Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1030 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Υπέρβαση εξουσίας, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο, Απόφαση αθωωτική, Μειοψηφική γνώμη. Περίληψη: Η έφεση Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη (άρθρ. 474, 476 § 2, 498 ΚΠΔ). Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτο. Πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τις πλημμέλειες της αποφάσεως. Δεν υπάρχει αντίθεση στα άρθρα 20 Συντάγματος και 6 ΕΣΔΑ. Αναίρεση Εισαγγελέως Αρείου Πάγου κατ' αποφάσεως που απέρριψε έφεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ως απαράδεκτη (άρθρα 505 § 2, 504 § 1 ΚΠΔ). Αναιρεί κατά πλειοψηφία και παραπέμπει. Αριθμός 1030/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 3070/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορουμένους τους: 1)..., 2)..., 3)... και 4)..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)... και 2)..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κοτζαμανίδη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 42/1-9-2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1237/
- Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ'άρθρον 505 παρ.2 ΚΠΔ "Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ.2 (άρθρ.483 παρ.3)...". Εκ της διατάξεως αυτής, σε συνδυασμό με την του άρθρου 504 παρ.1 ιδίου Κώδικος προκύπτει ότι ο εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση πάσης αποφάσεως οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, δι'έναν εκ των εις το άρθρο 510 ΚΠΔ λόγον, αφού ο περιορισμός των εις αναίρεση υποκειμένων αποφάσεων κατά τη διάταξη του άνω άρθρου 504 παρ.1 ισχύει μόνον όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικώς άλλως, πράγμα το οποίο όμως ειδικώς ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.
- Κατ'ακολουθίαν η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, υπ'αριθμ.42/1 Σεπτεμβρίου 2009, κατά της υπ'αριθμ.3070/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποίαν απερρίφθη ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ.88/18-7-2007 έφεση της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Κιλκίς κατά της υπ'αριθμ.817/2007 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς, έχει ασκηθεί υπό της άνω Εισαγγελέως (ΑΠ) νομοτύπως και εμπροθέσμως από της κατά την 23-7-2009 καταχωρίσεώς της καθαρογεγραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του άνω ποινικού δικαστηρίου (άρθρ.473 παρ.3), με λόγο την υπέρβαση εξουσίας, και ούσα παραδεκτή, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν. Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ.2 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει την δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικώς, προκειμένου περί εφέσεως του εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ.3 ΚΠΔ, η οποία προσετέθη με το άρθρο 2 παρ.19 του Ν.2408/1996 και ισχύει από 4 Ιουνίου 1996 (άρθρο 7 του Νόμου αυτού) "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αξιουμένη αιτιολογία της ασκουμένης από του εισαγγελέως εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθεται σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια οι συγκεκριμένες νομικές ή πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση. Όταν η έφεση του εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως έχει την άνω απαιτουμένη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη δι'έλλειψη αιτιολογίας, χωρίς να εξετάσει την ουσία της υποθέσεως, υποπίπτει σε (θετική) υπέρβαση εξουσίας και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η'ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ'αριθμ.3070/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και τα πρακτικά, οι κατηγορούμενοι