Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 103 / 2013 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Λαθρεμπορία. Περίληψη: Λαθρεμπορία. Συνιστά λαθρεμπορία και η εξαγωγή από τη φορολογική αποθήκη κάποιου αφορολόγητου εμπορεύματος και η διάθεσή του στην κατανάλωση χωρίς προηγουμένως να καταβληθεί ο ειδικός φόρος κατανάλωσης. Έννοια έμμεσης αυτουργίας. Προϋποθέσεις αυτής. Έμμεση αυτουργία υπάρχει όταν η πράξη του παρεμβαλλομένου προσώπου δεν συγκεντρώνει πλήρως τους όρους της αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος ή συγκεντρώνει μεν αυτούς αλλά συντρέχουν λόγοι που αποκλείουν ως προς τον πράττοντα τον άδικο χαρακτήρα της πράξεώς του. Όταν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις δεν υπερβαίνουν τις 70.000 € δεν ασκείται ποινική δίωξη ή η αρξάμενη, εφόσον δεν εξεδόθη οριστική απόφαση, καταργείται εφόσον καταβληθεί άμεσα το καταλογιζόμενο πολλαπλό τέλος. Υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης. ΑΡΙΘΜΟΣ 103/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο,- Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 5855/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Δέσποινα Γάκη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Φεβρουαρίου 2012 αίτηση αναίρεσης καθώς και στους από 16 Νοεμβρίου 2012 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 640/
- Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 29-2-2012 αίτηση του Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ... και οι επ' αυτής από 16-11-2012 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 5855/ 2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1β του ν. 2960/ 2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας" η ενέργεια που στοχεύει να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο των υπό τούτου εισπραττομένων δασμών και φόρων αποτελεί αξιόποινη λαθρεμπορία και όχι τελωνειακή παράβαση, που αφορά την μη τήρηση των διατυπώσεων, οι οποίες προβλέπονται από τα άρθρα 53-61 του άνω νόμου, ήτοι συνιστά λαθρεμπορία και η εξαγωγή από τη φορολογική αποθήκη της επιχείρησης κάποιου αφορολογήτου εμπορεύματος και η διάθεση του στην κατανάλωση χωρίς προηγουμένως να καταβληθεί ο ειδικός φόρος κατανάλωσης και ο ΦΠΑ (ΑΠ 503/2005, 310/ 2009). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 45, 46 παρ. 1 εδ.α' και 48 ΠΚ προκύπτει ότι ως αυτουργός της πράξεως τιμωρείται όχι μόνο εκείνος που πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος (άμεσος αυτουργός), αλλά και εκείνος ο οποίος επιχειρεί την πράξη με άλλο πρόσωπο που δρα ως όργανο του (έμμεσος αυτουργός), υπό την προϋπόθεση όμως ότι η πράξη του παρεμβαλομένου προσώπου δε συγκεντρώνει πλήρως του όρους της αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος ή συγκεντρώνει μεν αυτούς αλλά συντρέχουν λόγοι οι οποίοι αποκλείουν ως προς τον πράττοντα τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως του (ΑΠ 579/1992). Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 5855/2011 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Δ. Κ., κατά τον παρακάτω τόπο και χρόνο ήταν διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΑΦΟΡΟΛΟΓΗΤΩΝ ΕΙΔΩΝ Α.