Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1033 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Πλαστογραφία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου. Περίληψη: Συνεκδίκαση δύο αναιρέσεων (κατηγορουμένης και Εισαγγελέα Α.Π.). Συνερευνούνται λόγω συναφείας. Κακουργηματική πλαστογραφία (κατ’ εξακολούθηση). Ωφέλεια - ζημία άνω των 25.000.000 δρχ. εκάστη. Ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση. Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και απόλυτη ακυρότητα διότι λήφθηκαν υπόψη έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν και μαρτυρικές καταθέσεις που δεν αναφέρονται στα πρακτικά. Χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου που καταδικάστηκε για συρρέοντα εγκλήματα, και όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του επιβάλλει ποινή μεγαλύτερη (470α ΚΠΔ. Αναιρεί ως προς την ποινή για υπέρβαση εξουσίας για τον τελευταίο λόγο. Απορρίπτει αιτήσεις κατά τα λοιπά. Αριθμός 1033/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις: α) του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, και β)της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαδογιαννάκη, για αναίρεση της 2541α-2586-2693/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 26/18-5-2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σοφρωνιάδη και την από 24 Μαϊου 2007 αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 887/
- Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης του Εισαγγελέως και εν μέρει δεκτή της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της κατηγορουμένης, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι, 1)η 26/18-5-2007 αίτηση (έκθεση) του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή και 2) η από 24-5-2007 αίτηση (δήλωση) της Χ1, με τις οποίες διώκεται η αναίρεση των 2541α - 2586 - 2693/2006 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.2 εδ.α του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ.2 (483 παρ.3, 473 παρ.3 ΚΠΔ), την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως καταδικαστικής ή αθωωτικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των των οποίων και η έλλειψη της, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ίδιου Κώδικα, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας . Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 τη ΕΣΔΑ (ν.δ.53/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε περί της ενοχής του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά. Δεν απαιτείται όμως για την αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης να εκθέτει το δικαστήριο σ' αυτή περιστατικά, από τα οποία πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη είναι η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ., "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή ίσχυε μετά τη συμπλήρωσή της με το άρθρο 1 παρ. 7 περ. α' του ν. 2408/1996, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών "εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών". Εξάλλου, με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. α' του Ν. 2721/1999, η ως άνω, με την παρ. 7α του άρθρου 1 του ν. 2408/1996 προστεθείσα στην παρ. 3 του άρθρου 216 του ΠΚ τελευταία φράση, αντικαταστάθηκε με τη φράση "Εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, κατάρτιση πλαστού εγγράφου αποτελεί και η κατάχρηση της υπογραφής άλλου, που είχε τεθεί σε λευκό χαρτί, αφού το τελευταίο, προτού συμπληρωθεί, δεν αποτελεί έγγραφο. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει κατάρτιση πλαστού εγγράφου, όταν η συμπλήρωση του λευκού γίνεται χωρίς να γνωρίζει εκείνος που το έχει υπογράψει και παρά τη θέλησή του. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας απαιτείται, μετά την ισχύ του ν. 2408/1996, η οποία ως επιεικέστερη έχει αναδρομική ισχύ, όχι μόνο σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκοπός αυτού να βλάψει άλλον, αλλά και το όφελος ή η βλάβη να υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών (73.000 ευρώ), ενώ, κατά τη δυσμενέστερη πιο πάνω διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. α' του Ν. 2721/1999, πρέπει το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών. . Περαιτέρω, κατά την έννοια του αρ.242 παρ.1 του ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 α και 263 Α του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για την σύνταξη ή έκδοση εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ του ΠΚ και δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο που έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε γεγονός που βεβαιώνεται σ'αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και γ) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και θέληση να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά. Για την κακουργηματική μορφή της πράξης της ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται προσέτι η διαπίστωση ότι ο δράστης ενήργησε με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο περιουσιακό όφελος ή να βλάψει παράνομα κάποιον άλλο, χωρίς να είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός, εφόσον, σύμφωνα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.7 εδ. β του Ν. 2408/1996, η οποία ως επιεικέστερη έχει αναδρομική ισχύ, το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ - άρθρο 5 ν.2943/2001). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ.α ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε . Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κλπ. β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος, με γνώση, θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε την κατηγορουμένη α) ένοχη, κατά πλειοψηφία (4-1) για κακουργηματική πλαστογραφία, με χρήση πλαστών, κατ' εξακολούθηση, και β) αθώα ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική ψευδή βεβαίωση. Με τις κρινόμενες αναιρέσεις, οι οποίες ασκήθηκαν παραδεκτώς και εμπροθέσμως, προσβάλλεται η προαναφερόμενη απόφαση, ως προς μεν την καταδικαστική της διάταξη, με την αίτηση της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας, ως προς δε την αθωωτική αυτής διατάξη, με την αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση, ως προς την πράξη της πλαστογραφίας, το Δικαστήριο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά " Στις 16-3-1980, απεβίωσε, στο Ινσμπουργκ Αυστρίας ο Γ1, αδελφός του δεύτερου συζύγου της κατηγορουμένης, κάτοικος εν ζωή Γαλλίας . Αυτός κατέλιπε την από ...... ιδιόγραφη διαθήκη, με την οποία αυτός (Γ1) κληροδότησε στο δήμο Καρλοβασίου Σάμου και στο φιλανθρωπικό σωματείο "Κοινωνική Μέριμνα" Μοσχάτου Αττικής, το οποίο είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, κατά το 1/4 στο καθένα, από τις καταθέσεις του σε ξένο συνάλλαγμα στο εξωτερικό και ειδικότερα σε δολάρια ΗΠΑ, λίρες Αγγλίας, μάρκα Γερμανίας, καθαρό χρυσό και σειρά αναμνηστικών νομισμάτων Αιθιοπίας. Για την εκπλήρωση των ως άνω κληροδοτημάτων βάρυνε ο διαθέτης Γ1 τον αδελφό του Γ2, ο οποίος με την από 17-10-1985 απόφαση του Πρωτοδικείου Τουλώνος αναγνωρίστηκε κληρονόμος του. Στη συνέχεια ο Γ2 ολόκληρη την κληρονομιαία περιουσία του αδελφού του Γ1, όπως περιγράφηκε παραπάνω, στην οποία περιλαμβανόταν και τα υπέρ του δήμου Καρλοβασίου και του φιλανθρωπικού σωματείου "Κοινοτική Μέριμνα" Μοσχάτου κληροδοτήματα που ανερχόταν για μεν το δήμο Καρλοβασίου στο ποσό των 250.000 δολαρίων ΗΠΑ και 7.500 χάρτινων λιρών Αγγλίας, για δε το φιλανθρωπικό σωματείο, στο ποσό των 250.000 δολαρίων ΗΠΑ και 7.250 χάρτινων λιρών Αγγλίας, μετέφερε στη Λωζάνη και κατέθεσε τις παραπάνω χρηματικές καταθέσεις σε ατομικό του λογαριασμό στην εκεί τράπεζα ΙNDOSUEZ, ενσωματώνοντας έτσι στην περιουσία του και τα ανήκοντα στους δικαιούχους δήμο Καρλοβασίου και φιλανθρωπικό ίδρυμα "Κοινωνική Μέριμνα" παραπάνω κληροδοτήματα, με τα οποία ήταν βεβαρημένος και τα οποία ουδέποτε απέδωσε στα προαναφερόμενα πρόσωπα μέχρι τον λαβόντα χώρα, κατά την 10-6-1996 θάνατό του. Κατά το έτος 1986, ήλθε σε γάμο με την κατηγορουμένη Χ
- Από τον πρώτο γάμο αυτός απέκτησε δύο θυγατέρες την Β1 και Β
- Με την από ..... ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε με το 3643/4-10-1994 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε κληρονόμους του τις προαναφερόμενες θυγατέρες του, στις οποίες κατέλιπε τα προσδιοριζόμενα στη διαθήκη αυτή περιουσιακά στοιχεία, στα οποία δεν περιλαμβανόταν και το κληρονομικό μερίδιο του επί της προμνημονευόμενης κληρονομιαίας περιουσίας του αδελφού του Γ
- Επομένως, επειδή τα καταληφθέντα στους προαναφερόμενους κληρονόμους του περιουσιακά στοιχεία δεν εξαντλούσαν την κληρονομιαία περιουσία του διαθέτη Γ2, αφού δεν περιλαμβανόταν σ'αυτά και η κληρονομιαία περιουσία του αδελφού του Γ1, κατά τη μερίδα που του ανήκει, ως προς αυτή, θα χωρήσει η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή και τα 2/8 εξ αδιαιρέτου θα περιέλθουν στη σύζυγό του κατηγορουμένη, τα δε 3/8 εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία από τις προαναφερόμενες θυγατέρες του. Ο Γ2 έπασχε από τη νόσο του ALZHAIMER, η οποία εξελίσσεται βραδέως. Ήδη από το έτος 1991 ήταν εμφανής η σωματική νοητική του κατάπτωση και ήταν έντονη η έλλειψη βούλησης. Από το έτος 1993 ο Γ2 είχε περιέλθει σε πλήρη κατάπτωση των σωματικών και πνευματικών λειτουργιών του, ώστε να μη θεωρείται ικανός για δικαιοπραξία. Περί αυτού καταθέτει στο πρωτόδικο δικαστήριο η Ζ1, η οποία εργάστηκε ως οικιακή βοηθός στην οικία και, παρά ταύτα, ο Γ2 δεν την αναγνώριζε. Ακόμη και η Ζ2, που εργάστηκε ως οικιακή