχετικός λόγος της αιτήσεως, περί απόλυτης ακυρότητας, λόγω του ότι δεν δόθηκε ο λόγος στο συνήγορό του να απολογηθεί πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος κατ' ουσία. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ και 176,183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-2-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 234/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι

(220)ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, που ανέρχεται σε πεντακόσια
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Απριλίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.