δια της υπ'αριθμ.817/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς εκηρύχθησαν αθώοι κατά πλειοψηφίαν της αποδιδομένης εις αυτούς πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Κατά της αθωωτικής αυτής αποφάσεως η Εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών Κιλκίς ήσκησε την υπ'αριθμ.88/18-7-2007 έφεσή της. Στην έκθεση της εφέσεως αναφέρεται ότι η άνω Εισαγγελεύς εδήλωσεν ότι "ασκεί έφεση κατά της υπ'αριθμ.817/10-7-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς και ειδικότερα κατά το σκέλος αυτής, με το οποίο εκηρύχθηκαν αθώοι για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια οι κατηγορούμενοι: 1)..., 2)..., 3)... και 4)... και ζητεί να γίνει δεκτή η έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση. Ειδικότερα έσφαλε το άνω Δικαστήριο κηρύσσοντας τους ανωτέρω κατηγορούμενους αθώους, με πλειοψηφία 2 προς 1, για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, αφού απ'όλα τα στοιχεία της δικογραφίας και της ακροαματικής διαδικασίας προέκυψε ότι οι τέσσερις παραπάνω κατηγορούμενοι με τις ιδιότητες τους ο μεν πρώτος ως πρόεδρος της ανώνυμης εταιρίας "ΜΠΕΤΟΝ ΔΟΜΗ Α.Ε" που εδρεύει στο ..., ο δεύτερος ως αντιπρόεδρος, ο τρίτος ως Διευθύνων Σύμβουλος, ο δε τέταρτος ως υπεύθυνος παραγωγής στο υποκατάστημα ... της προδιαληφθείσας εταιρίας, ιδιότητες που επέβαλαν σε αυτούς τη νόμιμη υποχρέωση ώστε ο εξοπλισμός της εργασίας που τίθεται στη διάθεση των εργαζομένων, να είναι ο κατάλληλα προσαρμοσμένος προς τον σκοπό αυτό, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων, κατά την χρησιμοποίηση του, όπως όφειλαν και μπορούσαν να πράξουν, επέτρεψαν και ανέθεσαν στον εργαζόμενο ..., ηλικίας 25 ετών, κάτ. στη ζωή ..., τη χρησιμοποίηση της υπ'αριθμό κυκλοφορίας ... αντλίας σκυροδέματος, παρά το γεγονός ότι η αντλία αυτή είχε υποστεί παράνομη μετασκευή στο μήκος του βραχίονα στήριξης και αλλαγή του τρόπου έκτασης του, από χειροκίνητο σε υδραυλικό, χωρίς να εξασφαλιστεί η ύπαρξη ασφαλιστικών δικλείδων, όπως η ενεργοποίηση ενός ηχητικού ή και οπτικού προειδοποιητικού σήματος για την ύπαρξη τυχόν υφιστάμενου κινδύνου για τους εργαζόμενους. Την μετασκευή και μετατροπή αυτή της αντλίας έκαναν σε ιδιωτικά συνεργεία, χωρίς ν' ακολουθήσουν τους κανόνες των κατασκευαστικών εταιριών, οι οποίες πιστοποιούν και για την λειτουργία ενός μηχανήματος, και χωρίς βεβαίως να φροντίσουν να εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας για το μηχάνημα αυτό από τις αρμόδιες αρχές της πολιτείας (βαρύνονταν επίσης και με την παράβαση του άρθρου 88§1,4 του Κ.Ο.Κ, για την οποία και εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις του Ν,3346/05). Η ως άνω παράνομη, ανασφαλέστατη, τεχνικά αδόκιμη μεταποίηση της επίδικης αντλίας σκυροδέματος οδήγησε στο θανατηφόρο αποτέλεσμα, αφού ο άτυχος χειριστής ..., ενώ εκτελούσε εργασίες την 22-11-2002, στην αγροτική περιοχή ..., παγιδεύτηκε από τον οπίσθιο αριστερό βραχίονα της αντλίας και βρήκε τραγικό θάνατο συνθλιβόμενος από την πίεση αυτού. Οι διαπιστώσεις αυτές για την παράνομη και επικίνδυνη μετατροπή του επίδικου μηχανήματος, πέραν του ότι επαληθεύθηκαν πλήρως και κατά την ακροαματική διαδικασία, τονίζονταν ιδιαίτερα τόσο στην έκθεση του Τεχνικού Επιθεωρητή Εργασίας, όσο και στην έκθεση αυτοψίας των αρμοδίως διορισθέντων πραγματογνωμόνων-υπαλλήλων της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Ν. Κιλκίς. Η βαρύτατη αυτή αμέλεια των τεσσάρων προρρηθέντων κατηγορουμένων δημιούργησε τις συνθήκες του θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος, με την έννοια αιτιώδους συνάφειας και συνεπώς το Δικαστήριο έσφαλε κηρύσσοντας αυτούς αθώους, ενώ έπρεπε να κηρύξει αυτούς ενόχους". Ούτως έχουσα η έκθεση αυτή της εφέσεως, είναι αιτιολογημένη, αφού περιέχει με σαφήνεια