← Ελλάδα

ΑΠ 1052/2008 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1052 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Επανάληψη διαδικασίας. Έννοια νέων γεγονότων ή αποδείξεων. Απορρίπτει αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη. ΑΡΙΘΜΟΣ 1052/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1 και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Πατρών, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Νάσλα, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 569/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς. Το Τριμελές Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1286/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 404/24.10.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 § 3 και 528 § 1 του Κ.Π.Δ. την από 17-7-07 αίτηση του Χ1, κρατημένου στις Δικαστικές Φυλακές Πατρών, με την οποία επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ'αριθμ. 569/7-10-05 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς δια της οποίας καταδικάστηκε ο αιτών σε συνολική ποινή καθείρξεως εννέα

(9)ετών και έξι
(6)μηνών για απάτη κατά συναυτουργία κατ' εξακολούθηση τετελεσμένη και εν αποπείρα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, β) πλαστογραφία σε βαθμό κακουργήματος κατ' εξακολούθηση και γ) υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης κατ'εξακολούθηση, ως και το αίτημα για αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσης ως άνω ποινής του, και εκθέτω τα εξής: Επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε μεαμετάκλητη απόφαση, επιτρέπεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται περιοριστικά, στο άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ και αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου απεκαλύφθησαν νέα-άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις" τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως "κάνουν φανερό" ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνες, που δημιουργήθηκαν μεταγενέστερα, καθώς και εκείνες που, αν και υπήρχαν δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για το λόγο αυτό ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν, την κρίση του δε ότι πρόκειται για νέες αποδείξεις ή γεγονότα, με την πιο πάνω έννοια, σχηματίζει το δικαστήριο που δικάζει, την αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης; δίκης και τα: έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοίες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων συμπληρωματικές ή τροποποιητικές εκείνων οι οποίες τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, νέα έγγραφα κλπ, με την; προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες μόνες ή σε συνδυασμό με αυτές που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο γα κάνουν φανερό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος. Η φράση "κάνουν φανερό" αποτελεί μεταφορά στη δημοτική γλώσσα του κειμένου του άρθρου 525 ΚΠΔ στην καθαρεύουσα, όπου η αντίστοιχη φράση ήταν "καθιστούν πρόδηλο", η οποία είχε ερμηνευθεί ότι είχε την έννοια ότι τα yέα στοιχεία πρέπει "να εγγίζουν την βεβαιότητα", περί της αθωότητας (ΑΠ .1546/1984 Ποιν. Χρον. ΛΕ' σελ. 491). Επομένως η υπό κρίση αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς στηριζόμενη σε νέα γεγονότα και αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν μετά την καταδίκη του αιτούντος και οι οποίες φέρονται ότι καθιστούν φανερό, ότι ο αιτών, όπως διατείνεται, καταδικάστηκε άδικα για δύο μερικότερες πράξεις της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση, ενώ ήταν αθώος έτσι, δε καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη και πρέπει να εξετασθεί κατ'ουσία. Από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Με την υπ'αριθμ. 