← Ελλάδα

ΑΠ 1030/2008 — Έκδοση

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1030 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Έκδοση. Περίληψη: Δέχεται. Εξαφανίζει την 335/2007 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να εκτελεστεί Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Αριθμός 1030/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 και 15 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση της εκκαλούσας -εκζητουμένης Χ1, κρατούμενης στην Κλειστή Κεντρική Φυλακή Γυναικών Κορυδαλλού, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Πήττα κατά της υπ' αριθμ. 335/2007 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε την εκτέλεση του από 14.06.2005 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης του Διευθύνοντα Γενικού Εισαγγελέα Μονάχου ΙΙ. Κατά της αποφάσεως αυτής η εκζητούμενη και τώρα εκκαλούσα, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 18/23.11.2007 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Λάρισας, Μαγδαληνής Γκιτέρσου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2020/2007. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε την εκζητούμενη και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση της εκζητουμένης και να μην υπάρξουν περιοριστικοί όροι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του πιο πάνω Ν. 3251/2004, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: α) την υπηκοότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιπτώσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και 5) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της. Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος, κατά δε το άνω άρθρο 22 παρ. 1 του ίδιου νόμου κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή, σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία, για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β` της άνω παρ. 1 του άρθρου 10, εφόσον τα δικαστήρια του τόπου έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή κακούργημα. Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του ίδιου ως άνω νόμου καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες απαγορεύεται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεσή του αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περίπτωση στοιχ. η' του άρθρου τούτου

(11), κατά την οποία απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεσή του αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος, "αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό δίωξης, είναι ημεδαπός και διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη. Αν δεν διώκεται, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται αν διασφαλιστεί ότι, μετά την ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό κράτος, ώστε να εκτίσει σ` αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος", ενώ, τέλος, με το άρθρο 12 του ίδιου πιο πάνω νόμου, καθορίζονται οι περιπτώσεις, στις οποίες η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, συνάγονται τα ακόλουθα: Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου το οποίο βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης ή την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας. Αφορά αξιόποινες πράξεις που απειλούνται στο νόμο με ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον δώδεκα μηνών κατά το ανώτατο όριό της ή εφόσον πρόκειται για εκτέλεση επιβληθείσας ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών. Μπορεί δε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης να αναφέρεται είτε σε αλλοδαπούς είτε και σε ημεδαπούς. Έτσι, με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο μέρος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις του Ν. 3251/2004, ακόμη και αν αυτός είναι πολίτης του κράτους από το οποίο ζητείται η παράδοσή του (βλ. άρ. 11 στοιχ. ζ' και η' του Ν. 3251/2004), εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις (άρθρα 10, 11 και 12 του Ν. 3251/2004. Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε η εκζητούμενη και ο παραστάς συνήγορός της προφορικώς και με τα υποβληθέντα έγγραφα υπομνήματά της, προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 14.6.2005 Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εκδόθηκε από τον Διευθύνοντα Γενικό Εισαγγελέα Μονάχου II κατά της εκκαλούσας Χ1, η οποία γεννήθηκε στις 16.2.1959 στον ......, όπου και κατοικεί. Ειδικότερα, με το 46/13-11-2007 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, διαβιβάσθηκε στο Συμβούλιο Εφετών Λάρισας το από 14-6-2005 ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης των Γερμανικών Αρχών, που εκδόθηκε από τον Διευθύνοντα Γενικό Εισαγγελέα Μονάχου II, και αφορά την αιτούσα- εκζητούμενη με τα σχετικά συνοδευτικά έγγραφα, προκειμένου να συζητηθεί η εκτέλεση του πιο πάνω εντάλματος σε βάρος της, η οποία κρατήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού δυνάμει της 46/22/2007 εντολής του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, μετά την έκδοση του εκκαλούμενου βουλεύματος. Η Εισαγγελική Αρχή του Μονάχου Γερμανίας εξέδωσε το πιο πάνω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, δυνάμει του ΙV GS 5127/03, 69 Js 13984/03 από 16-5-2003 εντάλματος σύλληψης του Ειρηνοδικείου του Μονάχου, σε βάρος της εκκαλούσας - εκζητουμένης, η οποία διώκεται για την αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τον Γερμανικό Ποινικό Νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή πέντε
(5)ετών (για κάθε επιμέρους πράξη), σύμφωνα με την παράγραφο 370 εδ. 1 αριθ. 2 Φορολογικού Κανονισμού, η δε πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους Ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρα 17 και 18 Ν 2523/1997 και 93 Ν. 2238/1994), τιμωρουμένη με ποινή φυλακίσεως μέχρι πέντε
(5)ετών ή καθείρξεως μέχρι δέκα
(10)ετών, ανάλογα με τη βαρύτητα της φορολογικής παραβάσεως (ΑΠ 2483/2005). Με το Ένταλμα αυτό, ζητείται η σύλληψη και η προσαγωγή της εκζητούμενης ενώπιον της Δικαστικής Αρχής που το εξέδωσε, με σκοπό την άσκηση εναντίον της ποινικής δίωξης για παράβαση των προαναφερομένων ποινικών διατάξεων του Γερμανικού Νόμου. Για την περίπτωση δε που αυτή κριθεί ένοχη και επιβληθεί σε βάρος της ποινή στερητική της ελευθερίας, έχει παρασχεθεί η διαβεβαίωση της Γερμανικής Δικαστικής Αρχής (Διευθύνων Γενικός Εισαγγελέας Μονάχου ΙΙ), ότι η εκζητούμενη θα διαμεταχθεί για την έκτιση αυτής στην Ελλάδα. Ενόψει δε της μη συγκατάθεσης της εκζητουμένης να προσαχθεί στο Κράτος έκδοσης του εντάλματος (Γερμανία), αρμόδια δικαστική αρχή να αποφασίσει για την εκτέλεση του εντάλματος είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου έχει συλληφθεί ο εκζητούμενη, κατά της αποφάσεως του οποίου ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως η κρινόμενη έφεση, η οποία πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω. Από το ένδικο ένταλμα σύλληψης, το οποίο προσκομίζεται σε πρωτότυπο και μεταφρασμένο στην Ελληνική γλώσσα, προκύπτει ότι οι πράξεις για τις οποίες διώκεται η εκζητούμενη προς άσκηση κατ' αυτής ποινικής διώξεως, και οι οποίες φέρονται τελεσθείσες κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 30.04.2001 στην πόλη .... Γερμανίας, συνίστανται, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο εκδοθέν πιο πάνω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, στο ότι: "Η κατηγορούμενη είχε στο ... (....) μία εμπορική επιχείρηση καθαρισμού κτιρίων. Κατά την χρονική περίοδο 01.01.2000-30.04.2001, είχε έναν σημαντικό κύκλο εργασιών και απασχολούσε αρκετούς εργαζόμενους. Η κατηγορούμενη δεν έκανε έως σήμερα καμία φορολογική δήλωση, παρ' όλο που ήταν υποχρεωμένη. Επομένως δεν έκανε στις Δ.Ο.Υ. κατά παράβαση καθήκοντος, τις απαιτούμενες δηλώσεις και, με αυτόν τον τρόπο, μείωσε τους οφειλόμενους φόρους κατά 1.211.487 Γερμανικά Μάρκα (φόρος εισοδήματος 2000, φόρος ελευθέρων επαγγελμάτων 2000, φόρος κύκλου εργασιών 2000, φόρος κύκλου εργασιών 2001 και φόρος μισθών και ημερομισθίων Ιούλιος 2000 - Απρίλιος 2001). Φύση και νομικός χαρακτηρισμός της αξιόποινης πράξης και εφαρμοστέα νομική διάταξη: Υπεξαίρεση φόρου σύμφωνα με την παράγραφο 370 εδάφιο 1 αριθμός 2 του Φορολογικού Κώδικα". Κατά δε την τελευταία αυτή διάταξη, "