και πληρότητα τις πραγματικές πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως και αναφέρει τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, αρκεί δε η παράθεση στην έκθεση της εφέσεως των στοιχείων από τα οποία "επαληθεύτηκαν πλήρως και τονίζονταν ιδιαίτερα" οι διαπιστώσεις για την παράνομη μετατροπή του επιδίκου μηχανήματος. Εντεύθεν και το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε την έφεση ως απαράδεκτη και δεν προχώρησε στην ουσία της υποθέσεως, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του κατά τον βάσιμο περί τούτου, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠΔ λόγον της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά την γνώμη όμως του μειοψηφούντος μέλους του Δικαστηρίου της Εισηγητρίας-Αρεοπαγίτου Βιολέττας Κυτέα, ο σχετικός ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο για τους εξής λόγους: Όταν η έφεση του εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως δεν έχει την άνω απαιτουμένη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη δι'έλλειψη αιτιολογίας χωρίς να εξετάσει την ουσία της υποθέσεως, δεν υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας και δεν ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η'ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως. Εξ άλλου οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣ.ΔΑ) εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, όμως δεν προϋποθέτουν συγκεκριμένους όρους ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί. Περαιτέρω με την απαγγελία της αθωωτικής αποφάσεως στο ακροατήριο, ο εισαγγελεύς έχει άμεση πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, καθώς και στα πρακτικά της συνεδριάσεως του δικαστηρίου, όπου η καταχώριση των μαρτυρικών καταθέσεων και η απολογία του κατηγορουμένου. Ούτω μέσα στην ικανή προθεσμία των δέκα ημερών από την έκδοση της αποφάσεως (άρθρα 473 παρ.1 και 486 παρ.1 ΚΠΔ) ο εισαγγελεύς μπορεί αποτελεσματικά να εκτελέσει τα καθήκοντά του και να κρίνει με ασφάλεια αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση ή όχι προς άσκηση εφέσεως κατά της αθωωτικής αποφάσεως. Εξ όλων αυτών παρέπεται ότι η άνω διάταξη του άρθρου 486 παρ.3 ΚΠΔ δεν είναι αντίθετη προς τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ? και τούτο διότι με την απαιτουμένη αιτιολογία της εφέσεως του εισαγγελέως κατά της αθωωτικής αποφάσεως δεν παραβιάζεται το δικαίωμά του για ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο και για χρηστή (δίκαιη) δίκη, ούτε καταλύεται στην πράξη το δικαίωμα αυτό του εισαγγελέως, με επακόλουθες δυσμενείς συνέπειες για τους πολιτικώς ενάγοντες, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση κατά αθωωτικής αποφάσεως και να ζητήσουν την καταδίκη του κατηγορουμένου, αλλά υποβάλλουν συνήθως με τους συνηγόρους τους σχετική αίτηση στον αρμόδιο εισαγγελέα για να την ασκήσει ο τελευταίος αυτός (Ολ.ΑΠ 9/2005). Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, διότι δεν περιέχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκ της διατάξεως του άρθρου 486 παρ.3 ΚΠΔ καθ'οσον, όπως ειδικότερα στο αιτιολογικό επί λέξει εκτίθεται.. "Από τη διάταξη αυτή" (486 παρ.3) "προκύπτει ότι για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της εφέσεως του Εισαγγελέως απαιτείται να περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και επιπλέον τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ένεκα των οποίων υφίστατο η συνδρομή της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης. Μόνη η παράθεση στην έκθεση έφεσης των αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία προκύπτει ενοχή του κατηγορουμένου και εντεύθεν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν αρκεί κατά το νόμο για την απαιτούμενη αιτιολογία, αφού ο