Ε, που διατηρεί κατάστημα και στον αερολιμένα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ στη Θεσσαλονίκη και ο δεύτερος κατηγορούμενος, Γ. Μ., ήταν διευθυντής του εν λόγω καταστήματος της προαναφερθείσας εταιρίας. Το ως άνω δε κατάστημα, για τη λειτουργία του οποίου ήταν υπεύθυνοι οι κατηγορούμενοι, λειτουργούσε ως φορολογική αποθήκη, κατόπιν σχετικής έγκρισης από την αρμόδια τελωνειακή αρχή, δηλαδή το εμπόρευμα είναι σε καθεστώς αναστολής καταβολής φόρου, και ως εκ τούτου τα είδη, που έχει στη διάθεση του για να πωλήσει στο επιβατικό κοινό είναι αφορολόγητα εμπορεύματα στο σύνολο τους και όταν αυτά εξέλθουν τμηματικά από τις αποθήκες του προς πώληση στους επιβάτες, ανάλογα με τον προορισμό των επιβατών, καθορίζεται αν θα γίνει η καταβολή ή η απαλλαγή από τους οφειλόμενους φόρους. Η πώληση δε αφορολογήτων ειδών επιτρέπεται μόνο σε επιβάτες που είτε αναχωρούν απευθείας για αερολιμένα τρίτης χώρας είτε σε διερχόμενους επιβάτες που ταξιδεύουν προς τρίτη χώρα, χωρίς ενδιάμεσο κοινοτικό προορισμό. Ειδικότερα, στις εκδιδόμενες αποδείξεις πρέπει να αναγράφεται ο προορισμός του επιβάτη, έτσι ώστε αν ο προορισμός των επιβατών είναι τρίτη χώρα (μη μέλος της ευρωπαϊκής ένωσης) γίνεται απαλλαγή των φόρων κατόπιν πίστωσης της φορολογικής αποθήκης και δεν αποδίδονται φόροι στο Δημόσιο, ενώ αν οι επιβάτες έχουν προορισμό εντός του εδάφους της ευρωπαϊκής ένωσης, αναγράφεται ο αερολιμένας προορισμού στην απόδειξη και καταβάλλονται οι οφειλόμενοι φόροι. Ως εκ τούτου υφίσταται υποχρέωση της εταιρίας να συμπεριλάβει τις πωλήσεις προϊόντων διακινούμενων εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης στη δήλωση ειδικού φόρου κατανάλωσης που πρέπει να κατατίθεται στο αρμόδιο τελωνείο (Ε' Τελωνείο Θεσσαλονίκης). Σε γενόμενο δε έλεγχο από τους τελωνειακούς υπαλλήλους, κατά το Μάιο και Ιούνιο του έτους 2005, που έγινε επ' αφορμή του ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση εισήλθαν το Μάιο του έτους 2004,10 χώρες και για το λόγο αυτό ανέμεναν αύξηση των εσόδων, μετά από τη μείωση στις αφορολόγητες πωλήσεις, η οποία όμως δεν επήλθε, διαπιστώθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, με την ως άνω ιδιότητα του, με πρόθεση, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, προέβη στη διάθεση εμπορευμάτων εντός του εδάφους της ευρωπαϊκής ένωσης, εκδίδοντας όμως λιανικές αποδείξεις πώλησης προϊόντων για επιβάτες πτήσεων για τρίτες χώρες (μη μέλη της ευρωπαϊκής ένωσης) και έτσι με τον τρόπο αυτό, αφού εμφανιζόταν προς τα έξω, ότι ο προορισμός των εμπορευμάτων, που είχαν ήδη εισαχθεί στη χώρα, ήταν τρίτες χώρες (μη μέλη της ευρωπαϊκής ένωσης) δεν έγινε η καταβολή μέσω του αρμοδίου τελωνείου (Ε' Τελωνείου Θεσσαλονίκης) στο δημόσιο των απαιτούμενων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων κατόπιν υποβολής δήλωσης ειδικού φόρου κατανάλωσης για τα εμπορεύματα αυτά. Συγκεκριμένα, οι τελωνειακοί υπάλληλοι εντόπισαν μεγάλο αριθμό αποδείξεων, στις οποίες αναγράφονταν τόποι προορισμού με ώρα μεταγενέστερη, σε πτήσεις που είχαν πραγματοποιηθεί και σε πτήσεις που δεν υπήρχαν, ήτοι αποδείξεις που είχαν εκδοθεί μετά την αναχώρηση του αεροσκάφους και για προορισμό που εκείνη την ημέρα δεν είχε πτήσεις, ήτοι