(1)Με ποινή στερητική της ελευθερίας έως και πέντε ετών ή με χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος......... 2. κατά παράβαση καθήκοντος, δεν πληροφορεί τις Δ.Ο.Υ. σχετικά με σημαντικά γεγονότα σε σχέση με την υποχρέωση καταβολής φόρου, με αυτόν το τρόπο μειώνει φόρους ή αποκτά για τον εαυτό του ή για κάποιον άλλο αδικαιολόγητα φορολογικά πλεονεκτήματα". Η εκζητούμενη, συνεπώς, φέρεται στο εν λόγω ένταλμα σύλληψης ως αυτουργός της πιο πάνω πράξεως, η οποία χαρακτηρίζεται από το Γερμανικό Δίκαιο ως "Υπεξαίρεση φόρου" που, όπως προαναφέρθηκε, τιμωρείται στο Κράτος έκδοσης του ενδίκου Εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή, το ανώτατο όριο της οποίας είναι ποινή φυλακίσεως μέχρι πέντε
(5)ετών, ενώ η αξιόποινη αυτή πράξη συνιστά, λαμβανομένης υπόψη και της διάταξης του άρθρου 10 παρ. 1 στοιχ. α εδ. β του Ν. 3251/04, έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, που τιμωρείται με στερητικές της ελευθερίας ποινές, το ανώτατο όριο των οποίων υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες. Συνεπώς, ανήκει σ' εκείνες τις πράξεις που, κατά το άρθρο 10 § 1α του ν. 3251 /2004 επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, φέρει (στο πρωτότυπό του) ημερομηνία έκδοσης, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του Δικαστή που το εξέδωσε και περιέχει (στο πρωτότυπο και τη μετάφραση) όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 του ν. 3251/2004 (ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, όνομα διεύθυνση και λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, μνεία του με αριθμό ΙV GS 5127/03, 69 Js 13984/03 από 16-5-2003 εντάλματος σύλληψης του Ειρηνοδικείου του Μονάχου, στο οποίο βασίσθηκε η έκδοση του ελεγχόμενου εντάλματος, φύση και νομικό χαρακτηρισμό των αξιοποίνων πράξεων που αποδίδονται στον εκζητούμενο, περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, το πλαίσιο της ποινής που προβλέπεται για τις πράξεις αυτές κατά το Κράτος έκδοσης του εντάλματος και διάφορες άλλες πληροφορίες σχετικές με αυτές και τις συνέπειες τους και πληροί, κατά συνεπεία, τις προϋποθέσεις του άρθρου 6 § 1 του Συντάγματος και τους όρους τυπικής νομιμότητας του κατά το ν. 3251/
  1. Μετά τη λήψη του ένδικου εντάλματος από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, εκδόθηκε βάσει αυτού η Εισαγγελική εντολή σύλληψης της εκζητουμένης, η οποία συνελήφθη στις 6/11/2007 και προσήχθη αυθημερόν ενώπιον του παραπάνω Εισαγγελέα, ο οποίος βεβαίωσε την ταυτότητα της εκζητουμένης και την ενημέρωσε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του εντάλματος καθώς και για όλα τα λοιπά ζητήματα που αναφέρονται στα άρθρα 15 § 1 και 17 § 1 του ν. 3251/
  2. Η εκκαλούσα ισχυρίζεται, ότι το ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε σε βάρος της με βάση το νόμο ΕuHbg της 21-7-2004, με τον οποίο ενσωματώθηκε στη γερμανική έννομη τάξη η από 13-6-2002 απόφαση - πλαίσιο του Συμβουλίου. Ο νόμος όμως αυτός, με την 2ΒνR2236/2004 από 18-7-2005 απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, κηρύχθηκε αντισυνταγματικός και συνακόλουθα ανίσχυρος και επομένως, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 39 παρ. 1 εδ. β του Ν. 3251/200, με τον οποίο προσαρμόσθηκε η ελληνική νομοθεσία στην ανωτέρω απόφαση - πλαίσιο, προκύπτει ότι, σε περίπτωση εκζητουμένου