← Ελλάδα

ΑΠ 1024/2008 — Έκδοση

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1024 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Έκδοση. Περίληψη: Δέχεται τυπικά και εν μέρει κατ’ ουσία. Γνωμοδοτεί ότι δεν πρέπει να εκδοθεί για τις πράξεις που αναφέρονται και φέρονται ότι έχουν τελεστεί από 1-1-99 έως 1-1-

  1. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την έφεση. Αριθμός 1024/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε σύμφωνα με την 57/01.04.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 και 15 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη, κατά της υπ' αριθμ. 3/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του 26.07.2007-35 Js 10483/2007 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της Εισαγγελίας Ούλμ της Γερμανίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 1/09.01.2008 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Λάρισας, Μαγδαληνής Γκιτέρσου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 119/
  2. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος-εκζητουμένου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να μη γίνει δεκτή η έφεση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κλπ", σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου, επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον Γραμματέα Εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως, η υπό κρίση, από 9 Ιανουαρίου 2008, με αριθμό έκθεσης 1/2008, έφεση του Χ1, κατά της 3/8-1-2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με την οποία αποφασίστηκε η εκτέλεση του από 26-7-2007-35 Js 10483/07 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης της Εισαγγελίας ULM Γερμανίας, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του παραπάνω Εφετείου, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσία. Από τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3251/2004 "για το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης....", με την οποία καθορίζεται η έννοια του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, συνάγεται ότι η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, από τις ελληνικές δικαστικές αρχές, στην περίπτωση που ζητείται η παράδοση Έλληνα πολίτη από άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προς το σκοπό άσκησης ποινικής διώξεως εναντίον του, εξαρτάται από τη συνδρομή ορισμένων γενικών προϋποθέσεων, που πρέπει να συντρέχουν για την εκτέλεση κάθε ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια του προσώπου, του οποίου ζητείται η παράδοση και το σκοπό έκδοσης του εντάλματος. Πρώτη δε θεμελιώδης προϋπόθεση για την εκτέλεση οιουδήποτε ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, είναι η αξιόποινη πράξη για την οποία εκδόθηκε το ένταλμα, να τιμωρείται σύμφωνα με τους νόμους του κράτους έκδοσης του εντάλματος, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο στερητικό τη ελευθερίας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον 12 μηνών(άρθρο 10 παρ. 1 περ. α του ν. 3251/2004). Δεύτερη δε προϋπόθεση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, είναι η συνδρομή του όρου του διττού αξιοποίνου, δηλαδή, η αξιόποινη πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, να συνιστά έγκλημα και σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους(άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α.ν. 3251/2004). Αν, όμως, το ευρωπαϊκό ένταλμα αφορά σε αξιόποινη πράξη, η οποία ρητά αναφέρεται στον κατάλογο της παρ. 4 του άρθρου 2 του άρθρου 10 ν. 3251/2004 και τιμωρείται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον 3 ετών, η Ελλάδα υποχρεούται να εκτελέσει το ένταλμα, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει το αξιόποινο της προαναφερόμενης πράξης σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο. Αν δε το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, προκειμένου να ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη, είναι Έλληνας πολίτης, απαγορεύεται η εκτέλεση του εντάλματος, εφόσον διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη (άρθρο 11 περ. η εδ. α του ν. 3251/2004). Καθιερώνεται με τον τρόπο αυτό ένας υποχρεωτικός λόγος μη εκτέλεσης του εντάλματος, σε αντίθεση με το νόμο-πλαίσιο, που προέβλεψε την περίπτωση αυτή, ως δυνητικό λόγο μη εκτέλεσης