Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1025 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Αναίρεση μερική, Νομιμοποίηση εσόδων, Επεκτατικό αποτέλεσμα, Λαθρομεταναστών μεταφορά. Περίληψη: Αλλοδαποί. Μεταφορά κλπ λαθρομεταναστών. Παράβαση άρθρων 55 ν. 2910/2001, 37 παρ. 1γ ν. 3153/
(7)ετών. Ειδικότερα, ως προς την τελευταία παράβαση του ν. 2331/1995, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για το ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 21-7-03 έως 26-7-03, με σκοπό να συγκαλύψει την αληθινή τους προέλευση, κατέθεσε σε λογαριασμούς διαφόρων τραπεζών (ΕΤΕ, WESTERN UNION κ.λπ.) στο όνομα του Γ1 και της Γ2 διάφορα σημαντικά χρηματικά ποσά, των οποίων το συνολικό ύψος ανέρχεται στο ποσό των 10.500 ευρώ, που προέρχονται από την εγκληματική δραστηριότητα της εκβίασης και της παράνομης προώθησης στο εσωτερικό της χώρας, της διευκόλυνσης προώθησης και εξασφάλισης καταλύματος για απόκρυψη 48 λαθρομεταναστών, πράξεις με τις οποίες μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε ως δράστης ο ίδιος. Με την καταδικαστική του αυτή κρίση, ως προς την εν λόγω πράξη, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών ορθώς εφάρμοσε τον Ν. 2331/1995, ο δε ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το δικάσαν Δικαστήριο, κατ'εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι μπορούν να συρρέουν αληθώς στο πρόσωπο του ίδιου αυτουργού, η κύρια εγκληματική δραστηριότητα και η παράβαση του άρθρου 2 του ν. 2331/1995, πρέπει, επίσης, να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως αναφέρεται παραπάνω, η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα με το δράστη της νομιμοποίησης αυτών, αποκλείεται μόνο στην περίπτωση παροχής συνδρομής σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις, όπως στην προκείμενη, ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα, μπορεί να είναι ακόμη και ο υπαίτιος ενός από τα βασικά εγκλήματα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, με στοιχείο 1.Ι πρόσθετος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις αντίθετες μερικότερες αιτιάσεις του, είναι αβάσιμος. Αντιθέτως, το Πενταμελές Εφετείο, με το να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο με την προσβαλλόμενη 2748/22-11-2006 απόφασή του, όταν ήδη είχε τεθεί σε ισχύ (από τις 13/12/05), ο Ν. 3424/2005, για νομιμοποίηση εγκληματικής προσόδου που προήλθε από τις τελεσθείσες από τον ίδιο πράξεις της εκβίασης, από την οποία προέκυψε περιουσία 10.500 ευρώ, που έγινε δεκτό ότι προήλθε από τις προηγηθείσες πράξεις της εκβίασης , καίτοι κατά τον χρόνο εκδίκασης της πράξης την 22- 11-
- δεν προβλέπονταν μεταξύ των βασικών εγκλημάτων του αρ. 1 παρ. 1 του Ν. 2331/95 και η εκβίαση, από την οποία προέκυψε περιουσία μικρότερη των 15.000 ευρώ, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του Ν. 2331/1995, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τον Ν. 3424/13.12.2005, και ο οποίος εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρ.2 του ΠΚ, ως επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο . Όμως η εσφαλμένη αυτή παραδοχή του Δικαστηρίου της ουσίας δεν επιδρά στο αξιόποινο της πράξεως για την οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων, αφού είναι αδιάφορο αν, η νομιμοποίηση της εγκληματικής προσόδου των 10.500 ευρώ, προήλθε από εγκληματική δραστηριότητά του, που έχει σχέση με ένα ή περισσότερα εγκλήματα, αφού αυτός ένα αδίκημα τέλεσε και μία ποινή για την πράξη αυτή του επιβλήθηκε. Στην προκειμένη δε περίπτωση, αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος ότι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η νομιμοποίηση της εγκληματικής προσόδου των 10.500 ευρώ προήλθε από εγκληματική δραστηριότητα της παράνομης προώθησης κλπ των 48 λαθρομεταναστών. Είναι ,όμως , προφανές, ότι, εφόσον το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι το εν λόγω έγκλημα της νομιμοποίησης της προσόδου των 10.500 ευρώ προήλθε από μεγαλύτερη εγκληματική δραστηριότητα, δηλαδή και από εκβίαση, από την οποία δεν προέκυψε περιουσία που να υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ, η παραδοχή αυτή επιδρά στην επιμέτρηση της ποινής, αφού, κατ' αυτήν λαμβάνεται υπόψη η βαρύτητα του εγκλήματος (79 παρ.2 ΠΚ) . Επομένως, ο από το άρθρο. 510 παρ. 1 εδ. Ε' του ΚΠΔ με στοιχείο