Εισαγγελέας δεν αντικρούει με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα την εξενεχθείσα από το Δικαστήριο κρίση περί της αθωότητας του κατηγορουμένου. Ειδικώς προκειμένου περί μαρτυρικών καταθέσεων, εκ των οποίων κατά την κρίση του εκκαλούντος Εισαγγελέως αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου, απαιτείται να εκτίθεται με σαφήνεια στο εφετήριο έγγραφο ποια είναι τα σημεία εκείνα των καταθέσεων που δεν έλαβε υπόψη του το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τα οποία εάν ελάμβανε υπόψη του θα κατέληγε σε καταδικαστική κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη έφεση της Εισαγγελέως Πλημ/κων Κιλκίς στρέφεται κατά της υπ' αρ. 817/10-7-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς με την οποία οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι και κατά πλειοψηφία για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Στην έκθεση έφεσης της Εισαγγελέως αιτιολογείται η άσκηση από αυτήν του ενδίκου μέσου με την εξής σκέψη" "...,Και, αφού αναφέρει τα εις την έφεση της Εισαγγελέως ως άνω αναγραφόμενα, συνεχίζει το αιτιολογικό: "Με αυτό το περιεχόμενο όμως η έφεση της Εισαγγελέως, ενώ στρέφεται, κατά αθωωτικής απόφασης, δεν περιέχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία -που απαιτεί ο νόμος, αφού η ασκήσασα αυτήν .Εισαγγελεύς ουδόλως εκθέτει συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες της πρωτοδίκου αποφάσεως με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι της αποδοθείσας κατηγορίας, ούτε βέβαια παραθέτει πραγματικά περιστατικά τα οποία να προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων των άνω εγκλημάτων. Δεν εξηγείται ειδικότερα σε οποιοδήποτε σημείο της ενδίκου εφέσεως για ποιο λόγο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε κατά την πλειοψηφούσα κρίση του, στην εκτίμηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων και ιδιαίτερα των εκθέσεων του τεχνικού επιθεωρητή εργασίας όσο και της εκθέσεως αυτοψίας των διορισθέντων πραγματογνωμόνων, σε σχέση με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα στα οποία στήριξε την αθωωτική κρίση του και ειδικότερα ποιο σημείο των παραπάνω εκθέσεων στοιχειοθετεί την αμελή συμπεριφορά των κατηγορουμένων Επομένως αφού δεν εκτίθενται σε αυτήν ποιές είναι οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής απόφασης (πραγματικές ή και νομικές) αλλά αναφέρονται αόριστα κάποιες μαρτυρικές καταθέσεις και η ανάγνωση εγγράφων ως τα μόνα αποδεικτικά στοιχεία κατηγορίας, χωρίς να προσδιορίζονται ποία είναι τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία και γιατί αποκλείονται αυτά ως λιγότερο αξιόπιστα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως απαράδεκτη" και ως τοιαύτη την απέρριψε το άνω δικαστήριο. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθώς κατέληξε στην κρίση της απορρίψεως της εφέσεως της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Κιλκίς εφ'οσον αυτή (η έφεση) δεν ησκήθη όπως απαιτούν οι ως άνω διάταξη και γενικές διατάξεις των άρθρων 474 παρ.2 και 498 εδ.α'ΚΠΔ. Συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση, με το να απορρίψει ως απαράδεκτο, δι'έλλειψη αιτιολογίας, την έφεση, χωρίς να (προχωρήσει και) εξετάσει την ουσία της υποθέσεως, δεν υπέπεσε εις αρνητική υπέρβαση εξουσίας και εντεύθεν, δεν ιδρύθη ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, οπότε η περί του αντιθέτου αιτίαση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Κατ'ακολουθιαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, υπ'αριθμ.3070/2009 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς εκτός εκείνων που εδίκασαν προηγουμένως (άρθρ.519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθμ.3070/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