569/7-10-05 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, που ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού παρήλθε άπρακτη η προθεσμία για άσκηση αναιρέσεως (βλ. σχετικά πιστοποιητικά Αρείου Πάγου και Εφετείου Πειραιώς), ο αιτών καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 4 ετών για την πράξη της απάτης κατ'εξακολούθηση, σε ποινή καθείρξεως 7 ετών για την κακουργηματική πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση και σε ποινή φυλάκισης ενός έτους για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης κατ'εξακολούθηση και σε συνολική ποινή φυλακίσεως 9 ετών και 6 μηνών. Η κακουργηματική πράξη της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση συνίσταται κατά το διατακτικό της αμετάκλητης 569/05 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, στο ότι: " Στους ακολούθως αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού κατάρτισαν πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ακολούθως δε έκαναν χρήση των εγγράφων αυτών, εξάλλου διέπρατταν πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία που προξενήθηκε από την πράξη τους αυτή υπερβαίνει το ποσό-των 5.000.000 δρχ. (ή 15.000 ευρώ). Συγκεκριμένα:
  1. Στον ...., στις 30-6-2000 κατάρτισαν τη με αριθμό ..... πλαστή επιταγή, ποσού 6000000 δρχ. ή (17.608,22 ευρώ), με τόπο και ημερομηνία έκδοσης τις ..... και την 30-6-2000, αντίστοιχα, με εκδότη τον Γ1, με πληρώτρια την Τράπεζα Εργασίας, σε διαταγή του μηνυτή Ψ1 και επί αυτής έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του μηνυτή και ψευδή σφραγίδα με τα στοιχεία του ως πρώτου οπισθογράφου αυτής. Μάλιστα, στην συνέχεια έκαναν χρήση της ως άνω πλαστής επιταγής, αφού παρέδωσαν αυτήν στο νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία "ΒΑΛΚΑΝ ΕΞΠΟΡΤ ΕΜΠΟΡΙΟ-ΜΕΤΑΛΛEIA-BIOMHXANIAI. Α.Ε." για την πληρωμή οφειλής τους προς αυτήν, σκοπεύοντας να παραπλανήσουν τον τελευταίο περί του ότι δήθεν η ως άνω επιταγή ήταν έγκυρη και είχε εκδοθεί σε διαταγή του μηνυτή και είχε οπισθογραφηθεί από τον ίδιο, ενώ στην πραγματικότητα ο μηνυτής ουδεμία σχέση είχε με το φερόμενο ως εκδότη της επιταγής αυτής. Έτσι, από την ανωτέρω πράξη τους προκλήθηκε ζημία στον προαναφερόμενο μηνυτή με αντίστοιχο δικό τους όφελος, δεδομένου ότι η επιταγή κατά την εμφάνιση της προς πληρωμή δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων και κατόπιν αίτησης της προαναφερομένης εταιρείας ως κομίστριας αυτής (επιταγής) εκδόθηκε από το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών η με αριθμό 279/2000 διαταγή πληρωμής με την οποία ο μηνυτής υποχρεώθηκε να καταβάλλει στην προαναφερόμενη εταιρεία το ποσό των 6.000.000 δρχ. ή 17.608,22 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων.
  2. Στον Πειραιά, στις 20-5-2000, κατάρτισαν από κοινού ενεργούντες, τη με ίδια ημερομηνία πλαστή δήλωση φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού-έτους 2000 (χρήσης από 1-1-1999 έως 31-12-1999), η οποία αφορούσε την μηνυτή Ψ1, στο σχετικό έντυπο της οποίας, αφού ανέγραψαν ψευδή στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση αυτού, όπως ότι ασκεί εμπορική δραστηριότητα, ότι το εισόδημα του από μισθούς κ.λ.π. ανέρχεται στο ποσό των 6.585.226 δρχ. δηλαδή πολύ μεγαλύτερο από το πραγματικό (2.064.447), έθεσαν στην θέση ο "ΔΗΛΩΝ" την υπογραφή του προαναφερόμενου μηνυτή κατ' απομίμηση της γνήσιας. Ακολούθως δε, έκαναν χρήση της ως άνω πλαστής δήλωσης, αφού υπέβαλαν αυτή προς την Α ΔΟΥ Πειραιώς, σκοπεύοντας να παραπλανήσουν τους αρμοδίους υπαλλήλους αυτής, αλλά και όλους ενώπιον των οποίων την προσκόμισαν κατά την διενέργεια εμπορικών μ' αυτούς συναλλαγών, περί του αναληθούς και έχοντος έννομες συνέπειες γεγονότος ότι αυτή προέρχεται από το μηνυτή του οποίου δήθεν το εισόδημα ανέρχεται στο ποσό των 6.585.226 δρχ.