- ΙΙ, πρόσθετος λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του ν . 2331/1995, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τον Ν. 3424/13.12.2005, με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, είναι βάσιμος και πρέπει, να γίνει δεκτός. IV. Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς τις πράξεις, της εκβίασης από κοινού, τελεσμένης και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση (άρ.385 παρ.1α ΠΚ) και της νομιμοποίησης εσόδων από την εγκληματική δραστηριότητα της παράνομης προώθησης στη χώρα και εξασφάλιση καταλύματος για απόκρυψη λαθρομεταναστών, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των δύο πιο πάνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 42, 98, Π.Κ., 1 παρ. 1 στοιχ. αδ' και 55 παρ.1α περ. γ του ν. 2910/2001, όπως τροπ.με άρ. 37 ν. 3153/2003 και αρ. 1περ.αδ, 2 παρ.1, 5 του ν. 2331/1995, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Σημειώνεται δε, ότι στην προκειμένη υπόθεση και σε σχέση με το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, όπου ταυτίζεται το ενεργητικό υποκείμενο του βασικού εγκλήματος, από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα με τον δράστη της νομιμοποιήσεως, όπως στην προκείμενη υπόθεση, η προσβαλλόμενη απόφαση, με την αναφορά στο σκεπτικό και στο διατακτικό ότι ο αναιρεσείων μεταβίβασε περιουσία και κατέθεσε σε λογαριασμούς διαφόρων τραπεζών στο όνομα τρίτων το συνολικό ποσό των 10.500 ευρώ με σκοπό να συγκαλύψει την προέλευσή τους, από την εγκληματική δραστηριότητα της παράνομης προώθησης, διευκόλυνσης της προώθησης στη χώρα και εξασφάλισης καταλύματος για απόκρυψη λαθρομεταναστών (ανεξάρτητα από την πλημμεληματικό ή κακουργηματικό χαρακτήρα της εγκληματικής αυτής δραστηριότητας), διαλαμβάνει, το απαιτούμενο από τον ν. 3424/2005 επιπλέον στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως, ότι δηλαδή η τέλεση των εγκλημάτων αυτών εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό δράσης του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από την προαναφερόμενη εγκληματική δραστηριότητα, κατ' εξακολούθηση, δεν απαιτείται η αναφορά των επιπλέον στοιχείων που αναφέρει ο αναιρεσείων στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης. Ειδικότερα , κατά τις πιο πάνω παραδοχές τις αποφάσεως, το συνολικό ποσό των 10.500 ευρώ προέρχονταν εξ ολοκλήρου και αυτοτελώς από κάθε μία από τις δύο αυτές εγκληματικές δραστηριότητες . Επίσης, για τον προσδιορισμό του κατ' εξακολούθηση τελεσθέντος πιο πάνω εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από τις πιο πάνω παράνομες πράξεις, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται τα επιμέρους ποσά που φέρεται να κατέθεσε ο αναιρεσείων, το πότε έγιναν αυτές οι επιμέρους καταβολές, ούτε και ο χρόνος τελέσεως εκάστου. Η εξειδίκευση των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος απαιτείται μόνο όταν αυτή ασκεί επιρροή στην παραγραφή ή στην ταυτότητα της πράξεως, ή στην περίπτωση κατά την οποία για μία από ή για περισσότερες τις επί μέρους πράξεις συντρέχει λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου ή απαραδέκτου ή αναστολής της διώξεως ή ανεγκλήτου κλπ, περιπτώσεις, δηλαδή στις οποίες δεν αφορά η προκειμένη υπόθεση. Επομένως, ο από το άρθρο. 510 παρ. 1 εδ. Δ' του ΚΠΔ με στοιχείο 2 πρόσθετος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για την εν λόγω πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από την κατά παράβαση των διατάξεων του αρ. 37 παρ.1γ Ν 3153/03 εγκληματική δραστηριότητα, με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις , είναι βάσιμος και απορριπέος . Αντιθέτως, η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την καταδικαστική της διάταξη για τις πράξεις της παράνομης προώθησης στο εσωτερικό της χώρας, της διευκόλυνσης προώθησης και εξασφάλισης καταλύματος για απόκρυψη 48 λαθρομεταναστών, στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, μόνο όμως ως προς την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης (που προσδίδει και τον κακουργηματικό χαρακτήρα