βοηθός, από 1-6-1993 έως Φεβρουάριο 1994, κατέθεσε τόσο ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ότι δεν είχε επικοινωνία με το περιβάλλον, ότι είχε κινητικά προβλήματα και ήταν κατάκοιτος. Του έκαναν εξάσκηση πως θα υπογράψει, η κατηγορουμένη με τον υιόν της. Η ίδια (Ζ2) κατέθεσε χαρακτηριστικά ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι η κατηγορουμένη με τον υιόν της του έδωσαν λευκό χαρτί να υπογράψει. Ο ιατρός ......, που τον εξέτασε το 1994, διαπίστωσε ότι ήταν σε προχωρημένο στάδιο άνοιας, ότι δεν είχε επικοινωνία με το περιβάλλον. Χαρακτηριστικά καταθέτει ότι ήταν σαν "σανίδα". Συμπεραίνει ότι δεν ήταν ικανός για δικαιοπραξία το 1994, αλλά και το προηγούμενο έτος τουλάχιστον. Ο ιατρός ....., που τον εξήτασε στις 11-5-1993, διαπίστωσε σαφέστατες κινητικές δυσκολίες. Ο ίδιος τον εξήτασε και τον Ιούνιο 1993 και διαπίστωσε ότι ήταν στην ίδια κατάσταση. Και ο ιατρός ....... προσδιορίζει το χρόνο αρχής της νόσου από το
- Αυτός ήταν ο θεράπων ιατρός από αρχές του 1996 και καταθέτει ότι με βιοψία διαπιστώθηκε ότι έπασχε από Αλτσχάιμερ. Καταθέτει δε με σαφήνεια με βάση το ιστορικό του ασθενούς, ότι, από το 1991 τουλάχιστον, δεν είχε δικαιοπρακτική ικανότητα. Περαιτέρω, καταθέτει η εγγονή του Γ2 ότι επισκέφθηκε τον παππού της, δύο μήνες μετά το Πάσχα του έτους 1993 και παρατήρησε ότι ήταν σε τέτοια κατάσταση που δεν μπορούσε να μιλήσει, δεν μπορούσε να πιάσει κάτι και δεν την αναγνώρισε. Η ατροφία του φλοιού του εγκεφάλου, συνεπεία της νόσου ΑLZHAIMER διαπιστώθηκε εργαστηριακά στις ....., με αξονική τομογραφία και στη συνέχεια και με ιστολογική εξέταση (βιοψία). Μετά από αίτηση των θυγατέρων του Β1 και Β2, εκδόθηκε η με αριθμό 2708/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη, με την οποία ο Γ2 τέθηκε σε κατάσταση δικαστικής απαγόρευσης. Και ενώ αυτός βρισκόταν στην προεκτεθείσα κατάσταση, η κατηγορουμένη Χ1 προσχεδίασε να σφετεριστεί την κινητή περιουσία, που αποτελείτο από την προαναφερόμενη κατάθεσή του σε ατομικό λογαριασμό στην τράπεζα της Λωζάνης ΙNDOSUEZ. Έτσι η κατηγορουμένη αρχικά απέστειλε FΑΧ, συντεταγμένο με κεφαλαία γράμματα στη γαλλική γλώσσα προς το δικηγόρο της Λωζάνης J. ΗΕΙΜ. Με την επιστολή αυτή, με ημερομηνία ....., που ήταν, όπως προειπώθηκε, συντεταγμένη με κεφαλαία γράμματα για να μην είναι ευχερής η απόδοση της γραφής σε συγκεκριμένο πρόσωπο κατά τη γραφολογική εξέταση, ο Γ2 ζητούσε δήθεν να πληροφορηθεί από το δικηγόρο για το κατάλοιπο του ατομικού του λογαριασμού. Ακολούθως, στις 27-5-1993, απέστειλε δεύτερη επιστολή, δακτυλογραφημένη, στη γαλλική γλώσσα, με παραλήπτη τον ίδιο δικηγόρο. Μετά την επιστολή αυτή, ο φερόμενος ως αποστολέας Γ2, πληροφορούσε το δικηγόρο αυτό, ότι για την κατάθεση από την κληρονομιά του αδελφού του Γ1 θα συνεργαζόταν πλέον με το δικηγόρο Ανδρέα Τίκαρδο, που είναι τριτεξάδελφος της κατηγορουμένης. Παράλληλα, έδινε εντολή στην Τράπεζα INDOSUEZ , να στείλει το υπόλοιπο του λογαριασμού του σε ατομικό του λογαριασμό στην ΑΜΕRICΑΝ ΕΧPRESS στην Ελλάδα. Τέτοιο όμως λογαριασμό δεν τηρούσε ο Γ1 στην Ελλάδα, πράγμα το οποίο θα έπρεπε να το γνωρίζει ο Γ2, αν ήταν πράγματι ο συντάκτης της επιστολής. Την ίδια ημερομηνία (27-5-1993), η κατηγορουμένη απέστειλε προς την τράπεζα INDOSUEZ της Λωζάνης δακτυλογραφημένη επιστολή, συντεταγμένη στη γαλλική γλώσσα, με την οποία φερόταν ότι δήθεν ο σύζυγός της Γ2 έδινε εντολή στην εν λόγω τράπεζα να αποστείλει ολόκληρο το υπόλοιπο ποσό του λογαριασμού του, μαζί με τους τόκους, στον υπ' αριθμόν ...... κοινό λογαριασμό αυτού και της κατηγορουμένης, της ΑΜΕRICΑΝ ΕΧPRESS της Αγίας Παρασκευής. Και είναι μεν αληθές ότι οι υπογραφές που τέθηκαν κάτω από το κείμενο των επιστολών, οι οποίες και φέρουν εμφανή στοιχεία παθολογικής χάραξης, έχουν τεθεί από τον Γ2, αλλά το κείμενο των επιστολών αυτών δεν έχει γραφεί από τον Γ2, αλλά από την κατηγορουμένη, η οποία και προσδοκούσε συμφέρον από τη σύνταξη των επιστολών. Ο Γ2, κατά το χρόνο σύνταξης των επιστολών αυτών, λόγω της κατάστασης της υγείας του, ήταν αδύνατο να κατανοήσει και διατυπώσει το περιεχόμενό τους, αλλά και να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς τη βούλησή του. Η κατάρτιση και αποστολή των επιστολών αυτών τόσο προς το δικηγόρο ΗΕΙΜ, όσο και στην τράπεζα INDOSUEZ, έγινε από την κατηγορουμένη, προκειμένου να παραπλανήσει τον εν λόγω δικηγόρο, όσο και τους υπαλλήλους της εν λόγω τράπεζας, όπως και τους παραπλάνησε και μεταβίβασαν από τον ατομικό λογαριασμό του συζύγου της σε κοινό λογαριασμό αυτής και εκείνου στην ΑΜΕRICΑΝ ΕΧPRESS 1.000.000 δολάρια ΗΠΑ και 29.000 λίρες (χάρτινες) Αγγλίας, που προέρχονταν από την κληρονομιά του Γ