προσώπου από τις γερμανικές δικαστικές αρχές, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή των διατάξεων για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και οι σχετικές διαδικασίες παράδοσης, εφόσον η Γερμανία, μετά την παραπάνω εξέλιξη, δεν διαθέτει σχετικό με την υιοθέτηση και εφαρμογή της συγκεκριμένης απόφασης - πλαίσιο νόμο, η οποία διέπεται από την αρχή της αμοιβαιότητας. Η έκδοσή της δε και η προσαγωγή της στις γερμανικές αρχές, όπως η εκκαλούσα ισχυρίζεται, αντιβαίνει σε βασικές διατάζεις του Συντάγματος της Ελλάδας και ειδικότερα στο άρθρο 2 παρ. 1 αυτού, όπου ορίζεται ότι: "Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας" και στο άρθρο 4 παρ. 1 αυτού, κατά το οποίο "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου". Οι πιο πάνω ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι και στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ειδικότερα η αιτίαση ότι το επίμαχο ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε σε βάρος της με βάση το νόμο ΕuHbg της 21-7-2004, ο οποίος, με την πιο πάνω απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, κηρύχθηκε αντισυνταγματικός, αλυσιτελώς προβάλλεται. Τούτο δε, διότι η Ομοσπονδιακή Βουλή της χώρας αυτής (Γερμανίας) ψήφισε, καινούργιο εκτελεστό νόμο του άρθρου 16 § 2 εδ. 2 του Συντάγματος, τον 092.22/3762/25-6-2006, περί εφαρμογής της απόφασης στο πλαίσιο αναφορικά με το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των Κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που τέθηκε σε ισχύ στις 2.8.2006 και επομένως δεν τίθεται πλέον θέμα εγκυρότητας ή μη του νόμου ΕUHBG της 21-7-2004, το οποίο είχε ανακύψει μετά την έκδοση της 2ΒνR 2236/2004 της 18-7-2005 αποφάσεως του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Γερμανίας (βλ. σχ. ΑΠ 2483/2005, ΑΠ 558/2007). Η διάταξη δε του άρθρου 11 στοιχ. η' εδ. β` του Ν. 3251/2004, που επιτρέπει την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ημεδαπού, με σκοπό τη δίωξη για αξιόποινη πράξη που τέλεσε στο εκζητούν κράτος, εφόσον δεν έχει ασκηθεί στην Ελλάδα ποινική δίωξη σε βάρος του για την ίδια πράξη και εφόσον διασφαλιστεί ότι, μετά την ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στην Ελλάδα για να εκτίσει σ` αυτή τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα του επιβληθεί από το κράτος έκδοσης του εντάλματος, δεν αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος, και τα περί αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμα. Επίσης αβάσιμος είναι και ο διαλαμβανόμενος στον δεύτερο λόγο εφέσεως ισχυρισμός της εκκαλούσας, ότι το πιο πάνω ένταλμα, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, είναι ανεκτέλεστο, καθόσον δεν διαλαμβάνει σαφή και ακριβή περιγραφή της πράξεως που της αποδίδεται, κατά τρόπο που να μπορεί να διακριθεί από άλλες πράξεις, ώστε να μπορεί να κριθεί αν η πράξη αυτή συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α.ν. 3251/2004). Σύμφωνα με όσα και πιο πάνω αναπτύχθηκαν, το προς εκτέλεση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, περιέχει σαφή περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνεται ο τρόπος, ο χρόνος και τόπος τέλεσης της πράξης, η οποία είναι αξιόποινη και κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρο 2 παρ. 1γ., 10 παρ. 1α ν. 3251/04). Κατά τις διατάξεις του Ελληνικού ποινικού νόμου, δηλαδή από τα άρθρα 17 και 18 του ν. 2593/1997, το προβλεπόμενο σε αυτές αδίκημα της φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, παραλείπει να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλει ανακριβή δήλωση, αποκρύπτοντας καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή εισοδήματος (άρθρο 17), η δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς στο Δημόσιο τους φόρους, τέλη κλπ, που προβλέπονται στο άρθρο 18 του νόμου αυτού. Κατά δε το άρθρο 21 παρ.
