← Ελλάδα

ΑΠ 1014/2010 — Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1014 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Χρήση πλαστών πιστοποιητικών, υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση - παράβαση άρθρ. 8, 22 παρ. 6 Ν. 1599/

  1. Αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου που απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως. Απόρριψη ως απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως διότι στρέφεται κατ' αποφάσεως που δεν είναι καταδικαστική και ασκήθηκε από τον ως πληρεξούσιο στη δίκη στο Τριμελές Εφετείο συνήγορο της αναιρεσείουσας με δήλωση - αίτηση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από δικαστικό επιμελητή αντί να ασκηθεί με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ή ενώπιον των λοιπών προβλεπομένων στο άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ αρμοδίων προσώπων, υπό τη συνδρομή των εκεί οριζομένων προϋποθέσεων. Αριθμός 1014/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου Γερμανίας, που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6578/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Νοεμβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1646/
  2. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του, με αριθμό 103/12.3.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 και 513 του Κ.Π.Δ την από 11-11-2009 αίτηση αναιρέσεως της Χ1, κατοίκου Γερμανίας, κατά της υπ' αριθμ. 6578/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη(λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως) η υπ' αριθμ. 3395/4-5-2009 έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 3144/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα: Με την διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του Κ.Π.Δ ορίζεται ότι "με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 473 του ιδίου Κώδικα, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος". Εξάλλου με την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 473 του Κ.Π.Δ ορίζεται ότι "η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ.
  3. Η δήλωση αυτή μπορεί να συμπληρώνει και την αίτηση αναίρεσης που τυχόν ασκήθηκε σύμφωνα με το επόμενο άρθρο και που δεν περιέχει ορισμένους λόγους". Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκείται γενικώς με δήλωση του δικαιουμένου διαδίκου ενώπιον των οριζόμενων στην τελευταία διάταξη οργάνων, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβάνεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η κατ' εξαίρεση άσκηση της αναιρέσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μπορεί να γίνει μόνο αν η αναίρεση στρέφεται κατά καταδικαστικής αποφάσεως, όχι δε και εναντίον οποιασδήποτε άλλης, η οποία δεν έχει τον χαρακτήρα αυτό, όπως είναι και η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη για οποιοδήποτε λόγο (Α.Π 266/2008, ΑΠ. 41/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη με αριθμό 6578/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 3395/4-5-2009 έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης κατά της υπ' αριθμ. 3144/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 13 μηνών για τις αξιόποινες πράξεις της χρήσης πλαστών εγγράφων, υφαρπαγής ψευδών βεβαιώσεων κατ' εξακολούθηση και της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης(άρθρα 8 και 22παρ.6α Ν 1599/1986). Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 11-11-
  4. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, η αίτηση αυτή δεν ασκήθηκε νομοτύπως, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη δεν είναι καταδικαστική. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 11-11-2009 αίτηση αναιρέσεως της Χ1, κατοίκου Γερμανίας, κατά της υπ' αριθμ. 6578/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας. Αθήνα 8 Μαρτίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στο άρθρο 465 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. ορίζεται ότι ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ.
  5. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο προσαρτάται στην σχετική έκθεση κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως που παρέχεται σε εκείνον που καταδικάσθηκε μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί κατά τη συζήτηση. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως για λογαριασμό του καταδικασθέντος από τον παραστάντα στη συζήτηση συνήγορό του παρέχεται μόνο σε καταδικαστική απόφαση, ως τοιαύτη δε θεωρείται εκείνη που κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο τελέσεως κάποιας αξιοποίνου πράξεως και επιβάλλει σ' αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική. Δεν είναι καταδικαστική υπό την άνω έννοια η απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως εκπρόθεσμη. Κατά της αποφάσεως αυτής επιτρέπεται μόνο αναίρεση (άρθρο 476 παρ. 2Κ.Ποιν.Δ) υπό την προϋπόθεση ότι αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 2 και 474 παρ. 1Κ.Ποιν.Δ, προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή τον Προϊστάμενο της Προξενικής Αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων διαμένει ή κατοικεί ο δικαιούμενος. Όταν πρόκειται για αναίρεση κατά καταδικαστικής αποφάσεως αυτή είναι δυνατό να ασκηθεί και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 473 Κ.Ποιν.Δ. Εξάλλου κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα, που οφείλει να ειδοποιήσει τουλάχιστον είκοσι τέσσερις ώρες πριν να εισαχθεί η υπόθεση στο δικαστήριο (συμβούλιο), το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του και μετά από ακρόαση των διαδίκων που θα εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 6578/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως η υπ' αριθμό εκθέσεως 3395/4.5.2009 έφεση είχε ασκήσει η ήδη αναιρεσείουσα κατά της υπ' αριθμό 3144/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε αυτή για τις πράξεις 1) της χρήσεως πλαστών πιστοποιητικών, 2) υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και 3) παραβάσεως των άρθρων 8, 22 παρ. 6 του Ν. 1599/1986 κατ' εξακολούθηση, σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκατριών

(13)μηνών. Την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως άσκησε ως πληρεξούσιός της, ο παραστάς κατά τη δίκη στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση συνήγορος, που εκπροσωπούσε την ήδη αναιρεσείουσα στην δίκη εκείνη ενώπιον του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ασκήθηκε δε η αίτηση αναιρέσεως με την από 11/11/2009 δήλωση- αίτηση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από την προελθούσα στην κοινοποίηση της δικαστικής επιμελήτριας στις 11-11-2009. Η κατά τον τρόπο αυτόν ασκηθείσα ένδικη αίτηση αναιρέσεως δεν είναι παραδεκτή, αφού δεν στρέφεται κατά καταδικαστικής αποφάσεως αλλά κατά αποφάσεως που απέρριψε ως εκπροθέσμως ασκηθείσα την άνω έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της ερήμην της εκδοθείσης πιο πάνω αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κατ' ακολουθίαν η ένδικη από 11/11/2009 αναίρεση κατά της 6578/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει, μετά και την σχετική ειδοποίηση του αντικλήτου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, όπως προκύπτει από την επί του φακέλου επισημείωση του αρμόδιου γραμματέως, να απορριφθεί ως ασκηθείσα ανευ τηρήσεως των διατυπώσεων που ορίζονται από το νόμο, δηλαδή ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11/11/2009 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 6578/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010.- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.