- Τα ποσά αυτά ανέλαβε την ίδια ημέρα η κατηγορουμένη και έκλεισε το λογαριασμό και στις 25-2-1994 κατάθεσε στον υπ' αριθμό ..... κοινό λογαριασμό αυτής και του συζύγου της στην ίδια τράπεζα το ποσό των 889.459, 27 δολαρίων ΗΠΑ, τον οποίο λογαριασμό στις 22-6-1995 έκλεισε, ήτοι μέσα σε τρεις ημέρες από την επίδοση σ' αυτήν της υπ' αριθμ 3715/1995 απόφασης του Μον. Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διορίστηκε επίτροπος του Γ2 ο ......., σε αντικατάσταση αυτής. Με τις επιμερικότερες αυτές πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, σκόπευε η κατηγορουμένη να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τις θυγατέρες του Γ2 Β1 και Β2, κατά το ποσό του εξ αδιαθέτου μεριδίου τους, προξενήθηκε δε σ' αυτές, με τις επιμερικότερες αυτές ομοειδείς πράξεις της κατάρτισης των προαναφερόμενων πλαστών εγγράφων, των οποίων στη συνέχεια έκανε χρήση, και είχαν και τις έννομες συνέπειες, δηλαδή τη μετακίνηση χρημάτων από λογαριασμό σε λογαριασμό, παρά τα αντιθέτως ισχυριζόμενα από την κατηγορουμένη, στο ιδιαίτερο σημείωμα που ενσωματώθηκε στα πρακτικά, ζημία υπερβαίνουσα κατά πολύ το ποσό των 25.000.000 δραχμών για την καθεμία, με αντίστοιχο όφελος που επιδίωξε η κατηγορουμένη αυτή". Με τις σκέψεις αυτές, η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα κρίθηκε ένοχη, με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2α και ε του ΠΚ, κατά πλειοψηφία, κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση , όπου το όφελος, για κάθε επί μέρους πράξη, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ) (άρθρο 216 παρ.1, 3 ΠΚ). Για την πράξη της δε αυτή, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών ετών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4, 40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης. Αντιθέτως, ως προς την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, που τελέστηκε από τον συμβολαιογράφο Αθηνών Κωνσταντίνο Ζαγκλή στο ....... συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, το Δικαστήριο, κατά τη γνώμη που πλειοψήφησε (4-1), έκρινε ότι η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί αθώα. Για να στηρίξει την αθωωτική του κρίση το Δικαστήριο για την πράξη αυτή, διέλαβε την ακόλουθη αιτιολογία " .....Και τούτο, διότι, σχετικά με τη σύνταξη του πληρεξουσίου, εκτός από όσα αναφέρονται παραπάνω στη γνώμη της μειοψηφίας για την κατάσταση του ασθενούς, αποδεικνύεται επίσης ότι η υπογραφή είναι γνήσια υπογραφή του Γ2.Οι γραφολόγοι, εξάλλου, που όρισε ο συμβολαιογράφος να γνωμοδοτήσουν για τη γνησιότητα της υπογραφής προχωρούν ένα βήμα παραπάνω, επειδή τους τέθηκε σχετικό ερώτημα, και γνωμοδοτούν ότι οι υπογραφές στο πληρεξούσιο παρουσιάζουν γραφικές αλλοιώσεις δηλωτικές της σωματικής του αδυναμίας, της εξασθένησης της οράσεως και των διαταραχών του νευρικού συστήματος αυτού, διατυπώνονται όμως με συνεχή συνδέσμωση (χωρίς διακοπές, λεκτικά ή συνεκτικά χάσματα), ενώ τα επί μέρους σχήματα φέρονται χωρίς διορθώσεις, διπλασιασμούς ή ατελείς χαράξεις, αποδεικνύοντας τη συνέχεια της συνεργασίας εγκεφάλου και γραφικών μυών και την αρκετά κανονική, ακόμη, κατά το χρόνο αυτό, τουλάχιστον, λειτουργία των νοητικών, ψυχικών και σωματικών λειτουργιών του Γ2 και αιτιολογούν τη γνώμη τους αυτή. Για τη γνησιότητα της υπογραφής στο πληρεξούσιο γνωμοδοτεί, μετά από εντολή των θυγατέρων του Γ2 και η γραφολόγος ......, κατά μήνα Δεκέμβριο
- Επιπροσθέτως, δεν αποδεικνύεται με βεβαιότητα από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι η κατηγορουμένη με τη χρησιμοποίηση της πειθούς, φορτικότητας, συνεχείς προτροπές και υποσχέσεις υλικών ανταλλαγμάτων, προκάλεσε στο συμβολαιογράφο την απόφαση να συντάξει το επίδικο πληρεξούσιο, παρά το γεγονός ότι ο ασθενής σύζυγος της δεν αντιλαμβανόταν τα συμβαίνοντα στο περιβάλλον του. Οι καταθέσεις των γυναικών που φρόντιζαν τον ασθενή είναι αόριστες, αντιφατικές και επομένως, ελάχιστα πειστικές, αφού ομιλούν για συμβολαιογράφο που ήλθε και έφυγε, χωρίς να προσδιορίζουν το όνομά του και στη συνέχεια αποφεύγουν να πουν ότι είδαν το συγκεκριμένο συμβολαιογράφο να φθάνει στην κατοικία του ζεύγους...." V. Το Πενταμελές Εφετείο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την περί ενοχής κρίση του για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας, αφού, ως προς αυτήν, εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης αυτής πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα , καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, με την συνεκδικαζόμενη αίτησή της προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι η αιτιολογία της καταδικαστικής γι' αυτήν απόφασης είναι ελλιπής και ασαφής, διότι δεν αναφέρει με ποιες σκέψεις και από ποια πραγματικά περιστατικά οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι οι τρεις επιστολές εγράφησαν και απεστάλησαν από την αναιρεσείουσα, πότε