του εντάλματος (άρθρο 4 παρ. 2). Περαιτέρω, αρνητική προϋπόθεση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, είναι η μη επέλευση της παραγραφής, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρο 11 εδ. δ του ν. 3251/2004). Σύμφωνα λοιπόν με την διάταξη αυτή, η οποία ορίζει, ότι "η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις, αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους". Από τη διάταξη αυτή, με την οποία ρυθμίζονται οι περιπτώσεις εκείνες, όπου η δικαστική αρχή που καλείται να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, υποχρεούται να αρνηθεί την εκτέλεση του, με σαφήνεια προκύπτει, ότι καθιερώνεται απαγορευτική διάταξη για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 11 του ως άνω νόμου, και όταν η πράξη για την οποία καλείται η δικαστική αρχή να αποφασίσει για την εκτέλεση του εντάλματος αυτού, και, στην προκείμενη περίπτωση οι ελληνικές δικαστικές αρχές, έχει υποκύψει σε παραγραφή, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Δικαιολογητικός λόγος της ρυθμίσεως αυτής, είναι η ανακοπή του μέτρου της έκδοσης του εκζητούμενου στην περίπτωση, που κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο της πράξεως, λόγω παρέλευσης του χρόνου της παραγραφής. Τούτο, γιατί, σε διαφορετική περίπτωση κατά την οποία παρά την πάροδο του χρόνου της παραγραφής, κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ο χρόνος παραγραφής για το συγκεκριμένο αδίκημα, είναι μεγαλύτερος κατά τους νόμους της Χώρας, η οποία επιδιώκει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, τότε θα έπρεπε να προβλέπεται ρητά, ότι ακόμη και στην περίπτωση που έχει παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, είναι υποχρεωμένες οι ελληνικές δικαστικές αρχές, να εκτελέσουν το ένταλμα σύλληψης. Ανάλογη, όμως, ρύθμιση δεν διαλαμβάνεται στο κείμενο της ως άνω διάταξης, γεγονός το οποίο υποδηλοί προφανώς, ότι δεν υφίσταται αντίστοιχα υποχρέωση των ελληνικών αρχών, να εκτελέσουν το σχετικό ένταλμα σύλληψης. Επιπρόσθετα, γιατί, σε διαφορετική περίπτωση κατά την οποία, ενώ, έχει παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, εκτελεστεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, τότε αναμφισβήτητα ο θεσμός της παραγραφής, ως θεσμός δημόσιας τάξης, θα τίθεται εκ ποδών και χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα, υπό την αυτονόητη βέβαια προϋπόθεση, ότι υφίσταται ταυτότητα του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, ως πλημμελήματος ή κακουργήματος. Καθιερώνεται με τον τρόπο αυτό ένας υποχρεωτικός λόγος μη εκτέλεσης του εντάλματος, σε αντίθεση με το νόμο-πλαίσιο, η οποία προέβλεψε την περίπτωση αυτή, ως δυνητικό λόγο μη εκτέλεσης του εντάλματος (άρθρο 4 παρ. 2). Σημειώνεται ότι, η άρνηση των ελληνικών αρχών να εκτελέσει το συγκεκριμένο ένταλμα, τελεί πάντοτε υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, της συνδρομής και της υπό στοιχείο β του άρθρου 11 εδ. δ του ν. 3251/2004 περιπτώσεως, του ότι δηλαδή η αξιόποινη πράξη, για την οποία ζητείται η εκτέλεση του ως άνω εντάλματος, υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Συνακόλουθα, αν ο εκζητούμενος είναι Έλληνας πολίτης, που τέλεσε έγκλημα στην αλλοδαπή και υποτεθεί ότι θα δικαζόταν στην Ελλάδα, θα εφαρμόζονταν οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι με βάση την αρχή της ενεργητικής προσωπικότητας (άρθρο 6 του Π.Κ.). Σε διαφορετική περίπτωση, κατά την οποία δεν υφίσταται αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών, για την αξιόποινη πράξη, για την οποία ζητείται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος, καθίσταται πλέον ή βέβαιο, ότι δεν μπορούν οι ελληνικές δικαστικές αρχές, να αρνηθούν την εκτέλεση του εντάλματος αυτού. Σε κάθε δε περίπτωση, αν ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον προσώπου για έγκλημα που τέλεσε π.χ. στην ημεδαπή, αλλά σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο έχει συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής του, απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ακόμη και αν συντρέχει η ειδική περίπτωση της περ. η του άρθρου 11 του ν. 3251/2004 (διασφάλιση επιστροφής του στην Ελλάδα για την έκτιση της επιβληθείσας ποινής ή μέτρου ασφαλείας). Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, αντίστοιχα δε, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, επιτρέπεται η εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, εάν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστο δώδεκα μηνών, επίσης δε, το ένταλμα εκτελείται, κατά το στοιχ. β' της ανωτέρω παραγράφου 1, εφόσον τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης αυτού καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή ως κακούργημα, ενώ, τέλος, κατά την παρ. 2 του αμέσως πιο πάνω άρθρου, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών. Εξ' άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, και 18, του Ν. 2523/1997, το προβλεπόμενο σε αυτές αδίκημα της φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος παραλείπει να υποβάλλει δήλωση ή υποβάλλει ανακριβή δήλωση αποκρύπτοντας καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή εισοδήματος(άρθρο 17), ή δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς στο Δημόσιο τους φόρους, τέλη κ.λ.π, που προβλέπονται στο άρθρο 18 του νόμου αυτού. Κατά δε το άρθρο 21 παρ. 10 εδ. α του ίδιου νόμου(2523/1997) "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Τέλος, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Π.Κ., οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη, που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέστηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέστηκε. Αποκλείεται όμως, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 περ. β του Π.Κ., η ποινική δίωξη, αν σύμφωνα με τον αλλοδαπό νόμο, η πράξη έχει παραγραφεί (ΑΠ 1059/2001 Π.Χ ΝΒ- 356).) Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και εωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Η κύρια διαδικασία όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320, 321, 339, 340, και 343 ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως, αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο, ή του κλητήριου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, και 484, του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ως συμβούλιο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής, οφείλει να εξαφανίσει το προσβαλλόμενο βούλευμα. Στην προκείμενη περίπτωση, ο εκκαλών ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, υποστήριξε με όσα ανέπτυξε προφορικά στο ακροατήριο, ότι η αξιόποινη πράξη για την οποία εκδόθηκε το ένταλμα σύλληψης, διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος, τόσο κατά το Γερμανικό, όσο και κατά το Ελληνικό δίκαιο, και ως εκ τούτου, προκύπτει η συνδρομή της πιο πάνω περιπτώσεως δ του άρθρου 11 του ν. 3251/2004 απαγορεύσεως εκτελέσεως του, έχει δε υποκύψει σε παραγραφή σύμφωνα με το άρθρο 111 παρ. 3 του Π.Κ. Ειδικότερα, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο εκζητούμενος και ο παραστάς συνήγορός του προφορικώς, προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του, από 26-7-2007-35 Js 10483/07, Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εκδόθηκε από την Εισαγγελία ULM Γερμανίας, κατά του εκκαλούντος Χ
  3. Ειδικότερα, με το υπ' αριθμό 43/18-12-2007 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, διαβιβάστηκε στο Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, το από 26-7-2007 ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης των Γερμανικών Αρχών, που εκδόθηκε από την Εισαγγελία ULM Γερμανίας και αφορά τον εκζητούμενο με τα σχετικά συνοδευτικά έγγραφα, προκειμένου να συζητηθεί η εκτέλεση του πιο πάνω εντάλματος σε βάρος του, ο οποίος κρατήθηκε από 8-1-2008 στις δικαστικές φυλακές Λάρισας, μετά την έκδοση του εκκαλούμενου βουλεύματος. Η Εισαγγελική Αρχή του ULM της Γερμανίας, εξέδωσε το πιο πάνω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, που εκδόθηκε δυνάμει του από 24-7-2007 εντάλματος σύλληψης του Εισαγγελέα της BISCHOFBERGER, σε βάρος του εκκαλούντος-εκζητουμένου, ο οποίος διώκεται, για δέκα επτά

(17)περιπτώσεις, για την αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από το Γερμανικό Ποινικό Νόμο (άρθρο 370 του Κώδικα περί Οικονομικών και άρθρο 53 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα), με στερητική της ελευθερίας ποινή πέντε
(5)ετών (για κάθε επί μέρους πράξη), η δε πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά του Ελληνικούς Ποινικούς νόμους (άρθρα 17 και 18 του Ν. 2523/1997 και 93 Ν. 2238/1994), τιμωρούμενη με ποινή φυλακίσεως μέχρι πέντε