  3. Στον Πειραιά, στις 30-5-2000, κατάρτισαν την από 30-5-2000 "ΑΙΤΗΣΗ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΠΑ ΑΓΟΡΑ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ", την οποία υπέγραψαν θέτοντας την υπογραφή του μηνυτή Ψ1 κατ' απομίμηση της γνήσιας. Ακολούθως δε έκαναν χρήση αυτής, αφού την προσκόμισαν προς τον αρμόδιο υπάλληλο του καταστήματος της εταιρείας με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." και υπέβαλαν αίτηση στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. για αγορά με πίστωση διαφόρων ειδών, δια μέσου της προαναφερόμενης εταιρείας, σκοπεύοντας να παραπλανήσουν τον προαναφερόμενο υπάλληλο περί του ότι δήθεν ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν ο μηνυτής ώστε να τους πωλήσει και παραδώσει τα είδη που αναγράφονταν στην ως άνω πλαστή αίτηση, χωρίς να καταβάλουν το ποσό του σχετικού τιμήματος (609.600 δρχ. ή 1788,99 ευρώ), το οποίο αντίστοιχα βάρυνε τον προαναφερόμενο μηνυτή Ψ
  4. Στον Πειραιά, στις 8-5-2000, από κοινού ενεργούντες κατάρτισαν την από 8-5-2000 "ΑΙΤΗΣΗ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΓΙΑ ΑΓΟΡΑ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ", την οποία υπέγραψαν θέτοντας κατ' απομίμηση της γνησίας την υπογραφή του μηνυτή Ψ
  5. Ακολούθως δε έκαναν χρήση της ως άνω πλαστής αίτησης, αφού την προσκόμισαν προς τον αρμόδιο υπάλληλο του καταστήματος της εταιρείας με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." και υπέβαλαν αίτηση στην Τράπεζα "ΧΙΟΣ ΒΑΝΚ" για αγορά με πίστωση διαφόρων ειδών, διαμέσου της προαναφερόμενης εταιρείας, σκοπεύοντας να παραπλανήσουν τον προαναφερόμενο υπάλληλο περί του ότι δήθεν ο αιτών ήταν ο μηνυτής ώστε να τους πωλήσει και παραδώσει τα είδη που αναγράφονταν στην ως άνω πλαστή αίτηση, χωρίς να καταβάλλουν το ποσό του σχετικού τιμήματος (1.113.600 δρχ. ή 3.268,09 ευρώ), το οποίο θα βάρυνε τον προαναφερόμενο μηνυτή Ψ
  6. Από δε την επανειλημμένη διάπραξη της συγκεκριμένης πράξεως και την υποδομή που διαμόρφωσαν οι κατηγορούμενοι με τον σκοπό αυτό, προκύπτει "σκοπός τους να πορίζονται εισόδημα από αυτό και έχουν ακόμη σταθερή ροπή προς διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Για να θεμελιώσει το αίτημα περί επαναλήψεως της διαδικασίας ο αιτών, αναφορικά με τις ως άνω δυο μερικότερες πράξεις της κακουργηματικής πλαστογραφίας υπό στοιχ. Β1 και 2, για τις οποίες, όπως υποστηρίζει, δεν έχει καμία σχέση, επικαλείται και προσκομίζει ως νεώτερα στοιχεία που δεν είχε υπόψη του το δικαστήριο, δύο, με ημερομηνία ... και .... εκθέσεις γραφολογικής γνωμοδοτήσεως του δικαστικού γραφολόγου ..... και την από .... ένορκη βεβαίωση του Β1, ενώπιον της Συμ/φου Αθηνών Αικατερίνης Δραγκιώτου-Παπαδερού. Όμως οι ανωτέρω εκθέσεις δεν είναι πειστικές και δεν αναιρούν την περί ενοχής του αιτούντος κρίση του δικαστηρίου για την κακουργηματική πλαστογραφία κατ'εξακολούθηση, ούτε φυσικά καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος των ως άνω δύο επί μέρους πράξεως της πλαστογραφίας, αφού ο παραπάνω δικαστικός γραφολόγος, που διενήργησε, κατόπιν εντολής του αιτούντος, τις σχετικές έρευνες, δεν αποφαίνεται με βεβαιότητα για ανυπαρξία γραφής ή υπογραφής του αιτούντος στα επίμαχα έγγραφα, αλλά συμπερασματικώς. Συγκεκριμένα στο τέλος της πρώτης εκθέσεως εκθέτει ότι: "Συνδυάζοντας τα παραπάνω συμπεράσματα προκύπτει ότι επί της υπ'αριθμ. .... επιταγής της Τράπεζας Εργασίας δεν εντοπίζεται