Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1047 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο, Δημόσιο , Ένδικο μέσο, Χρησικτησία. Περίληψη: Κτήση κυριότητας με χρησικτησία κατά τις διατάξεις του β.ζ.ρ.δ. και κατά του ελληνικού δημοσίου, πότε. Αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., αβάσιμοι (Επικυρώνει ΕΑ 858/2011) Αριθμός 1047/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζ. Β. Μ., το γένος Χ. Α., 2) Β. Μ. του Θ., κατοίκων ..., 3) Χ. Μ. του Β., 4) Λ. Μ. του Β., και 5) Ι. Μ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ξυνογιαννακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/12/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1983/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 858/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/9/2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 16/2/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ όποιος έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος του πράγματος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ). Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 §3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως νομής πάνω σ' αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου επί μια συνεχή τριακονταετία, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχός του. Οι εν λόγω διατάξεις του B.P δικαίου δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21-6/3-7-1937 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίστηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται οι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή τους είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν εις εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ν.δ.22-4/26-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", αφού έκτοτε είχε ανασταλεί η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων και του χρόνου χρησικτησίας, από δε τις 26-5-1926, που ακόμη ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύτηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία (Ολ.ΑΠ 75/1987, ΑΠ 975/2008, 1281, 1358, 1359/2002). Τέλος, οι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμοι όταν, αντίστοιχα, το δικαστήριο εφαρμόζει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου, ενόψει των πραγματικών παραδοχών του δικαστηρίου, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ή (και) δεν εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, του οποίου, ενόψει των ιδίων παραδοχών, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, διαλαμβάνει δε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά του δικαστηρίου και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη, ως ανωτέρω, εφαρμογής του κανόνα. ΙΙ. Το Eφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 866, 16 τ.μ., που βρίσκεται στο οικοδομικό τετράγωνο ... του Δήμου Αθηναίων, στη θέση "..." συνοικισμού ..., με τα αναφερόμενα όρια, αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου, εμβαδού 4... στρεμμάτων, γνωστού ως "κτήμα ..." ή "...", ή "..." ή "...", προέρχεται από τη συνένωση, με τη νομίμως μεταγραφείσα, υπ' αριθμ. .../19-3-2007 πράξη ανταλλαγής ποσοστών και συνένωσης οικοπέδων του συμβολαιογράφου Αθηνών, Σ. Ματσανιώτη, των αναφερόμενων τριών επιμέρους όμορων ακινήτων, εμβαδού του καθενός 276 τ.μ, και είχε περιέλθει, ως μερικότερα κατά τα ανωτέρω τμήματα, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στην πρώτη αναιρεσίβλητη - ενάγουσα Ε. συζ. Β. Μ. με αγορά από τη μητέρα της Ι. συζ. Χ. Α. και την αδελφή της Ε. συζ. Γ. Π. δυνάμει των υπ' αριθμ. .../8-12-1965, .../25-6-1973 και .../15-12-1973 νομίμως μεταγεγραμμένων συμβολαίων των συμβολαιογράφων Αθηνών Ε. Λιακοπούλου, Κ. Δαρίβα και Γ. Μάλλη, αντίστοιχα, η πρώτη δε αυτή αναιρεσίβλητη, με τα περαιτέρω στην ίδια απόφαση αναφερόμενα συμβόλαια που μεταγράφηκαν νόμιμα, μεταβίβασε, λόγω δωρεάς και πωλήσεως, το επίδικο κατά ψιλή και κατά πλήρη κυριότητα στους λοιπούς αναιρεσιβλήτους - ενάγοντες, σύζυγο και τέκνα της, οι οποίοι και έγιναν συγκύριοι του επιδίκου, κατά τις επίσης αναφερόμενες διακρίσεις, με παράγωγο, ως ανωτέρω, τρόπο αλλά και με πρωτότυπο, με τακτική δηλαδή, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, με τα προσόντα της οποίας (χρησικτησίας) νέμονταν το επίδικο, όπως και η άμεση, αλλά και οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους που αναφέρονται στην απόφαση. Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται τα εξής, ως προς τα κρίσιμα εν προκειμένω γεγονότα: "Απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων - εφεσιβλήτων (σημ.: ήδη αναιρεσιβλήτων) ήταν ο Α. Κ.. Ο τελευταίος απέκτησε το κτήμα "..." με τμηματικές αγορές που καταρτίστηκαν από το έτος 1833 και μετέπειτα, ως εξής (...). Έτσι, κατά τους χρόνους υπογραφής των περί της Ανεξαρτησίας της Ελλάδας τριών Πρωτοκόλλων (δηλ. στις 3-2-1830, 16-6-1830 και 1-7-1830) και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (δηλαδή στις 9-7-1832), αλλά και στις 31-3-1833, όταν ολοκληρώθηκε η ενσωμάτωση της Αττικής στο Ελληνικό Κράτος, το επίδικο ακίνητο, ως περιλαμβανόμενο στην πιο πάνω ευρύτερη έκταση των 4500 στρεμμάτων, δεν ανήκε, κατά κυριότητα, στο Τουρκικό κράτος, ούτε σε Τούρκους ιδιώτες που το εγκατέλειψαν κατά την αποχώρησή τους από την περιοχή της Αττικής, αλλά κατεχόταν από τον Α. Κ. και τους δικαιοπαρόχους του, οι οποίοι, συμπεριφερόμενοι ως κύριοι και έχοντας την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν την κυριότητα άλλου, το εξουσίαζαν, με βάση το Σουλτανικό δωρητήριο θέσπισμα του έτους 1829 και τους αναφερόμενους πιο πάνω κτητικούς τίτλους, κατά τις αντίστοιχες διακρίσεις. Στις 10-10-1864 απεβίωσε ο Α. Κ. και το ως άνω κτήμα περιήλθε λόγω κληρονομίας στην Α. χήρα Λ. Β., γνωστή ως "Λ.", με την από 11-1-1864 μυστική διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, και εγκαταστάθηκε στην κληρονομία από τους εκτελεστές της διαθήκης, με την .../1865 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Στέφανου Ταβανάκη, στην οποία (κληρονομία) υπεισήλθε και αναμείχθηκε με διάνοια κληρονόμου, μέχρι του θανάτου της, την 21-1-1899 (...). Κατά την ως άνω μυστική διαθήκη το παραπάνω κτήμα έχει επιφάνεια 15.000 περιφερειακών στρεμμάτων, που αντιστοιχούν σε 4.500 εμβαδομετρικά στρέμματα, καταμετρημένα από τον μηχανικό Δ. Ζ., τεθέντων των ορίων από τον τότε Ειρηνοδίκη της Βορείου Πλευράς Αθηνών Π. Σταματιάδη, κατά το επίσημο έγγραφο 54 της 30 Μαΐου 1853 (...). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 21-1-1899 απεβίωσε η Α. χήρα Λ. Β., χωρίς να αφήσει διαθήκη, και το ως άνω κτήμα περιήλθε, λόγω κληρονομίας, στο τέκνο της Γ. Λ. Β. ή Μ., ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομία ως μοναδικός της κληρονόμος και αναμείχθηκε σε αυτή με διάνοια κληρονόμου. Στις 15.2.1911 απεβίωσε ο Γ. Λ. Β. ή Μ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ε. χήρα Γ. Β., το γένος Ι. Κ. ή Κ., και τα τέκνα του Λ., Α. σύζυγο Ε. Τ., Α. σύζυγο Α. Ε. και Μ. σύζυγο Ι. Κ.. Από τους ως άνω κληρονόμους η Μ. σύζυγος Ι. Κ., παραιτήθηκε από την κληρονομία, η οποία περιήλθε κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου σε ένα έκαστο των λοιπών, οι οποίοι επιλήφθηκαν και αναμείχθηκαν σε αυτή με διάνοια κληρονόμου. Ο Λ. Β., με την από 31.8.1911 αγωγή του, ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε τη διανομή του Κτήματος "...". Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 8.699/1911 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία έταξε αποδείξεις. Κατά το διάστημα που εκκρεμούσε η δίκη αυτή, ο Λ. Β. αγόρασε από τη μητέρα του Ε. χήρα Γ. Β. και την αδελφή του Α. χήρα Α. Ε., με το 48.649 /1918 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Οικονομόπουλου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, τα 2/4 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου (1/4 από καθεμία) και έτσι έγινε συγκύριος κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου, και στο υπόλοιπο 1/4 εξ αδιαιρέτου παρέμεινε συγκύρια η αδελφή του Α., πρώην σύζυγος Ε. Τ.. Οι αδελφοί Λ. και Α. Β., μόνοι συγκύριοι του Κτήματος "..." ή ...", συμφώνησαν, με το 39.419 /16.3.1927 συνυποσχετικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Ρούσσου, να καταργήσουν τις μεταξύ τους δίκες για τη διανομή του κτήματος, και να προβούν στην εξώδη διανομή του. Για το σκοπό αυτό διόρισαν πραγματογνώμονες, διαιτητές και επιδιαιτητή, οι οποίοι προέβησαν σε διανομή, με την από 4.6.1927 απόφασή τους, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων, στον τόμο 954 και με αύξοντα αριθμό 138 και κηρύχθηκε εκτελεστή με την 7.008 /1927 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών και με τα 1 έως 15/1927 πρακτικά, που κηρύχθηκαν εκτελεστά με την 8.855 /1927 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών. Με