στο έγκλημα αυτό), κατά την οποία, από τις πράξεις της μεταφοράς (προώθησης) στο εσωτερικό της χώρας και της διευκόλυνσης προώθησης, μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους. Η καταδικαστική για την πράξη αυτή απόφαση, δεχόμενη τη συνδρομή της επιβαρυντικής αυτής περιστάσεως, πρέπει, για την πληρότητα τη αιτιολογίας της, να εκθέτει πραγματικά περιστατικά που να την στοιχειοθετούν, δηλαδή πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η δυνατότητα προκλήσεως κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας των λαθρομεταναστών κατά την μεταφορά και την διευκόλυνση της προώθησης αυτών στη Χώρα. Ετσι, ενώ εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ο πιο πάνω κίνδυνος, κατά την διάπραξη του αδικήματος της παράνομης εξασφάλισης καταλύματος για απόκρυψη των λαθρομεταναστών,("όχι επαρκής τροφή-πολύ περιορισμένος χώρος"), δεν εκτίθενται ανάλογα περιστατικά ως προς τις πράξεις της μεταφοράς- προώθησης των λαθρομεταναστών, μη αρκούσης για την πληρότητα της αιτιολογίας της αναφοράς περί υπάρξεως "επικίνδυνων συνθηκών μεταφοράς των λαθρομεταναστών", χωρίς μνεία συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία να στηρίζουν την παραδοχή αυτή. Όμως, από την έλλειψη αυτή της αιτιολογίας, δεν αναιρείται ο κακουργηματικός χαρακτήρας της πιο πάνω πράξεως, αφού, η αντικειμενική υπόστασή του εν λόγω εγκλήματος, ως υπαλλακτικώς μικτού, πραγματώνεται με τους περισσότερους πιο πάνω τρόπους (προώθηση-μεταφορά, διευκόλυνση στην προώθηση, εξασφάλιση καταλύματος για απόκρυψη), ο αναιρεσείων δε κατηγορούμενος, χρησιμοποιώντας όλους του τρόπους αυτούς, ένα αδίκημα διαπράττει. Αρκεί, επομένως, για τον χαρακτηρισμό του εγκλήματος αυτού, ως κακουργήματος, η συνδρομή της πιο πάνω επιβαρυντικής περίστασης, κατά την πραγμάτωση του εγκλήματος αυτού με οποιονδήποτε από τους πιο πάνω τρόπους. Η έλλειψη, επομένως, αιτιολογίας ως προς την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης σε ένα από τους τρόπους πραγματώσεως του εγκλήματος, δεν καθιστά την απόφαση αναιτιολόγητη ως προς την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αυτού, εφόσον αυτή αιτιολογείται τουλάχιστον σε ένα από τους λοιπούς εναλλακτικούς τρόπους. Είναι, όμως, προφανές ότι, εφόσον το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι το εν λόγω έγκλημα διαπράχθηκε με περισσότερους τρόπους και ο καθένας από αυτούς με την επιβαρυντική πιο πάνω περίσταση, η έλλειψη της σχετικής αιτιολογίας ως προς ένα τρόπο, επιδρά στην επιμέτρηση της ποινής, αφού, κατ' αυτήν, λαμβάνεται υπόψη η βαρύτητα του εγκλήματος και ειδικότερα ο κίνδυνος που αυτό προκάλεσε ( 79 παρ.2 ΠΚ). Επομένως, ο σχετικός από τη διάταξη του άρθρου 510 περ. Δ' ΚΠΔ σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την συνδρομή της προαναφερόμενης επιβαρυντικής περιστάσεως, είναι βάσιμος και, πρέπει, να γίνει δεκτός. Κατά τα λοιπά, είναι αβάσιμες οι διαλαμβανόμενες στον αυτόν πρόσθετο λόγο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου για την πράξη της προώθησης-, διευκόλυνσης προώθησης κ.λπ. 20 λαθρομεταναστών, αγνώστων στοιχείων. Η μη αναφορά των ονομάτων των είκοσι αυτών λαθρομεταναστών ( επί συνόλου 48), οφείλεται στο ότι δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθούν τα στοιχεία τους, αυτό όμως δεν καθιστά αναιτιολόγητη την απόφαση, ούτε η μνεία των ονομάτων αυτών αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αρκεί δε, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας, ότι εκτίθεται στην απόφαση ότι και οι μετανάστες αυτοί είχαν εισέλθει παράνομα στη Χώρα και ο κατηγορούμενος αναιρεσείων προώθησε, διευκόλυνε την προώθησή τους και απέκρυψε αυτούς, καθώς επίσης και ότι τους εκβίασε, κατά τον αναφερόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση τρόπο και συνθήκες. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ ΚΠΔ, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής πιο πάνω αποφάσεως, με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. V. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (περ.