εγράφησαν αυτές και πότε χρονικώς υπεγράφησαν από τον Γ2, του οποίου η υπογραφή δεν αμφισβητείται και δεν διευκρινίζει, αν το κείμενο των τριών επιστολών είχε γραφεί πριν ή μετά τη θέση των υπογραφών σε αυτές, καθώς επίσης, εφόσον γίνεται δεκτό ότι οι υπογραφές στα επίμαχα έγγραφα ήταν γνήσιες "η έστω και με εξαπάτηση του εκδότη λήψης της υπογραφής του δεν στοιχειοθετεί κατάρτιση πλαστού εγγράφου κι αν ακόμα αυτός πάσχει από γεροντική άνοια". Επίσης η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι οι δύο πρώτες επιστολές (προς τον δικηγόρο Heim) δεν μπορούσαν να έχουν, για τους διαλαμβανόμενους στην αίτηση λόγους, έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα να μην νοείται και αντίστοιχη επιδίωξη (σκοπός) αυτής να παραπλανήσει τον παραλήπτη τους και, κατά συνέπεια, ελλείψει σκοπού παραπλάνησης για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομη συνέπεια, δεν στοιχειοθετείται πλαστογραφία. Περαιτέρω δε, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ότι, ακόμη και αν διαπράχθηκε η πλαστογραφία, αυτή θα ήταν σε βαθμό πλημμελήματος, διότι οι δύο μεν πρώτες επιστολές δεν επιδίωκαν περιουσιακή μετακίνηση και, επομένως, δεν εσκόπευαν σε όφελος που υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δραχμών, ενώ η τρίτη επιστολή της 27-05-1993, προς την Τράπεζα Indosuez, δεν ήταν πρόσφορη να επιφέρει όφελος μεγαλύτερο των 25.000.000 δραχμών, μετά την αφαίρεση του φορολογικού προστίμου που είχε επιβληθεί από το γαλλικό δημόσιο σε βάρος του Γ2, αφού το ποσό που θα εναπέμενε, δεν θα υπερέβαινε το ποσό των 15.000.000 δραχμών, με συνέπεια η πλημμεληματική αυτή πλαστογραφία, να έχει υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 111 παρ. 3 ΠΚ, ισχυρισμό, τον οποίο, αν και προέβαλε, η αναιρεσιβαλλομένη δεν απάντησε. Επιπλέον δε, προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι η καταδίκη για πλαστογραφία σε βάρος των Β1 και Β2 είναι αβάσιμη, διότι αυτές δεν θα κληρονομούσαν εξ αδιαθέτου τον πατέρα τους Γ
- Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι. Όπως αναφέρεται στην πιο πάνω (παρ. ΙΙΙ) μείζονα σκέψη, κατάρτιση πλαστού εγγράφου αποτελεί και η κατάχρηση της υπογραφής άλλου, που είχε τεθεί σε λευκό χαρτί, δηλαδή όταν η συμπλήρωση του λευκού εγγράφου γίνεται χωρίς να γνωρίζει εκείνος που το έχει υπογράψει και παρά τη θέληση του, αφού το τελευταίο, προτού συμπληρωθεί δεν αποτελεί έγγραφο. Κατά τις σαφείς δε παραδοχές της προσβαλόμενης απόφασης, το κείμενο των τριών επιστολών είχε γραφεί κατά τους αναφερόμενους στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης χρόνους, όταν ήδη ο Γ2 είχε θέσει τις υπογραφές του στο (λευκό) χαρτί, επί του οποίου γράφηκε στη συνέχεια το κείμενο των επιστολών, χωρίς την θέλησή του και χωρίς αυτός να είναι σε θέση γνωρίζει το περιεχόμενό τους, λόγω της ασθενείας του. Όλες δε οι επιστολές αυτές είχαν έννομες συνέπειες, αφού, με τη χρήση αυτών, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η αναιρεσείουσα πέτυχε την μεταβίβαση του ποσού του 1.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ και 29.000 χάρτινων λιρών Αγγλίας από την Τράπεζα της Λωζάνης (Indosuez) στην Amerikan Express στην Ελλάδα σε κοινό λογαρισμό της ίδιας και του συζύγου της. Το ποσό δε αυτό είναι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, το όφελος που επιδίωξε και πέτυχε η αναιρεσείουσα, με την χρήση της κάθε μιάς πλαστής επιστολής, και το οποίο σαφώς υπερβαίνει, σε κάθε περίπτωση, το ποσό των 25.000.000 δραχμών και συνεπώς στοιχειοθετείται, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο, κακουργηματική και όχι πλημμεληματική πλαστογραφία και ορθώς, ακολούθως, το Δικαστήριο απέρριψε "τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της κατηγορουμένης "περί πλημμεληματικών πράξεων" και συνακόλουθα δεν ασχολήθηκε περαιτέρω με την στηριζόμενη στο πλημμεληματικό χαρακτήρα της πράξεως, ένσταση παραγραφής. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, μεταξύ των οποίων και εκείνες που αφορούν το ύψος του οφέλους, κατά τον υπολογιζόμενο κατ' αυτήν τρόπο, τα επιχειρήματα αυτής ως προς την ανυπαρξία εννόμων συνεπειών από την πλαστογράφηση των επιστολών και την ανυπαρξία κληρονομικού δικαιώματος, επί του πιο πάνω ποσού, της Β1 και της Β2, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. VI. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το μη αναγνωσθέν έγγραφο ρητώς μνημονεύεται κατά τα κύρια αυτού σημεία σε άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αναιρέσεως, προβάλλει, την αιτίαση ότι το Δικαστήριο έχει λάβει υπόψη του έγγραφα μη αναγνωσθέντα, τα οποία άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του. Ειδικότερα, κατά λέξη, ισχυρίζεται ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, μνημονεύονται ως εξής τα έγγραφα, που έλαβε υπόψη και δεν αναγνώσθηκαν. "....... Στη σελίδα 56 του αιτιολογικού αναφέρεται ότι: "Η ατροφία του φλοιού του εγκεφάλου συνεπεία της νόσου Alzhaimer διαπιστώθηκε εργαστηριακά στις ..., με αξονική τομογραφία και στη συνέχεια και με ιστολογική εξέταση". Από την ανάγνωση όμως των πρακτικών (σελ.35), όπου καταγράφονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, δεν προκύπτει ανάγνωση εγγράφου α) αξονικής τομογραφίας της .... και β) οποιαδήποτε ιστολογική εξέταση. Αμφότερα δε τα μη αναγνωσθέντα, αλλά ληφθέντα υπόψη έγγραφα είναι σημαντικά, διότι προσδιορίζουν την νόσο από την οποία φέρεται ότι έπασχε ο Γ2 2) Ομοίως ελήφθη υπόψη, χωρίς να αναγνωσθεί, ο υπ'αρ. ..... κοινός λογαριασμός εμού και του συζύγου μου, στην τράπεζα Amerikan Express, στον οποίο φέρομαι, κατά την προσβαλλομένη (βλ.σελ57), ότι κατέθεσα ποσό 889.459 δολάρια ΗΠΑ προερχόμενα δήθεν από την κληρονομιά του αδελφού του αποβιώσαντος συζύγου μου Γ1 και τα οποία είχαν μεταβιβασθεί από την τράπεζα Indosuez βάσει των τριών επιστολών.......". Όμως όλα τα πιο πάνω έγγραφα αναφέρονται διηγηματικά στο σκεπτικό της αποφάσεως και το Δικαστήριο δεν συνήγαγε εξ αυτών την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του . Στην κρίση του αυτή κατέληξε το Δικαστήριο αποκλειστικά και μόνο από τα μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα μνημονευόμενα έγγραφα, που αναφέρονται, ως αναγνωσθέντα στα πρακτικά και μόνο αυτά. Από τα τελευταία δε προέκυψε η ύπαρξη και το περιεχόμενο των πιο πάνω αναφερομένων, εγγράφων (βλ. π.χ. από ..... Ιατρική Έκθεση ..... σελ. 52, 19056/97 απόφαση Μονομελούς Πρωτ. Αθηνών σελ. 3β' κλπ). Άλλωστε αναφορά στην πιο πάνω αξονική τομογραφία, καθώς και στην ιστολογική εξέταση (βιοψία) έκαναν και οι εξετασθέντες μάρτυρες, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (τα πρακτικά της δίκης του οποίου αναγνώσθηκαν βλ., αντί πολλών, κατάθεση Β2 σελ. 73 πρακτικών), όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της αίτησης της αναιρεσείουσας , με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίσης του, έλαβε υπόψη του τα έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. VII. Η αναιρεσείουσα, με την κρινόμενη αίτησή της προβάλλει περαιτέρω τις αιτιάσεις ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει στην αρχή του σκεπτικού της, ότι τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την καταδικαστική της κρίση για τη τέλεση τoυ αδικήματος της πλαστογραφίας, αποδείχθηκαν από όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει, ωστόσο δεν προκύπτει ότι έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά από αυτά, για να καταλήξει στην καταδικαστική για την αναιρεσείουσα κρίση της. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ότι από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και προς κρίση του βαθμού ικανότητας του αποβιώσαντος Γ2 κατά τον χρόνο της συντάξεως των τριών επιστολών, "δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των ειδημόνων και ειδικότερα του Λέκτορα της Ψυχιατρικής ...., ο οποίος ήταν ο μόνος που τον εξέτασε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα που υπογράφηκαν οι 3 επιστολές και συγκεκριμένα στις 11-05-1993 και του Καθηγητού της Ψυχιατρικής ....." . Ολοι δε οι ανωτέρω, όπως αιτιάται η αναιρεσείουσα, καθώς και οι κατά την πρωτόδικη δίκη εξετασθέντες μάρτυρες Καθηγητής Νευρολογίας ..... και ο λέκτορας της Δικαστικής Ψυχιατρικής ......, των οποίων οι καταθέσεις αναγνώσθηκαν από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, καταθέτουν ότι δεν είναι δυνατόν η δικαιοπρακτική ικανότητα να κριθεί εκ των υστέρων, όπως, επίσης δεν λήφθησαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας εξετασθέντων γραφολόγων- πραγματογνωμόνων, οι οποίες εξέτασαν τις κρίσιμες επιστολές, και συγκεκριμένα της ..... και ....... και αποφαίνονται, το μεν, ότι είναι γνήσιες, αφετέρου δε, ότι η υπογραφή δεν τέθηκε μηχανικά . Επίσης η αναιρεσείουσα προβάλει την αιτίαση, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του κατάθεση μη εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρα, καθόσον στα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης αναγράφεται ότι αναγνώσθηκε από τα πρακτικά της πρωτόδικης, πλην άλλων και η κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας Δ1, πλην όμως, από τα εν λόγω πρακτικά, δεν προκύπτει ότι κατέθεσε μάρτυρας με το όνομα αυτό και ότι, ενόψει όλων των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κατέληξε στην κρίση του. Οι αιτιάσεις αυτές της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που πλήττουν την απόφαση του Εφετείου για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις πιο πάνω καταθέσεις μαρτύρων, από τα οποία προκύπτει η βασιμότητα