(5)ετών ή καθείρξεως μέχρι δέκα
(10)ετών, ανάλογα με την βαρύτητα της φορολογικής παραβάσεως (ΑΠ 2483/2005). Με το ένταλμα αυτό, ζητείται η σύλληψη και η προσαγωγή του εκζητουμένου, ενώπιον της Δικαστικής Αρχής που το εξέδωσε, με σκοπό την άσκηση εναντίον του ποινικής δίωξης, για παράβαση των προαναφερόμενων ποινικών διατάξεων του Γερμανικού Ποινικού Νόμου. Για την περίπτωση δε που αυτός κριθεί ένοχος και επιβληθεί σε βάρος του ποινή στερητική της ελευθερίας, έχει παρασχεθεί η διαβεβαίωση της Γερμανικής Δικαστικής Αρχής(Ο Διοικών Ανώτερος Εισαγγελέας της ULM), ότι ο εκζητούμενος θα διαμεταχθεί για την έκτιση αυτής στην Ελλάδα. Ενόψει δε της μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου να προσαχθεί στο Κράτος έκδοσης του εντάλματος(Γερμανία), αρμόδια Δικαστική Αρχή να αποφασίσει για την εκτέλεση του εντάλματος, είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου έχει συλληφθεί ο εκζητούμενος, κατά της αποφάσεως του οποίου ασκήθηκε η κρινόμενη έφεση. Από το ένδικο ένταλμα σύλληψης, το οποίο προσκομίζεται σε πρωτότυπο και μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα, προκύπτει ότι οι πράξεις για τις οποίες διώκεται ο εκζητούμενος, προς άσκηση εναντίον του της ποινικής δίωξης, φέρονται να έχουν τελεστεί, από το έτος 1999 έως το μήνα Νοέμβριο του έτους 2005 στην πόλη ULM της Γερμανίας, όπου διατηρούσε εστιατόριο με την επωνυμία "........". Συνίστανται δε οι πράξεις αυτές, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο εκδοθέν πιο πάνω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, στο ότι, "για τον διωκόμενο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι δεν καταχώρησε μεγάλο μέρος του τζίρου για τα έτη από 1999 έως και το Νοέμβριο 2005 στα βιβλία του εστιατορίου που διατηρούσε στο ULM Γερμανίας, με την επωνυμία ".......", όπως επίσης, δεν ανέφερε τα μεγέθη αυτά στις φορολογικές αρχές του ULM Γερμανίας, διαφεύγοντας με τον τρόπο αυτό φόρους από εισόδημα, εμπόριο και τζίρο περισσότερα από 385.000 ευρώ". Στην προκείμενη, όμως, περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται από το Κράτος, που ζητεί την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης, και από τον εκζητούμενο και υπάρχουν στη δικογραφία, συμπεριλαμβανομένων των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, και όσα εξέθεσε ο εκκαλών-εκζητούμενος, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, προφορικά, καθώς και με την έφεση και τα έγγραφα υπομνήματά του, προέκυψαν τα ακόλουθα: Όπως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του, από 26-7-2007, ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εκδόθηκε από τον Εισαγγελία του ULM, αλλά και από τη με χρονολογία 11 Μαρτίου 2008 βεβαίωση της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας της Ούλμ της Γερμανίας, με τους συνημμένους σ' αυτή πίνακες, που προσκομίστηκαν συμπληρωματικά, μετά την έκδοση της υπ' αριθμό 383/2008 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, οι αποδιδόμενες στον εκκαλούντα-εκζητούμενο πράξεις φοροδιαφυγής, φέρουν τον χαρακτήρα πλημμελήματος και τιμωρούνται σύμφωνα με το άρθρο 370 του Γερμανικού νόμου, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή. Οι πράξεις αυτές, φέρονται να έχουν τελεστεί στην πόλη ULM της Γερμανίας, από τα έτη 1999 έως το μήνα Νοέμβριο του έτους
  1. Μάλιστα δε, σύμφωνα και με το άρθρο 78 εδ. 3 αρ. 4 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα, οι πράξεις αυτές παραγράφονται, μετά τη συμπλήρωση πενταετίας από την αποπεράτωση της πράξης, ενώ ο χρόνος της παραγραφής διακόπτεται με την έκδοση του δικαστικού εντάλματος και στη συγκεκριμένη περίπτωση από την 21-12-2005, που σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα δίωξης, σύμφωνα με το άρθρο 78 εδ. 3 αρ. 1 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα, παραγράφεται το αργότερο, όταν από την έναρξη της προθεσμίας παραγραφής, έχει περάσει ο διπλάσιος χρόνος της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας. Ενόψει, όμως, του γεγονότος, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο χρόνος παραγραφής των αποδιδόμενων στον εκζητούμενο πράξεων, κατά την επικρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη των μελών του, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννου Παπουτσή και Νικολάου Ζαΐρη, Αρεοπαγιτών, λαμβάνεται υπόψη, κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, γίνεται δεκτό κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, ότι όσες από τις αποδιδόμενες στον εκζητούμενο πράξεις, φέρονται να έχουν τελεστεί από 1-1-1999 και εφεξής, μέχρι τη συμπλήρωση πενταετίας από της τέλεσής τους, ήτοι μέχρι την 1-1-2004, και, ανάγονται στο ως άνω χρονικό διάστημα, έχουν υποκύψει σε παραγραφή, γεγονός που, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, των ως άνω μελών του Δικαστηρίου, δεν συντρέχει λόγος έκδοσής του, για όσες πράξεις, από εκείνες που του αποδίδονται, εμπίπτουν στο χρονικό αυτό διάστημα. Σημειώνεται επίσης, ότι, από τους πίνακες της ως άνω Οικονομικής Υπηρεσίας της Ούλμ Γερμανίας, που προαναφέρθηκαν, δεν διευκρινίζονται και δεν προσδιορίζονται επ' ακριβώς, οι χρόνοι τέλεσης των μερικότερων πράξεων, που αποδίδονται στον εκκαλούντα-εκζητούμενο. Μετά από αυτά, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση του εκζητούμενου, να μεταρρυθμιστεί η απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, κατά τη διάταξη για τη γνωμοδότηση υπέρ της έκδοσης του, για όσες μερικότερες πράξεις αναφέρονται στο ένταλμα και ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1999 έως 1 Ιανουαρίου
  2. Αντίθετα, ως προς τις λοιπές πράξεις, που ανάγονται στο μετά την 1-1-2004 χρονικό διάστημα, έως και το μήνα Νοέμβριο του έτους 2005, το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις της έκδοσης του εκκαλούντος, δεν υπέπεσε σε κανένα σφάλμα πραγματικό ή νομικό και η έφεσή του, κατά το μέρος αυτό, με τους λόγους της οποίας υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Κατά τη γνώμη όμως του προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Κούκλη και του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Λυκούδη, θα έπρεπε να απορριφθεί εξ ολοκλήρου, ως αβάσιμη, η έφεση. Τούτο δε, διότι, το αδίκημα της φοροδιαφυγής αφορά αξιόποινη πράξη, η οποία στρέφεται κατά εννόμων αγαθών, που ανήκουν αποκλειστικά στην Ελληνική έννομη τάξη και η προσβολή των εννόμων αυτών αγαθών πληροί την αντικειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος μόνο εφόσον είναι συνδεδεμένα με την ημεδαπή έννομη τάξη. Κατά συνέπεια, ο δράστης πράξης, η οποία συνιστά παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας άλλου κράτους δεν μπορεί να διωχθεί στην Ελλάδα, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση στοιχειοθετείται άλλο έγκλημα και, επομένως, δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως (αρ. 11 περ. ν. 3251/2004). Αυτό έχει ως συνέπεια ότι δεν δύναται να ερευνηθεί, αν η πράξη αυτή έχει παραγραφεί, κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, και συνακόλουθα, δεν συντρέχει η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 11 περ. δ πιο πάνω περίπτωση απαγόρευσης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Το γεγονός δε, ότι το αδίκημα της φοροδιαφυγής που τελέστηκε στην Γερμανία, δεν τιμωρείται στην Ελλάδα, δεν εμποδίζει την έκδοση του δράστη του αδικήματος αυτού, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 10 παρ. 1 περ. α εδ. β του ν. 3251/2004, αλλά των διατάξεων ν. 1017/1980 για αμοιβαία δικαστική αρωγή μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδος. Συνεπώς, και εφόσον, συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ανωτέρω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος ορθώς έκρινε και γι' αυτό θα έπρεπε να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη έφεση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τυπικά και εν μέρει κατ' ουσία την έφεση κατά της υπ' αριθμό 3/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό. Γνωμοδοτεί, ότι δεν πρέπει να εκδοθεί ο εκζητούμενος Χ1, για τις πράξεις που αναφέρονται στο από 26 Ιουλίου 2007-35 Js 10483/07 Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης της Εισαγγελίας Ούλμ Γερμανίας και φέρονται να έχουν τελεστεί στο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 1-1-2004, μεταρρυθμιζομένης, κατά τούτο της εκκαλούμενης απόφασης. Και Απορρίπτει την έφεση κατά τα λοιπά. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου
  3. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2008 Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.