Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1050 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή. Περίληψη: Δημόσια χρέη. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ, αφού δεν απαιτείται ως δικονομική προϋπόθεση για το παραδεκτό της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε η τελεσιδικία της αποφάσεως του αρμοδίου Διοικητικού Δικαστηρίου. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία. Αριθμός 1050/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), Αλέξανδρο Νικάκη (ορισθέντα με την υπ' αριθμό 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Θεοδώρα Γκοΐνη, Ανδρέα Τσόλια (ορισθέντα με την υπ' αριθμό 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιο Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Βέργο, περί αναιρέσεως της ΒΤ 2034/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 261/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφ' όσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη, που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου φόρου και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με την πιο πάνω αντικατάσταση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, και αφ' ετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής, και έτσι πράξεις που ήσαν προηγουμένως αξιόποινες κατέστησαν πλέον ανέγκλητες. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17,18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής, προκύπτει ότι προκειμένου περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής, που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δηλώσεως φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και, τέλος, στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των απ' αυτές και μόνο τις διατάξεις προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσας φορολογικής του παραβάσεως, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως. Η έλλειψη δε της προϋποθέσεως αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής διώξεως και καθιστά αυτήν, σε περίπτωση ασκήσεώς της, απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, η οποία, ως εισάγουσα ευμενέστερη για το δράστη των εγκλημάτων αυτών ρύθμιση, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 24 του ν. 2523/1997, και επί εκείνων των πράξεων που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του, δεν απαιτείται προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμία καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και, συνεπώς, για τη δίωξη αυτών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, αλλά ούτε, σε περιπτώσεις ασκήσεως προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβιάσεως της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας εκθέσεως ελέγχου, της καταλογιστικής πράξεως του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του πιο πάνω νόμου). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι δεν αρχίζει η ποινική δίωξη προ της τελεσιδικίας της αποφάσεως του Διοικητικού Δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε. Η εν λόγω δε προσφυγή του ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Σύρου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8/2002 απόφαση του ρηθέντος Δικαστηρίου, δεν κατέστη ακόμη τελεσίδικη διότι η κατ' αυτής ασκηθείσα έφεση δεν έχει εισέτι εκδικαστεί. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, μετά από νομική σκέψη, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν ως αβάσιμο "διότι σύμφωνα με τις προηγούμενες σκέψεις, για την άσκηση ποινικής δίωξης για το ως άνω έγκλημα, δεν αποτελεί προϋπόθεση η επί ασκηθείσας προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου Διοικητικού Δικαστηρίου". Επομένως ορθώς η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τη σχετική ένσταση, αφού δεν απαιτείται ως δικονομική προϋπόθεση για το παραδεκτό της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε η τελεσιδικία της αποφάσεως του αρμοδίου Διοικητικού Δικαστηρίου, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο σχετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ που υποστηρίζει τα αντίθετα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 περ. Δ' ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση όπου η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητήριου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση όμως της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Επίσης, η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας, δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, και γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Με την αντικατάσταση του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, αφενός μεν, ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες. Ειδικότερα, κρίσιμα στοιχεία για τη συγκρότηση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 93 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) Η αρχή που προέβη στην βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή με δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο χρόνος δε αυτός δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί, και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολοκλήρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη ΒΤ 2034/2007 απόφασή του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, στον ...., κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2000 έως 28-6-2000, ενώ ετύγχανε οφειλέτης του Δημοσίου με περισσότερες από μία πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, από πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία ήταν βεβαιωμένα με τις παρακάτω πράξεις βεβαιώσεων της ΔΟΥ Γ' Πειραιά και είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα, και καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο μηνών την καταβολή των παρακάτω χρεών που ήταν καταβλητέα εφάπαξ. Το δε συνολικό ποσό της οφειλής των αφορώντων σε λοιπούς φόρους και χρέη γενικά ληξιπροθέσμων χρεών μετά προσαυξήσεων, στο οποίο (συνολικό ποσό της οφειλής) απέβλεπε ο κατηγορούμενος με τις μερικότερες πράξεις του, υπερβαίνει τα 6.000, αλλά και τα 10.000 ευρώ. Τα χρέη αυτά εμφαίνονται στον υπ' αριθμ. .... πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει την υπ' αριθμ. Ειδ. βιβλίου ..... και υπ' αριθμ. πρωτ. 9542/2000 αίτηση ποινικής δίωξης της Προϊσταμένης της ΔΟΥ Γ' Πειραιά και αφορούν? 1) το υπ' αριθμ. 1 του πίνακα, οφειλή ποσού 61.800 δραχμών (181,36 ευρώ) για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (πρόστιμο Λιμενικής Αρχής), βεβαιωθείσα με την υπ' αριθμ. ....... πράξη βεβαιώσεως της ΔΟΥ Γ' Πειραιά και καταβλητέα εφάπαξ την 27-4-2004, η οποία δεν καταβλήθηκε έως την 28-6-2000 και 2) το υπ' αριθμ. 2 του πίνακα, οφειλή ποσού 152.055.702 δραχμών (446.238,3 ευρώ) για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (τέλη και πρόστιμα τελωνείων), βεβαιωθείσα με την υπ' αριθμ. ...... πράξη βεβαίωσης της ΔΟΥ Γ' Πειραιά και καταβλητέα εφάπαξ την 31-3-2000, η οποία δεν καταβλήθηκε έως την 1-6-2000, ήτοι καθυστέρησε συνολικά την καταβολή χρεών ύψους 446.419,66 ευρώ. Σημειωτέον ότι η καθυστέρηση καταβολής των ανωτέρω χρεών υπερέβη και τους τέσσερις μήνες, αφού δεν έχουν καταβληθεί μέχρι σήμερα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το πιο πάνω δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 5 ευρώ την ημέρα. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, η επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού δεν συνιστά από μόνη της έλλειψη αιτιολογίας, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση στο διατακτικό εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ώστε να καθίσταται περιττή η αλλαγή της διατυπώσεως του σκεπτικού, το οποίο επιπλέον προσδιορίζει ειδικότερα και την αιτία των χρεών. Άλλωστε, ο αναιρεσείων ουδεμία συγκεκριμένη έλλειψη προσδιορίζει με το σχετικό λόγο αναιρέσεως, που θα καθιστούσε ελλιπή την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού δεν εκθέτει σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας, σε σχέση με τις κρίσιμες, έστω με την κατ' αντιγραφή κατά τα ουσιώδη μέρη του διατακτικού, παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε ποια κεφάλαια αυτής ανάγονται και ποια πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν. Από τις σαφείς παραδοχές του αλληλοσυμπληρούμενου σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι οι επί μέρους πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων ήταν δύο, οι οποίες και ειδικώς προσδιορίζονται ως προς το χρόνο της ταμειακής βεβαιώσεως και τη λήξη του χρόνου καταβολής, τόσο στο διατακτικό όσο και στο σκεπτικό, κατά ταυτόσημο τρόπο. Το ως άνω έγκλημα προϋποθέτει δόλο, ο οποίος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης αυτής πράξεως. Η δε αιτίαση ότι δεν κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα προσωπικώς η καταλογιστική πράξη και η ταμειακή βεβαίωση του χρέους από τη Γ' ΔΟΥ Πειραιώς δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας. Η κοινοποίηση των εγγράφων αυτών δεν είναι αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος. Εξάλλου, ο αναιρεσείων, σε άλλο σημείο της αναιρέσεώς του, παραδέχεται ότι έχει ασκήσει σχετική προσφυγή, και έτσι εξυπακούεται ότι έλαβε γνώση του περιεχομένου αυτών. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-1-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της ΒΤ 2034/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.