των ισχυρισμών της, ως προς τον βαθμό ικανότητας του αποβιώσαντος Γ2, κατά τον χρόνο της συντάξεως των τριών επιστολών, και ότι, επομένως, ήταν αθώα της πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε, είναι αβάσιμες. Από τη γενόμενη επίκληση, στην αρχή του σκεπτικού, όλων των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά και, συνεπώς, και οι καταθέσεις των μαρτύρων που αναφέρει η αναιρεσείουσα . Η παράλειψη δε αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, όπως και πιο πάνω αναπτύχθηκε, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας , ότι ήταν αναγκαία η περαιτέρω ειδική έκθεση των λόγων, για τους οποίους το Εφετείο δεν πείστηκε από τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν, κατ' αυτήν, την αθωότητά της, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, μνημονεύεται και η με αριθμό 667/1995 ένορκη βεβαιώση του Δ1 (βλ. σελίδα 107 πρακτικών πρωτόδικης), την ανάγνωση της οποίας πρότεινε ο εισαγγελέας και κατά την ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου διαδικασία και η οποία, από πρόδηλη, προφανώς, παραδρομή, χαρακτηρίζεται στα πρακτικά της δίκης ως κατάθεση μάρτυρα κατηγορίας. Άλλωστε, το Δικαστήριο της ουσίας δεν θα ήταν δυνατόν να λάβει υπόψη του ανύπαρκτη κατάθεση μάρτυρα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και, εκ τούτου, απορριπτέος. VIII. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 470 εδ. α' του ΚΠΔ, "στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε, ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 524 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, " αν η νέα συζήτηση διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση που ασκήθηκε μόνο από εκείνον που καταδικάστηκε ή σε όφελός του, το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται από την απαγόρευση του άρθρου 470". Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο επιλαμβάνεται εκ νέου της εκδικάσεως της υποθέσεως, μετά από αναίρεση του κατηγορουμένου, δεν μπορεί να καταστήσει χειρότερη την θέση του τελευταίου, διαφορετικά υπερβαίνει την εξουσία του, δηλαδή υποπίπτει σε πλημμέλεια που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα είχε καταδικαστεί με την 423/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών σε ποινή κάθειρξης 6 ετών για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική ψευδή βεβαίωση και σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών για την πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, ποσού άνω των 25.000.000, με ελαφρυντικά και της επιβλήθηκε για τις πράξεις αυτές συνολική ποινή κάθειρξης οκτώ ετών, αποτελούμενη από την πρώτη ποινή της καθείρξεως προσαυξημένη κατά δύο έτη από τη δεύτερη ποινή. Το Πενταμελές Εφετείο, που δίκασε, κατ' έφεση, με τις 1694°, 1793 και 1896/2003 αποφάσεις του, κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη των αυτών πράξεων και επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 ετών για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση και ποινή φυλάκισης δύο ετών για την πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών. Η συνολική αυτή ποινή αποτελείται από την πρώτη ποινή φυλάκισης των τριών ετών, για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, προσαυξημένη κατά ένα έτος από την δεύτερη ποινή φυλάκισης των δύο ετών για την πράξη της πλαστογραφίας, Οι τελευταίες αυτές αποφάσεις αναιρέθηκαν με την 508/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου και στη συνέχεια, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για να κριθεί εξ ολοκλήρου, με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε την αναιρεσείουσα κατηγορούμενη αθώα, κατά πλειοψηφία της πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση και ένοχη, κατά πλειοψηφία, της πράξεως της πλαστογραφίας και επέβαλλε σε αυτήν ποινή φυλάκισης τριών ετών. Δηλαδή επέβαλλε στην αναιρεσείουσα ποινή μεγαλύτερη κατά ένα έτος απ' ότι της είχε επιβάλλει για την ίδια πράξη η προηγούμενη αναιρεθείσα απόφαση και κατ' αυτόν τον τρόπο κατέστησε χείρονα την θέση αυτής . Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Η του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας και πρέπει, για τον λόγο αυτό και μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτό να γίνει δεκτή η αναίρεσης της αναιρεσείουσας και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές για νέα επιμέτρηση της ποινής. IX. Περαιτέρω και σε σχέση με την συνεκδικαζόμενη αίτηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, το Πενταμελές Εφετείο, με τις αναφερόμενες πιο πάνω παραδοχές του (παρ.IV), διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του και ως προς την περί απαλλακτική για την αναιρεσίβλητη κατηγορουμένη κρίση του, για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική ψευδή βεβαίωση, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ο αναιρεσείων Αντεισαγγελέας προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι η πιο πάνω αθωωτική αιτιολογία δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον περιέχει αντιφατικές παραδοχές και λογικά κενά. Ειδικότερα, κατά τον αναιρεσείοντα, ενώ το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κληρονομούμενος Γ2, σύζυγος της κατηγορουμένης, έπασχε από τη νόσο ΑLΖΗΑΜΕR από το έτος 1991 και ότι, κατά το χρονικό διάστημα από τις 29-4 -1993 έως τις 27-5-1993, δεν είχε σώες τις ψυχοσωματικές του δυνάμεις, στερούμενος της δικαιοπρακτικής του ικανότητας, εντούτοις, σε μεταγενέστερο χρόνο, στις 14-6-1993, δέχεται ότι αυτός έθεσε εγκύρως την υπογραφή του στο ...... πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Ζαγκλή, ως έχων δήθεν κατά το χρόνο εκείνο πλήρη την δικαιοπρακτική του ικανότητα, παραλείπει όμως να ερευνήσει και να αναφέρει, εάν αυτός εντωμεταξύ θεραπεύθηκε από την εν λόγω νόσο. Οι αιτιάσεις όμως αυτές αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού το Πενταμελές Εφετείο, με την επάλληλη αιτιολογία του, για την οποία ουδεμία αιτίαση προβάλλεται, στηρίζει πλήρως και αυτοτελώς το απαλλακτικό για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση αυτή διατακτικό του. Ειδικότερα, κατά την επάλληλη αυτή αιτιολογία, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γίνεται δεκτό, κατά τρόπο σαφή, ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι ο κληρονομούμενος ασθενής σύζυγος της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας Γ2, "δεν αντιλαμβανόταν τα συμβαίνοντα στο περιβάλλον του", και, επομένως, όπως αυτονοήτως συνάγεται, αυτός δεν έθεσε εγκύρως την υπογραφή του στο ....... πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Ζαγκλή (και συνακόλουθα ο τελευταίος διέπραξε, ως αυτουργός, την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης), το Δικαστήριο δεν πείστηκε από τις αποδείξεις ότι η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα "με τη χρησιμοποίηση της πειθούς, φορτικότητας, συνεχείς προτροπές και υποσχέσεις υλικών ανταλλαγμάτων προκάλεσε στο συμβολαιογράφο την απόφαση να συντάξει το επίδικο πληρεξούσιο". Δεδομένου δε, όπως ήδη αναφέρθηκε, αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη είναι η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου και δεν απαιτείται για την αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης να εκτίθενται σε αυτή περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει γιατί το Δικαστήριο πείστηκε για την αθωότητα αυτού, αλλά πρέπει να αιτιολογείται γιατί δεν πείσθηκε περί της ενοχής του κατηγορουμένου, από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά, η κρινόμενη πιο πάνω αθωωτική απόφαση είναι πλήρως και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Τούτο δε, διότι αναφέρεται σε αυτή ότι, από τα αναφερόμενα στα πρακτικά αποδεικτικά μέσα, δεν αποδεικνύεται η ενοχή της κατηγορουμένης για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση του πιο πάνω συμβολαιογράφου. Το μόνο δε αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο, όπως συνάγεται από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αξιολογείται ότι θα ήταν ικανό να στηρίξει ενοχή της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας, ήταν οι "καταθέσεις των γυναικών που φρόντιζαν τον ασθενή". Με πληρότητα δε το Δικαστήριο αιτιολογεί τους λόγους για τους οποίους οι λόγω καταθέσεις δεν κρίνονται πειστικές. Συνεπώς, η επάλληλη αυτή αιτιολογία, η οποία δεν περιέχει τις αποδιδόμενες στην κύρια αιτιολογία αντιφάσεις, και η οποία, άλλωστε, δεν πλήττεται με ειδικό λόγο αναίρεσης, είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη και, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Α του ΚΠΔ, μοναδικός λόγος αναίρεσης της συνεκδικαζόμενης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, απορριπτομένης της αιτήσεως αυτής, ως αβασίμου, στο σύνολό της. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την 26/18-5-2007 αίτηση (έκθεση) του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή και την από 24-5-2007 αίτηση (δήλωση) της Χ1, με τις οποίες διώκεται η αναίρεση της 2541α - 2586 - 2693/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Αναιρεί την 2541α- 2586 - 2693/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μόνο κατά την αναφερόμενη στο σκεπτικό διάταξή της και ειδικότερα, ως προς την επιμέτρηση της ποινής για την πράξη της πλαστογραφίας, κατ' εξακολούθηση, για την οποία κρίθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα Χ1.Και Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, τις πιο πάνω συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