  3. εδ. α του ίδιου νόμου (2523/1997) "Η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του ίδιου νόμου (3251/2004), καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περίπτωση στοιχ. δ' του άρθρου τούτου, κατά την οποία η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεσή του αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος, "αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος η της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους". Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 ΠΚ, οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη, που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέστηκε στη αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέστηκε. Αποκλείεται όμως, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 περίπτ. β' ΠΚ, η ποινική δίωξη, αν, σύμφωνα με τον αλλοδαπό νόμο, η πράξη έχει παραγραφεί. Η εκκαλούσα, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, υποστήριξε με όσα ανέπτυξε προφορικώς στο ακροατήριο, καθώς και με το υπόμνημα που κατέθεσε, ότι η αξιόποινη πράξη, για την οποία εκδόθηκε το ένταλμα σύλληψης διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος, τόσο κατά το Γερμανικό όσο και κατά το Ελληνικό Δίκαιο και ότι, αφού ο χρόνος που φέρεται ότι τελέστηκε το έγκλημα είναι η περίοδος από 1-1-2000 έως 30-4-2001, προκύπτει η συνδρομή της πιο πάνω περιπτώσεως δ του άρθρου 11 ν. 3251/2004 απαγορεύσεως εκτελέσεως του εντάλματος, δεδομένου ότι η παραγγελία για εκτέλεση του εντάλματος διαβιβάστηκε στον αρμόδιο κατ' άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3251/2004 Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας στις 18-10-2007 και η εκζητούμενη συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιον του στις 6-11-2007, δηλαδή, μετά την παρέλευση πενταετίας από την τέλεση του αποδιδόμενου σε αυτήν εγκλήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, η εκζητούμενη είναι Ελληνίδα υπήκοος και διώκεται για πλημμέλημα που τέλεσε στην αλλοδαπή. Συνεπώς, εφόσον, κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρο 6 του ΠΚ), η αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στην εκζητούμενη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών, η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος αρνείται την εκτέλεσή του, κατά την διάταξη του άρθρου 11 στοιχ. δ του ν. 3251/2004, αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά πέντε έτη (άρ. 111 παρ. 3 ΠΚ), αρχίζει δε η παραγραφή, προκειμένου για το αδίκημα της φοροδιαφυγής, για το οποίο ζητείται η έκδοση της εκκαλούσας, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη του άρ. 21 παρ. 10 του ν. 2523/1997, από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Σύμφωνα δε με τη γενόμενη περιγραφή της πράξεων στο ένταλμα σύλληψης, η αποδιδόμενη στην εκζητούμενη πράξη φέρεται ότι τελέστηκε, κατά το διάστημα 1.1.2000 έως 30.04.200, στην πόλη .... Γερμανίας, και ειδικότερα η εκζητούμενη "δεν έκανε στις Δ.Ο.