ότι οι πτήσεις για προορισμό τρίτες χώρες, που αφορούν τα εν λόγω εμπορεύματα, δεν είχαν γίνει το χρόνο, που εμφανίστηκαν και επομένως δεν έγινε και διάθεση εμπορευμάτων εκτός ευρωπαϊκής ένωσης, όπως εμφανίζονταν στις αποδείξεις αυτές, αλλά εντός του εδάφους της. Για την παραπάνω πράξη του ως άνω δευτέρου κατηγορουμένου, σαφής και κατηγορηματική είναι η κατάθεση των μαρτύρων κατηγορίας-τελωνειακών υπαλλήλων, οι οποίοι επιβεβαίωσαν την έκδοση από τα ταμεία του ως άνω καταστήματος αποδείξεων με προορισμό τρίτες χώρες, αν και οι πωλήσεις που αφορούσαν αυτές γίνονταν σε πελάτες με προορισμό χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ενδεικτικά ανέφεραν ότι από το γενόμενο έλεγχο προέκυψε ότι αναχώρησαν 160.000 επιβάτες, από τους οποίους με προορισμό προς τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης 148.500 επιβάτες και προορισμό σε τρίτες χώρες 11.500 επιβάτες και εκδόθηκαν συνολικά 31.597 αποδείξεις, πλην όμως από την επεξεργασία των αποδείξεων προέκυψε ότι οι επιβάτες προς την Ε.Ε. που αποτελούσαν το 93% των επιβατών έκαναν μόνο το 16% των αγορών, ενώ οι επιβάτες προς τρίτες χώρες αν και αποτελούσαν μόνο το 7% των επιβατών έκαναν το 84% των αγορών, ώστε να είναι προφανής η δυσαναλογία μεταξύ αναχωρούντων επιβατών προς χώρες της Ε.Ε. και αποδείξεων που εκδόθηκαν προς τους επιβάτες αυτούς και να μην δικαιολογείται η απόδοση των αποδείξεων αυτών σε μεμονωμένα λάθη των υπαλλήλων που εργάζονταν στα ταμεία του καταστήματος. Επίσης, σε όλες τις ημερομηνίες και σε ταμειακές μηχανές οι υπάλληλοι, επί ώρες, καταχωρούσαν ένα συγκεκριμένο αφορολόγητο προορισμό όπως για παράδειγμα στις 7/5 και για 4 ώρες περίπου, 216 αποδείξεις είχαν προορισμό 3η χώρα, για την οποία μάλιστα δεν υπήρχε πτήση. Επιπλέον, από την επεξεργασία των στοιχείων στις 10 και 11/5 αποδείχθηκε ότι οι επιβάτες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν 286 και οι αφορολόγητες αποδείξεις ήταν
- Ειδικότερα, τα εμπορεύματα, τα οποία δήθεν εξήχθησαν προς τρίτες χώρες ως προς το είδος, αξία, χρόνο πώλησης, κωδικό πτήσης για δήθεν τρίτη χώρα, οι φερόμενες πωλήσεις προς τρίτες χώρες με πτήσεις και οι προορισμοί των κωδικών των πτήσεων για τρίτες χώρες προσδιορίζονται λεπτομερώς στον πίνακα που έχει ενσωματωθεί στο διατακτικό της παρούσας, που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος, οι δε αναγραφείσες ημερομηνίες στις αποδείξεις λιανικής πώλησης εμπορευμάτων, όπως αυτές αναφέρονται στον ως άνω πίνακα με το είδος των εμπορευμάτων, την ημερομηνία πώλησης τους σε επιβάτες δήθεν πτήσεων προς τρίτες χώρες και τους κωδικούς πτήσης, είναι οι χρόνοι επιμέρους πράξεων της λαθρεμπορίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι αρμόδιος και υπεύθυνος για τη σύννομη λειτουργία του ως άνω Καταστήματος, για την ενημέρωση και για τον έλεγχο του προσωπικού που εργαζόταν στο ως άνω κατάστημα ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος. Μάλιστα, οι κατηγορούμενοι έμμεσα παραδέχθηκαν την ως άνω πράξη τους, καταβάλλοντος στο Ελληνικό Δημόσιο το ποσόν των 488.000 ευρώ, μετά την αναγνώριση από αυτούς της μη ορθής έκδοσης των ως άνω αποδείξεων, για τις οποίες ισχυρίστηκαν ότι οφείλονταν σε λάθος της