Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1024 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Έκδοση. Περίληψη: Δέχεται τυπικά και εν μέρει κατ’ ουσία. Γνωμοδοτεί ότι δεν πρέπει να εκδοθεί για τις πράξεις που αναφέρονται και φέρονται ότι έχουν τελεστεί από 1-1-99 έως 1-1-
(10)ετών, ανάλογα με την βαρύτητα της φορολογικής παραβάσεως (ΑΠ 2483/2005). Με το ένταλμα αυτό, ζητείται η σύλληψη και η προσαγωγή του εκζητουμένου, ενώπιον της Δικαστικής Αρχής που το εξέδωσε, με σκοπό την άσκηση εναντίον του ποινικής δίωξης, για παράβαση των προαναφερόμενων ποινικών διατάξεων του Γερμανικού Ποινικού Νόμου. Για την περίπτωση δε που αυτός κριθεί ένοχος και επιβληθεί σε βάρος του ποινή στερητική της ελευθερίας, έχει παρασχεθεί η διαβεβαίωση της Γερμανικής Δικαστικής Αρχής(Ο Διοικών Ανώτερος Εισαγγελέας της ULM), ότι ο εκζητούμενος θα διαμεταχθεί για την έκτιση αυτής στην Ελλάδα. Ενόψει δε της μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου να προσαχθεί στο Κράτος έκδοσης του εντάλματος(Γερμανία), αρμόδια Δικαστική Αρχή να αποφασίσει για την εκτέλεση του εντάλματος, είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου έχει συλληφθεί ο εκζητούμενος, κατά της αποφάσεως του οποίου ασκήθηκε η κρινόμενη έφεση. Από το ένδικο ένταλμα σύλληψης, το οποίο προσκομίζεται σε πρωτότυπο και μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα, προκύπτει ότι οι πράξεις για τις οποίες διώκεται ο εκζητούμενος, προς άσκηση εναντίον του της ποινικής δίωξης, φέρονται να έχουν τελεστεί, από το έτος 1999 έως το μήνα Νοέμβριο του έτους 2005 στην πόλη ULM της Γερμανίας, όπου διατηρούσε εστιατόριο με την επωνυμία "........". Συνίστανται δε οι πράξεις αυτές, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο εκδοθέν πιο πάνω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, στο ότι, "για τον διωκόμενο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι δεν καταχώρησε μεγάλο μέρος του τζίρου για τα έτη από 1999 έως και το Νοέμβριο 2005 στα βιβλία του εστιατορίου που διατηρούσε στο ULM Γερμανίας, με την επωνυμία ".......", όπως επίσης, δεν ανέφερε τα μεγέθη αυτά στις φορολογικές αρχές του ULM Γερμανίας, διαφεύγοντας με τον τρόπο αυτό φόρους από εισόδημα, εμπόριο και τζίρο περισσότερα από 385.000 ευρώ". Στην προκείμενη, όμως, περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται από το Κράτος, που ζητεί την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης, και από τον εκζητούμενο και υπάρχουν στη δικογραφία, συμπεριλαμβανομένων των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, και όσα εξέθεσε ο εκκαλών-εκζητούμενος, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, προφορικά, καθώς και με την έφεση και τα έγγραφα υπομνήματά του, προέκυψαν τα ακόλουθα: Όπως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του, από 26-7-2007, ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εκδόθηκε από τον Εισαγγελία του ULM, αλλά και από τη με χρονολογία 11 Μαρτίου 2008 βεβαίωση της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας της Ούλμ της Γερμανίας, με τους συνημμένους σ' αυτή πίνακες, που προσκομίστηκαν συμπληρωματικά, μετά την έκδοση της υπ' αριθμό 383/2008 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, οι αποδιδόμενες στον εκκαλούντα-εκζητούμενο πράξεις φοροδιαφυγής, φέρουν τον χαρακτήρα πλημμελήματος και τιμωρούνται σύμφωνα με το άρθρο 370 του Γερμανικού νόμου, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή. Οι πράξεις αυτές, φέρονται να έχουν τελεστεί στην πόλη ULM της Γερμανίας, από τα έτη 1999 έως το μήνα Νοέμβριο του έτους
- Μάλιστα δε, σύμφωνα και με το άρθρο 78 εδ. 3 αρ. 4 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα, οι πράξεις αυτές παραγράφονται, μετά τη συμπλήρωση πενταετίας από την αποπεράτωση της πράξης, ενώ ο χρόνος της παραγραφής διακόπτεται με την έκδοση του δικαστικού εντάλματος και στη συγκεκριμένη περίπτωση από την 21-12-2005, που σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα δίωξης, σύμφωνα με το άρθρο 78 εδ. 3 αρ. 1 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα, παραγράφεται το αργότερο, όταν από την έναρξη της προθεσμίας παραγραφής, έχει περάσει ο διπλάσιος χρόνος της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας. Ενόψει, όμως, του γεγονότος, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο χρόνος παραγραφής των αποδιδόμενων στον εκζητούμενο