Υ. κατά παράβαση καθήκοντος τις απαιτούμενες δηλώσεις και με αυτόν τον τρόπο μείωσε τους οφειλόμενους φόρους κατά 1.211.487 Γερμανικά Μάρκα (φόρος εισοδήματος 2000, φόρος ελευθέρων επαγγελμάτων 2000, φόρος κύκλου εργασιών 2000, φόρος κύκλου εργασιών 2001 και φόρος μισθών και ημερομισθίων Ιούλιος 2000 - Απρίλιος 2001)". Το Δικαστήριο αυτό, προκειμένου να διευκρινιστεί το κρίσιμο για την εκτέλεση του εντάλματος ζήτημα της παραγραφής, κατά τους Ελληνικούς ποινικούς νόμους, των πράξεων για τις οποίες σκοπείται η άσκηση ποινικής δίωξης από τις Γερμανικές Αρχές, με την 394/2008 προηγούμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του, ζήτησε να προσκομισθούν, με επιμέλεια του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με την έναρξη του χρόνου παραγραφής, των πιο πάνω πράξεων (οριστικοποίηση των σχετικών φορολογικών εγγραφών, χαρακτήρας των πράξεων ως κατ' εξακολούθηση ή κατά συρροή κλπ). Ο Διευθύνων Γενικός Εισαγγελέας του Μονάχου II, με το ..... τηλεομοιότυπο (και με τα στοιχεία ...., ......) από 12-3-2008) έγγραφό του, απάντησε σχετικά, ότι η εκζητούμενη "στο χρόνο καταλογισμού των φόρων, δεν υπέβαλε καμία φορολογική δήλωση στη αρμόδια ΔΟΥ (Νταχάου), παρόλο ότι τα έτη 2000 και 2001 είχε φορολογητέα εισοδήματα ή κύκλο εργασιών που υπόκειντο στη φορολογία. Κατηγορείται για συνολικά 14 περιπτώσεις υπεξαίρεσης φόρου.. Συγκεκριμένα πρόκειται για τις εξής χρονικές περιόδους. Υπεξαίρεση φόρου. Φόρος εισοδήματος 2000, υπεξαιρούμενο ποσό 347.797,00 ΓΜ, φόρος ελευθέρου επαγγέλματος 2000, υπεξαιρούμενο ποσό 131.618,00 ΓΜ, φόρος κύκλου εργασιών 2000, υπεξαιρούμενο ποσό 256.623,00 ΓΜ, φόρος κύκλου εργασιών 2001, υπεξαιρούμενο ποσό 114.751,00 ΓΜ, φόρος μισθών και ημερομισθίων Ιούλιος 2000, υπεξαιρούμενο ποσό 3.963,94 ΓΜ, φόρος μισθών και ημερομισθίων Αύγουστος 2000, υπεξαιρούμενο ποσό 12.751,86 ΓΜ, φόρος μισθών και ημερομισθίων Σεπτέμβριος 2000, υπεξαιρούμενο ποσό 56.584,24 ΓΜ, φόρος μισθών και ημερομισθίων Οκτώβριος 2000, υπεξαιρούμενο ποσό 59.545,54 ΓΜ, φόρος μισθών και ημερομισθίων Νοέμβριος 2000, υπεξαιρούμενο ποσό 68.975,62 ΓΜ, φόρος μισθών και ημερομισθίων Δεκέμβριος 2000, υπεξαιρούμενο ποσό 47.604,85 ΓΜ, φόρος μισθών και ημερομισθίων Φεβρουάριος 2001, υπεξαιρούμενο ποσό 32.807,72 ΓΜ, φόρος μισθών και ημερομισθίων Μάρτιος 2001, υπεξαιρούμενο ποσό 13.824,69 ΓΜ και φόρος μισθών και ημερομισθίων Απρίλιος 2001, υπεξαιρούμενο ποσό 30.273,36 ΓΜ. Συνολικά προκύπτει ένα υπεξαιρεθέν ποσόν της τάξεως των 1.211.487,00 ΓΜ". Από το έγγραφο αυτό, προκύπτει ότι, ως χρόνοι τελέσεως κάθε επιμέρους πράξεως πρέπει να θεωρηθούν ότι είναι οι αναφερόμενοι στο έγγραφο αυτό. Κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά πέντε έτη (άρ. 111 παρ. 3 ΠΚ). Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Η κύρια διαδικασία όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320, 321, 339, 340, και 343 ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως, αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο, ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 14-6-2005 ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, και από το πιο πάνω από 12-3-2008 έγγραφο του Διευθύνοντος Γενικού Εισαγγελέα του Μονάχου II, οι αποδιδόμενες στην εκκαλούσα-εκζητούμενη πράξεις της φοροδιαφυγής, έχουν το χαρακτήρα πλημμελήματος και φέρονται ότι τελέσθηκαν από 1-1-2000 έως 30-4-2001, στη Γερμανία και κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες πιο πάνω ημερομηνίες, κατά τις οποίες και της καταλογίσθηκαν, ως οφειλόμενοι οι πιο πάνω φόροι, ημερομηνίες, από τις οποίες αρχίζει και η παραγραφή των πράξεων αυτών. Το αξιόποινο, συνεπώς, των πράξεων αυτών εξαλείφθηκε, λόγω παραγραφής, διότι από της τέλεσή τους (1-1-2000 έως 30-4-2001), μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως, τόσο ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών (22/11/2007), όσο και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έχει συμπληρωθεί, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής, αφού δεν άρχισε ακόμη η κύρια διαδικασία για να συντρέξει χρόνος αναστολής. Επομένως, κατά την κρίση της πλειοψηφούσας γνώμης των μελών του Συμβουλίου τούτου, απαγορεύεται η εκτέλεση του πιο πάνω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 περ. δ του ν. 3251/2004 και το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, που, με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε αντιθέτως και γνωμοδότησε υπέρ της εκτελέσεως του προαναφερθέντος Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, προκειμένου η εκζητούμενη - εκκαλούσα να παραδοθεί στην εκδόσασα αυτό Γερμανική αρχή για να ασκηθεί εις βάρος αυτών ποινική δίωξη για φοροδιαφυγή, έσφαλε και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, για τον πιο πάνω λόγο της, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να αποφανθεί το παρόν Συμβούλιο, ότι δεν συντρέχει, νόμιμη περίπτωση εκδόσεως της εκζητουμένης. Κατά τη γνώμη όμως του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Λυκούδη, θα έπρεπε να απορριφθεί, ως αβάσιμη, η έφεση της εκκαλούσας. Τούτο δε, διότι, το αδίκημα της φοροδιαφυγής αφορά αξιόποινη πράξη, η οποία στρέφεται κατά εννόμων αγαθών, που ανήκουν αποκλειστικά στην Ελληνική έννομη τάξη και η προσβολή των εννόμων αυτών αγαθών πληροί την αντικειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος μόνο εφόσον είναι συνδεδεμένα με την ημεδαπή έννομη τάξη. Κατά συνέπεια, ο δράστης πράξης, η οποία συνιστά παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας άλλου κράτους δεν μπορεί να διωχθεί στην Ελλάδα, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση στοιχειοθετείται άλλο έγκλημα και, επομένως, δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως (αρ. 11 περ. ν. 3251/2004). Αυτό έχει ως συνέπεια ότι δεν δύναται να ερευνηθεί, αν η πράξη αυτή έχει παραγραφεί, κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, και συνακόλουθα, δεν συντρέχει η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 11 περ. δ πιο πάνω περίπτωση απαγόρευσης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Το γεγονός δε, ότι το αδίκημα της φοροδιαφυγής που τελέστηκε στην Γερμανία, δεν τιμωρείται στην Ελλάδα, δεν εμποδίζει την έκδοση του δράστη του αδικήματος αυτού, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 10 παρ. 1 περ. α εδ. β του ν. 3251/2004, αλλά των διατάξεων ν. 1017/1980 για αμοιβαία δικαστική αρωγή μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδος. Συνεπώς, και εφόσον, συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ανωτέρω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, ορθώς έκρινε και γι` αυτό θα έπρεπε να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη έφεση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την έφεση. Εξαφανίζει την 335/2007 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να εκτελεστεί το από 14.6.2005 Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, που εκδόθηκε από τον Διευθύνοντα Γενικό Εισαγγελέα Μονάχου II, κατά της εκκαλούσας Χ1 . Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου
  4. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου
  5. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.