επιχείρησης. Πλην, όμως, το ως άνω φαινόμενο που παρατηρήθηκε κατά την έκδοση των αποδείξεων, όπως προαναφέρθηκε, δεν μπορεί να αποδοθεί σε λάθος των υπαλλήλων που απασχολούνταν στο ως άνω κατάστημα, καθώς αυτό είναι ενιαίο και παρατηρήθηκε σε όλους τους υπαλλήλους, περίπου 20 τον αριθμό, επιπροσθέτως δε πριν την έκδοση αυτών, οι υπάλληλοι ζητούσαν την κάρτα επιβίβασης του επιβάτη-αγοραστή, από την οποία και διαπίστωναν τον πραγματικό προορισμό του. Ούτε, άλλωστε, αποδείχθηκε ότι υπήρχε κάποια ατέλεια του μηχανογραφικού συστήματος στους υπολογιστές, εξαιτίας του οποίου εκδίδονταν οι ως άνω "λανθασμένες" αποδείξεις με αφορολόγητο προορισμό, καθώς ήδη από το Μάιο του έτους 2004 οι χώρες που εισήλθαν στην Ε.Ε. είχαν καταχωρηθεί στο ηλεκτρονικό σύστημα του εν λόγω καταστήματος ως κοινοτικοί προορισμοί. Επομένως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η κατά τα ως άνω μη ορθή έκδοση των αποδείξεων του καταστήματος, λόγω αναγραφής επί των αποδείξεων κωδικού πτήσης τρίτης χώρας, ενώ αυτές αφορούσαν πτήσεις χώρας εντός Ε.Ε., οφείλεται σε σχετική εντολή που είχαν λάβει όλοι οι υπάλληλοι του καταστήματος αυτού, από τον δεύτερο κατηγορούμενο, με σκοπό να διαφύγει τη σχετική φορολογική επιβάρυνση, αφού το κατάστημα εισέπραττε από επιβάτες κοινοτικών πτήσεων το αντίτιμο του πωληθέντος εμπορεύματος και αντί να αποδίδει τους αντίστοιχους φόρους στο Δημόσιο, τους παρακρατούσε ως επιπλέον κέρδος, είχαν δε ίδιον όφελος από την παραπάνω πράξη τους, αφού με τη μη ορθή έκδοση των αποδείξεων, δεν υπολογιζόταν ο αναλογούν ΕΦΚ και ΦΠΑ. Με την πιο πάνω συμπεριφορά του δε, ο δεύτερος κατηγορούμενος επεδίωξε να στερήσει το ελληνικό δημόσιο από την είσπραξη δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων συνολικού ύψους 156.858,29 ευρώ (143.123,36 ευρώ τα διαφυγόντα ποσά για το μήνα Μάιο 2005 και 13.734,93 ευρώ τα διαφυγόντα ποσά για το μήνα Ιούνιο 2005), ζημία, που τελικά για το προαναφερθέν διάστημα επήλθε για το δημόσιο. Επομένως, ο κατηγορούμενος αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη που του αποδίδεται, με τις ελαφρυντικές όμως περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2δ' ΠΚ, αφού έδειξαν ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρουν τις συνέπειες της πράξης του, καθώς, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και από τις καταθέσεις των μαρτύρων, μετά τη διαπίστωση της ως άνω πράξης τους από το Τελωνείο, η παραπάνω εταιρία έχει προβεί σε καταβολές ΕΦΚ και ΦΠΑ για τα έτη 2005 και 2006 και σε πρόσφατους ελέγχους από τους τελωνειακούς υπαλλήλους δεν διαπιστώθηκε καμία παράβαση. Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της πράξεως της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση. Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 1β του ν. 2960/2001 και 98 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το Δικαστήριο της ουσίας ως προς το υποκείμενο τελέσεως του άνω εγκλήματος κατά την αντικειμενική του υπόσταση δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων είναι εκείνος που πραγμάτωσε το έγκλημα τούτο κατά την υπόσταση του αυτή (εξαγωγή των εμπορευμάτων από τη φορολογική αποθήκη, διάθεση αυτών σε επιβάτες κοινοτικού προορισμού, μη απόδοση του ειδικού φόρου κατανάλωσης και ΦΠΑ στο Δημόσιο) και μόνο μέρος πραγματώσεως τούτου κατά την αυτή υπόσταση του έγινε από όργανα του, ήτοι τους υπαλλήλους του αναφερομένου καταστήματος αφορολογήτων ειδών του οποίου ήταν διευθυντής, οι οποίοι κατ' εντολήν του αναιρεσείοντος εξέδιδαν (συνέτασσαν) τις παράνομες αποδείξεις, αφού προηγουμένως ζητούσαν την κάρτα επιβίβασης των επιβατών και διαπίστωναν τον προορισμό τους. Υπό τις άνω σαφείς ειδικότερες παραδοχές, εφόσον τα άνω παρεμβαλόμενα πρόσωπα (όλοι οι υπάλληλοι του άνω καταστήματος) πραγμάτωσαν μέρος μόνο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, ο αναιρεσείων κατά τις παραδοχές ενήργησε ως έμμεσος αυτουργός και έτσι κατά τα εκτεθέντα ορθώς κρίθηκε και τιμωρήθηκε ως φυσικός αυτουργός. Συνεπώς, εφόσον το έγκλημα τούτο κατά τις άνω παραδοχές δεν τελέστηκε αντικειμενικώς καθ' ολοκληρίαν από τους άνω υπαλλήλους στους οποίους περαιτέρω δεν αποδίδεται δόλος, αφού διαλαμβάνεται ότι ο αναιρεσείων μόνο σκόπευε να αποστερήσει το Δημόσιο από τους νόμιμους φόρους και δασμούς και αυτός μόνο ωφελήθηκε από τη μη απόδοση τους στο δημόσιο, δεν απαιτείτο να διαληφθεί άλλη αιτιολογία και δη περί λόγων οι οποίοι απέκλειαν ως προς αυτούς (υπαλλήλους) τον άδικο χαρακτήρα των συγκεκριμένων ως άνω πράξεων τους. Περαιτέρω, εφόσον κατά τις άνω παραδοχές και κατ' εκτίμηση αυτών ο αναιρεσείων ενήργησε ως έμμεσος αυτουργός που τιμωρείται και τιμωρήθηκε ως αυτουργός, το Δικαστήριο της ουσίας σαφώς απέκλεισε συμμετοχή του αναιρεσείοντος υφ' οιανδήποτε άλλη μορφή (ηθικής αυτουργίας, συναυτουργίας κλπ). Ακόμη το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε μεν ότι για τη λειτουργία του καταστήματος υπεύθυνοι ήταν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, ήτοι και ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας στην οποία ανήκε το κατάστημα και ο οποίος αθωώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, πλην στη συνέχεια και δη ως προς το χρόνο και τρόπο τέλεσης του εγκλήματος έκρινε τον αναιρεσείοντα μόνο υπεύθυνο του καταστήματος με την ειδικότερη αναφορά, ότι αυτός ήταν αρμόδιος και υπεύθυνος για τη σύννομη λειτουργία του, για την ενημέρωση και για τον έλεγχο του προσωπικού που εργαζόταν στο κατάστημα και στη συνέχεια κρίθηκε ως ο μόνος ποινικώς υπεύθυνος και καταδικάστηκε και έτσι ουδεμία αντίφαση σχετική περί τούτου προκύπτει. Όθεν οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου με τη μορφή της εκ πλαγίου παράβασης είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 158 παρ. 1 του ν. 2960/ 2001 "όταν οι στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας αντιστοιχούντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις δεν υπερβαίνουν στο σύνολο τα εβδομήντα χιλιάδες (70.000) ευρώ, δεν ασκείται ποινική δίωξη ή η αρξαμένη, εφόσον δεν εξεδόθη οριστική απόφαση, καταργείται, εφόσον οι υπόχρεοι, παραιτούμενοι των, κατά το άρθρο 152 του παρόντα κώδικα, καθοριζομένων ενδίκων μέσων καταβάλλουν άμεσα το καταλογιζόμενο σε αυτούς κατά τις διατάξεις του άρθρου 150 του παρόντα κώδικα πολλαπλούν τέλος, το οποίο καθορίζεται στο διπλάσιο των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων ... . Κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 Η' ΚΠΔ υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε εξουσία που δεν του δίνει ο νόμος. Αυτή απαντάται ως θετική όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του και ως αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ έπρεπε να παύσει οριστικά την κατ' αυτού (αναιρεσείοντος) ποινική δίωξη για την μερικότερη πράξη της λαθρεμπορίας που του αποδίδεται για τους διαφυγόντες δασμούς κατά το μήνα Ιούνιο του 2005, διότι αυτοί ανέρχονται σε
- 734, 93 ευρώ, ήτοι σε ποσό μικρότερο των 70.000 ευρώ, ενώ πριν την έκδοση και της πρωτόδικης απόφασης είχε καταβάλει στο Δημόσιο ποσό 488.000 ευρώ, το Δικαστήριο τον κατεδίκασε και για την μερικότερη αυτή πράξη και έτσι υπερέβη την εξουσία του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον νομίμως κατά το άνω άρθρο 158 παρ. 1 ελήφθη υπόψη το συνολικό ποσό των διαφυγόντων δασμών που ανέρχεται σε 156.858, 29 ευρώ καθ' όλο το χρονικό διάστημα των μηνών Μαΐου και Ιουνίου 2005 αφού κατά την άνω διάταξη για την κατάργηση της δίκης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων που εγεννήθησαν υπέρ του δημοσίου καθ' όλο το χρονικό διάστημα τελέσεως της λαθρεμπορίας και έτσι η διάταξη αυτή δεν ετύγχανε εφαρμογής αφού οι διαφυγόντες φόροι (ΕΦΚ και ΦΠΑ) υπερβαίνουν τις 70.000 ευρώ και συνεπώς το Δικαστήριο με το να προβεί στην έρευνα της ουσίας, δεν υπερέβη την εξουσία του. Όθεν και ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Η' ΚΠΔ είναι αβάσιμος και συνακολούθως η αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τέλος και οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ πρόσθετοι λόγοι είναι αβάσιμοι καθόσον από την επισκόπηση του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι τα είδη που διετέθησαν στους επιβάτες προήρχοντο από το κατάστημα αυτό που λειτουργούσε ως φορολογική αποθήκη, δηλαδή τα εμπορεύματα αυτά ήταν σε καθεστώς αναστολής καταβολής του φόρου, αυτά ήταν αφορολόγητα εμπορεύματα στο σύνολο τους και από τον πίνακα του σκεπτικού που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτό προκύπτει το είδος εκάστου διατεθέντος εμπορεύματος (ποτά, τσιγάρα κλπ), όλα δε τα διατεθέντα είναι εξ εκείνων που κατά το άρθρο 53 του ισχύοντος τελωνειακού κώδικα υπόκεινται στον ειδικό φόρο κατανάλωσης ως και στον ΦΠΑ. Έτσι, δια της σαφούς αναφοράς των εμπορευμάτων τούτων και κατά το είδος τους, που υπόκεινται στους άνω φόρους, δεν υφίσταται ασάφεια ή αντίφαση περί της νομιμότητας επιβολής των φόρων τούτων (ΕΦΚ και ΦΠΑ). Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθούν και οι πρόσθετοι λόγοι και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος ελληνικού Δημοσίου και επιβληθούν σε αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-2-2012 αίτηση και τους επ' αυτής από 16-11-2012 πρόσθετους λόγους του Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ... για αναίρεση της 5855/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου εκ τριακοσίων
(300)ευρώ. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα
(250)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του 18 Ιανουαρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