τη διανομή αυτή του Κτήματος "...", ο Λ. Β. έλαβε το βόρειο τμήμα, στο οποίο βρίσκεται και το επίδικο ακίνητο, και η αδελφή του Α. έλαβε το νότιο τμήμα. Στις 14.2.1934 απεβίωσε ο Λ. Β. του Γ. και κληρονομήθηκε από τα θετά τέκνα του Ι. χήρα Χ. Α. και Ε. χήρα Γ. Π., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου από καθεμιά, με τις από 2.12.1932 και 22.7.1933 ιδιόγραφες διαθήκες του, που δημοσιεύτηκαν νόμιμα με τα 633, 634 /1933 πρακτικά του Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκαν κύριες με την 5.904 /26.6.1934 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, οι οποίες και υπεισήλθαν στην κληρονομία και αναμείχθηκαν σε αυτή με διάνοια κληρονόμου, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε αυτές το επίδικο ακίνητο. Οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι και όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοί τους κατείχαν και νέμονταν το μείζον ακίνητο, στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με βάση τους πιο πάνω νόμιμους τίτλους από το έτος 1833 μέχρι την άσκηση της αγωγής, έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση μέχρι την εισαγωγή του Α. Κ. (23.2.1946) ότι με τη νομή τους αυτή δεν προσέβαλαν το δικαίωμα κυριότητας άλλων, ακόμα και του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, μετά δε την εισαγωγή του Α. Κ., έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, και, σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από το στοιχείο της καλής πίστης, ότι έχουν αποκτήσει κυριότητα στο όλο ακίνητο και στο επίδικο. Ειδικότερα, η μεγαλύτερη έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο, αποτελείτο από αγρούς, οπωροφόρα δένδρα, δασική βλάστηση, βοσκήσιμες εκτάσεις, ασβεστοκάμινο και λατομεία άμμου, λίθων και μαρμάρου. Την έκταση αυτή, οι προαναφερόμενοι νομείς της, δηλαδή ο Α. Κ. και οι δικαιοδόχοι του, ως κύριοι, εκμίσθωναν σε τρίτους για καλλιέργεια, συλλογή ρητίνης, βοσκή και εξόρυξη λίθων, όπως προκύπτει, μεταξύ των άλλων, από τα μισθωτήρια συμβόλαια (...). Επίσης, επισκέπτονταν και επέβλεπαν το επίδικο ως δικό τους και προέβαιναν στην οριοθέτησή του, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από (...). Ακόμα, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1867 μέχρι το έτος 1910, δηλαδή συνεχώς για 40 και πλέον έτη, υπέβαλαν ετησίως στο Δήμο Αθηναίων δηλώσεις βοσκής, αλλά και πλήρωναν στον ίδιο Δήμο φόρους βοσκής, οι οποίοι σύμφωνα με τους σχετικούς νόμους, όπως ο νόμος ΒΠ/1892, βάρυναν τον ιδιοκτήτη, κάτοχο, ή διαχειριστή βοσκήσιμων γαιών, όπως προκύπτει από (...). Περαιτέρω, μεριμνούσαν για την φύλαξη του όλου ακινήτου, διορίζοντας οι ίδιοι αγροφύλακες και δασοφύλακες και προβαίνοντας στην απόκρουση πράξεων τρίτων διαταρακτικών της νομής τους. Εξάλλου κατά καιρούς έχουν απαλλοτριωθεί αναγκαστικά, για δημόσια ωφέλεια, πολλά επιμέρους τμήματα του μείζονος ακινήτου και στις σχετικές δίκες με αντίδικο ακόμη και το Δημόσιο ή τους Δήμους Αθηναίων και Γαλατσίου, ως δικαιούχοι έχουν αναγνωριστεί τόσο οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας- εφεσίβλητης Ε. Μ., δηλαδή η μητέρα αυτής Ι. χήρα Χ. Α., η αδελφή της Ε. χήρα Γ. Π. και τρίτα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία απέκτησαν απ' αυτές, νομοτύπως, τμήματα του όλου ακινήτου. Μετά την ένταξη της ευρύτερης έκτασης στο σχέδιο πόλεως, οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και ακολούθως οι ίδιοι ασκούσαν πράξεις νομής που προσιδιάζουν σε αστικής φύσεως ακίνητα και συγκεκριμένως σε οριοθέτηση, επίβλεψη και επισκέψεις. Περαιτέρω, αναφορικά με τα τμήματα του μείζονος ακινήτου τα οποία ήταν καλυμμένα με δασική βλάστηση, όπως πεύκα, αείφυλλα, πλατύφυλλα, το Δημόσιο πάντοτε αντιμετώπιζε αυτό ως ιδιωτική έκταση, που ανήκει στους Β., όπως προκύπτει από σειρά δημοσίων εγγράφων (αναφέρονται 18 δημόσια έγγραφα). Όπως προαναφέρθηκε, το επίδικο οικόπεδο αποτελεί πράγματι τμήμα του μείζονος κτήματος ..., το οποίο νέμονταν με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμους τίτλους από το έτος 1833 μέχρι την άσκηση της αγωγής ο Α. Κ. και οι προμνημονευόμενοι διάδοχοί του, οι τελευταίοι από τους οποίους, αναφορικά με το επίδικο ακίνητο, είναι οι ενάγοντες- εφεσίβλητοι. Αφού λοιπόν, όπως αποδεικνύεται, από το έτος 1833 μέχρι τις 11-9-1915, δηλαδή συνεχώς για χρονικό διάστημα τριάντα
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.