α). Το ουσιαστικό, όμως, δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ , που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ , αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Προϋπόθεση, επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγου αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας αποφάσεως, που απορρίπτει αυτοτελή ισχυρισμό για την αναγνώριση ελαφρυντικών, είναι η επίκληση και αναφορά σαφούς και ορισμένου ισχυρισμού για την αναγνώριση των ελαφρυντικών αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αναίρεση προσβάλλεται η πιο πάνω απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με τον μόνο λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου της κρινόμενης αίτησης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ. Ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης (16η 17η σελίδα της αποφάσεως), που προβλήθηκε από το συνήγορό του έχει ως εξής: "Ο κατηγορούμενος μέχρι την στιγμή της πράξης για την οποία φέρεται ενώπιον Υμών, διήγε ομαλή ατομική προσωπική και κοινωνική ζωή. Από την πρώτη στιγμή της εισόδου του στη χώρα μας τηρούσε ευλαβικώς όλες τις υποχρεώσεις του απέναντι στο ελληνικό κράτος, είναι δε παντρεμένος με Ελληνίδα (βλ. την προσκομισθείσα και αναγνωσθείσα ληξιαρχική πράξη γάμου με ημερομηνία ...... καθώς και το υπ' αρ. πρ. ....... Πιστοποιητικό Οικογενειακής Κατάστασης). Διαθέτει πλήρη νομιμοποιητικά έγγραφα, καθότι κατέχει το υπ' αριθμ........ Διαβατήριο και την υπ' αριθμ. ......... Προσωρινή Άδεια Παραμονής, είχε καταθέσει δε και δικαιολογητικά για έκδοση άδειας διαμονής ως σύζυγος Ελληνίδας (βλ. την προσκομισθείσα και αναγνωσθείσα βεβαίωση με αρ.πρ. ......). Εκ του αναγνωσθέντος εξ Υμών υπ' αριθμ. Πρωτ. ........... εγγράφου της Περιφέρειας Αττικής, Δ/νσης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Αθηνών προκύπτει ότι, κατόπιν προσκλήσεως της Υπηρεσίας αυτής στις ....... και περί ώρα 17.30, ο κατηγορούμενος είχε προσέλθει με τη σύζυγο του .......... στη συνεδρίαση της Επιτροπής Μετανάστευσης, στην Αθήνα, στα πλαίσια εξέτασης αιτήματος του για χορήγηση άδειας διαμονής του στην Ελλάδα λόγω Ελληνίδας συζύγου. Μέχρι την σύλληψη του κατηγορουμένου για την υπό κρισιολόγηση υπόθεση δεν είχε ουδεμία εμπλοκή με τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές της χώρας, καθότι διαθέτει - λευκό ποινικό μητρώο. Ο κατηγορούμενος, πριν από την υπό κρισιολόγηση εμπλοκή του, εργαζόταν αδιάλειπτα, ως προκύπτει εκ της αναγγελίας πρόσληψης του ......... (σκηνοθέτη -παραγωγού) για το έτος 2001, εκ της βεβαίωσης εργοδότη της ....... για το έτος
- Επιπλέον ο κατηγορούμενος τηρούσε όλες τις φορολογικές και ασφαλιστικές του υποχρεώσεις (βλ. τα προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα εκκαθαριστικά σημειώματα για το έτος 2002 και 2003, αποσπάσματα ατομικού λογαριασμού ασφάλισης στο ΙΚΑ για το έτος 2002 και 2003, δελτίο ασφαλιστικής ταυτότητας και εισφορών του ΙΚΑ για το έτος 2001)". Με αυτό το περιεχόμενο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο ως άνω λόγος ισχυρισμός ήταν αόριστος. Τούτο δε, διότι, το γεγονός ότι ο αναιρεσείων τηρούσε όλες τις υποχρεώσεις του απέναντι στο ελληνικό κράτος, ότι δεν στερείται νομιμοποιητικών εγγράφων, ως αλλοδαπός, ότι είναι παντρεμένος με Ελληνίδα, ότι δεν είχε εμπλοκή με τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές της χώρας, ότι εργαζόταν συνεχώς κατά τα έτη 2001 και 2002, και ότι τηρούσε τις φορολογικές και ασφαλιστικές του υποχρεώσεις, αποτελούν, είτε περιστατικά, που είτε δεν έχουν σχέση, κατ' ανάγκη, με πρότερο έντιμο βίο (όπως, ότι είναι παντρεμένος με Ελληνίδα, και είχε καταθέσει δικαιολογητικά για έκδοση άδειας διαμονής ως σύζυγος Ελληνίδας , ή ότι εργαζόταν κατά τα έτη 2001 και 2002) είτε αποτελούν στο σύνολό τους αρνητικά περιστατικά, (δεν είχε ουδεμία εμπλοκή με τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές της χώρας κλπ), περιστατικά μάλιστα τα οποία περιορίζονται χρονικά, αφότου αυτός εισήλθε στη Χώρα, που, όμως, από μόνα τους, δεν δικαιολογούν τη στοιχειοθέτηση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, χωρίς την επίκληση και άλλων συγκεκριμένων (θετικών) περιστατικών έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ.. Το Δικαστήριο, επομένως, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον αόριστο αυτόν ισχυρισμό, και, ως εκ περισσού, απέρριψε αυτόν με την αναφερόμενη στην αίτηση συνοπτική αιτιολογία. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απορριπτικής του ισχυρισμού αυτού, για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. VI. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, περιέχεται σ' αυτήν ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναίρεσης (έστω και αβάσιμος), παραδεκτώς ερευνώνται οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που προβλήθηκαν από τον αναιρεσείοντα εμπρόθεσμα με το από 18/12/2007 δικόγραφό του, το οποίο κατατέθηκε στον αρμόδιο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 20 Δεκεμβρίου 2007, και πρέπει, μετά την παραδοχή, ως βασίμων, των πιο πάνω αναφερομένων προσθέτων λόγων, να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να αναιρεθεί η απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο , αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρο 485 παρ.1 και 519 του ΚΠΔ), μόνο ως προς την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης, κατά την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους από τις πράξεις της μεταφοράς (προώθησης) στο εσωτερικό της Χώρας και της διευκόλυνσης- προώθησης λαθρομεταναστών, ως προς την περί της ποινής διάταξή της, για την πράξη αυτή και για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από την εγκληματική δραστηριότητα, καθώς και ως προς την περί συνολικής ποινής διάταξή της. Επίσης, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 469 ΚΠΔ, να επεκταθεί το αποτέλεσμα της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και ως προς τον Χ1, που καταδικάστηκε ως συναυτουργός του αναιρεσείοντος για την πιο πάνω πράξη της μεταφοράς (προώθησης) στο εσωτερικό της Χώρας και της διευκόλυνσης προώθησης λαθρομεταναστών, και δεν άσκησε αναίρεση, καθόσον οι προτεινόμενοι λόγοι δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος και να αναιρεθεί και ως προς αυτόν, η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης, κατά την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους από τις πράξεις της μεταφοράς (προώθησης) στο εσωτερικό της Χώρας και της διευκόλυνσης προώθησης λαθρομεταναστών, της περί της ποινής διάταξή της για την πράξη αυτή, καθώς και ως προς την περί συνολικής ποινής διάταξή της. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 2748/22-11-2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών), μόνο ως προς την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης, κατά την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους από τις πράξεις της μεταφοράς (προώθησης) στο εσωτερικό της Χώρας και της διευκόλυνσης προώθησης λαθρομεταναστών, την περί της ποινής διάταξή της για την πράξη αυτή και για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από την εγκληματική δραστηριότητα, καθώς και ως προς την περί συνολικής ποινής διάταξή της . Επεκτείνει το αποτέλεσμα της από 20-3-2007 αίτησης (δήλωσης) αναίρεσης και των από 18-12-2007 προσθέτων αυτής λόγων του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος Χ, κατά της 2748/22-11-2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και ως προς τον συναυτουργό της πράξεως της μεταφοράς (προώθησης) στο εσωτερικό της Χώρας και της διευκόλυνσης προώθησης λαθρομεταναστών, για την οποία αυτός καταδικάστηκε, Χ1, κρατούμενο των Φυλακών Κορυδαλλού, και ειδικότερα, ως προς την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης, κατά την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους από τις πράξεις της μεταφοράς (προώθησης) στο εσωτερικό της Χώρας και της διευκόλυνσης προώθησης λαθρομεταναστών, την περί της ποινής διάταξή της για την πράξη αυτή, καθώς και ως προς την περί συνολικής ποινής τοιαύτη. Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το παραπάνω μέρος της, για νέα συζήτηση και κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει, κατά τα λοιπά την από 20-3-2007 αίτηση δήλωση αναίρεσης και τους από 18-12-2007 προσθέτους λόγους του Χ και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή Κορυδαλλού, κατά της 2748/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2008 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