πράξεων, κατά την επικρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη των μελών του, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννου Παπουτσή και Νικολάου Ζαΐρη, Αρεοπαγιτών, λαμβάνεται υπόψη, κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, γίνεται δεκτό κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, ότι όσες από τις αποδιδόμενες στον εκζητούμενο πράξεις, φέρονται να έχουν τελεστεί από 1-1-1999 και εφεξής, μέχρι τη συμπλήρωση πενταετίας από της τέλεσής τους, ήτοι μέχρι την 1-1-2004, και, ανάγονται στο ως άνω χρονικό διάστημα, έχουν υποκύψει σε παραγραφή, γεγονός που, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, των ως άνω μελών του Δικαστηρίου, δεν συντρέχει λόγος έκδοσής του, για όσες πράξεις, από εκείνες που του αποδίδονται, εμπίπτουν στο χρονικό αυτό διάστημα. Σημειώνεται επίσης, ότι, από τους πίνακες της ως άνω Οικονομικής Υπηρεσίας της Ούλμ Γερμανίας, που προαναφέρθηκαν, δεν διευκρινίζονται και δεν προσδιορίζονται επ' ακριβώς, οι χρόνοι τέλεσης των μερικότερων πράξεων, που αποδίδονται στον εκκαλούντα-εκζητούμενο. Μετά από αυτά, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση του εκζητούμενου, να μεταρρυθμιστεί η απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, κατά τη διάταξη για τη γνωμοδότηση υπέρ της έκδοσης του, για όσες μερικότερες πράξεις αναφέρονται στο ένταλμα και ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1999 έως 1 Ιανουαρίου
- Αντίθετα, ως προς τις λοιπές πράξεις, που ανάγονται στο μετά την 1-1-2004 χρονικό διάστημα, έως και το μήνα Νοέμβριο του έτους 2005, το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις της έκδοσης του εκκαλούντος, δεν υπέπεσε σε κανένα σφάλμα πραγματικό ή νομικό και η έφεσή του, κατά το μέρος αυτό, με τους λόγους της οποίας υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Κατά τη γνώμη όμως του προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Κούκλη και του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Λυκούδη, θα έπρεπε να απορριφθεί εξ ολοκλήρου, ως αβάσιμη, η έφεση. Τούτο δε, διότι, το αδίκημα της φοροδιαφυγής αφορά αξιόποινη πράξη, η οποία στρέφεται κατά εννόμων αγαθών, που ανήκουν αποκλειστικά στην Ελληνική έννομη τάξη και η προσβολή των εννόμων αυτών αγαθών πληροί την αντικειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος μόνο εφόσον είναι συνδεδεμένα με την ημεδαπή έννομη τάξη. Κατά συνέπεια, ο δράστης πράξης, η οποία συνιστά παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας άλλου κράτους δεν μπορεί να διωχθεί στην Ελλάδα, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση στοιχειοθετείται άλλο έγκλημα και, επομένως, δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως (αρ. 11 περ. ν. 3251/2004). Αυτό έχει ως συνέπεια ότι δεν δύναται να ερευνηθεί, αν η πράξη αυτή έχει παραγραφεί, κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, και συνακόλουθα, δεν συντρέχει η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 11 περ. δ πιο πάνω περίπτωση απαγόρευσης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Το γεγονός δε, ότι το αδίκημα της φοροδιαφυγής που τελέστηκε στην Γερμανία, δεν τιμωρείται στην Ελλάδα, δεν εμποδίζει την έκδοση του δράστη του αδικήματος αυτού, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 10 παρ. 1 περ. α εδ. β του ν. 3251/2004, αλλά των διατάξεων ν. 1017/1980 για αμοιβαία δικαστική αρωγή μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδος. Συνεπώς, και εφόσον, συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ανωτέρω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος ορθώς έκρινε και γι' αυτό θα έπρεπε να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη έφεση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τυπικά και εν μέρει κατ' ουσία την έφεση κατά της υπ' αριθμό 3/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό. Γνωμοδοτεί, ότι δεν πρέπει να εκδοθεί ο εκζητούμενος Χ1, για τις πράξεις που αναφέρονται στο από 26 Ιουλίου 2007-35 Js 10483/07 Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης της Εισαγγελίας Ούλμ Γερμανίας και φέρονται να έχουν τελεστεί στο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 1-1-2004, μεταρρυθμιζομένης, κατά τούτο της εκκαλούμενης απόφασης. Και Απορρίπτει την έφεση κατά τα λοιπά. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2008 Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