γραφή ή υπογραφές γραμμένες από τον Χ1", ενώ στο τέλος της δεύτερης έκθεσης εκθέτει ότι: "Με βάση τα στοιχεία αυτά και από την γραφολογική αξιολόγηση και την ερμηνεία τους, συμπεραίνεται ότι η γραφή των χειρογράφων συμπληρώσεως της από ...... δηλώσεως φόρου εισοδήματος ..... δεν έχει χαραχθεί από τον Χ1, αλλά είναι γραφή άλλου προσώπου". Αλλά και η ένορκη βεβαίωση του Β1 δεν είναι πειστική, αφού ο τελευταίος καίτοι πιλότος το επάγγελμα, όπως δηλώνει, καταθέτει "δίκην πραγματογνώμονα" μεταξύ άλλων, ότι "όσον αφορά τη συγκεκριμένη υπόθεση, έχω να καταθέσω με απόλυτη βεβαιότητα ότι, γνωρίζοντας τον γραφικό χαρακτήρα του Χ1, κανένα στοιχείο που υπάρχει στην επιταγή με αριθμό ...... της Τράπεζας Εργασίας, δεν έχει χαραχθεί με το χέρι του, ούτε η υπογραφή "....." ούτε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο της επιταγής. Ο Χ1 δεν είχε καμία σχέση με την επιταγή αυτή. Επίσης, το ίδιο ισχύει και για την δήλωση φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2000 (χρήση από 1-1-99 έως 31-12-99), στην οποία επίσης σε κανένα σημείο αυτής, ούτε βέβαια και στην υπογραφή "......" υπάρχει γράψιμο του Χ
  7. Τα δύο παραπάνω χαρτιά τα είδα σε φωτοτυπία και είμαι σίγουρος γι'αυτό που καταθέτω", ενώ με τέτοια βεβαιότητα δεν αποφαίνεται, ούτε ο ανωτέρω δικαστικός γραφολόγος. Από όσα προηγούνται, προκύπτει ότι τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών για τη θεμελίωση της κρινομένης αιτήσεώς του, τόσο από μόνα τους, όσο και συνεκτιμώμενα με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό δέχθηκε ότι ο αιτών τέλεσε, μεταξύ άλλων, την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση δεν καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος των ως άνω δύο επί μέρους πράξεων αυτής (πλαστογραφίας) και ότι καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, λόγω του ότι, όπως ισχυρίζεται ο αιτών οι λοιπές επί μέρους πράξεις της πλαστογραφίας καθίστανται πλημμεληματικές εκ του συνολικού οφέλους αυτών, που δεν υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη, απορριπτομένου συνάμα και του αιτήματος αυτού (αιτούντος) για αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσης ως άνω ποινής του (ΑΠ 1002/...6) και να επιβληθούν στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) να απορριφθεί η από 17-7-2007 αίτηση του Χ1, κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Πατρών για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 569/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς. Β) να απορριφθεί το αίτημα αυτού για αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσης με την ως άνω απόφαση ποινής του Και Γ) να επιβληθούν στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 1 Οκτωβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΓεώργιος Βλάσσης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και οι οποίες μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρυνιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών, που με την υπ' αριθ. 569/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων καταδικάσθηκε αμετάκλητα πλην άλλων και για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση από κοινού, ζητεί με την υπό κρίση αίτησή του την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας για μερικότερες πράξεις της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, που περατώθηκε με την έκδοση της πιο πάνω αποφάσεως, επικαλούμενος νέες αποδείξεις, άγνωστες στους δικαστές που τον δίκασαν, από τις οποίες προκύπτει, ότι ήταν αθώος για τις ανωτέρω μερικότερες πράξεις της κακουργηματικής πλαστογραφίας. Η αίτηση είναι νόμιμη, παραδεκτά εισαγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σε Συμβούλιο (άρθρα 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ) και πρέπει να εξετασθεί στην ουσία. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 569/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, που κατέστη αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την υπ' αριθ. 297-297α /2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς και κατά της τελευταίας δεν ασκήθηκε αίτηση αναιρέσεως (βλ. υπ' αριθμ. .... και ..... πιστοποιητικά του Αρείου Πάγου και του Εφετείου Πειραιώς), ο αιτών καταδικάσθηκε πλην άλλων σε ποινή καθείρξεως επτά ετών, για κακουργηματική πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση από κοινού , που συνίστατο στο ότι "Β) Στους ακολούθως αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού κατάρτισαν πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ακολούθως δε έκαναν χρήση των εγγράφων αυτών, εξάλλου διέπρατταν πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία που προξενήθηκε από την πράξη τους αυτή υπερβαίνει το ποσό-των 5.000.000 δρχ. (ή 15.000 ευρώ). Συγκεκριμένα:
  8. Στον ..., στις 30-6-2000 κατάρτισαν τη με αριθμό .... πλαστή επιταγή, ποσού 6000000 δρχ. ή (17.608,22 ευρώ), με τόπο και ημερομηνία έκδοσης τις ..... και την 30-6-2000, αντίστοιχα, με εκδότη τον Γ1, με πληρώτρια την Τράπεζα Εργασίας, σε διαταγή του μηνυτή Ψ1 και επί αυτής έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του μηνυτή και ψευδή σφραγίδα με τα στοιχεία του ως πρώτου οπισθογράφου αυτής. Μάλιστα, στην συνέχεια έκαναν χρήση της ως άνω πλαστής επιταγής, αφού παρέδωσαν αυτήν στο νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία "ΒΑΛΚΑΝ ΕΞΠΟΡΤ ΕΜΠΟΡΙΟ-ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΙ. Α.Ε." για την πληρωμή οφειλής τους προς αυτήν, σκοπεύοντας να παραπλανήσουν τον τελευταίο περί του ότι δήθεν η ως άνω επιταγή ήταν έγκυρη και είχε εκδοθεί σε διαταγή του μηνυτή και είχε οπισθογραφηθεί από τον ίδιο, ενώ στην πραγματικότητα ο μηνυτής ουδεμία σχέση είχε με το φερόμενο ως εκδότη της επιταγής αυτής. Έτσι, από την ανωτέρω πράξη τους προκλήθηκε ζημία στον προαναφερόμενο μηνυτή με αντίστοιχο δικό τους όφελος, δεδομένου ότι η επιταγή κατά την εμφάνιση της προς πληρωμή δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων και κατόπιν αίτησης της προαναφερομένης εταιρείας ως κομίστριας αυτής (επιταγής) εκδόθηκε από το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών η με αριθμό 279/2000 διαταγή πληρωμής με την οποία ο μηνυτής υποχρεώθηκε να καταβάλλει στην προαναφερόμενη εταιρεία το ποσό των 6.000.000 δρχ. ή 17.608,22 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων.
  9. Στον Πειραιά, στις 20-5-2000, κατάρτισαν από κοινού ενεργούντες, τη με ίδια ημερομηνία πλαστή δήλωση φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού-έτους 2000 (χρήσης από 1-1-1999 έως 31-12-1999), η οποία αφορούσε την μηνυτή Ψ1, στο σχετικό έντυπο της οποίας, αφού ανέγραψαν ψευδή στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση αυτού, όπως ότι ασκεί εμπορική δραστηριότητα, ότι το εισόδημα του από μισθούς κ.λ.π. ανέρχεται στο ποσό των 6.585.226 δρχ. δηλαδή πολύ μεγαλύτερο από το πραγματικό (2.064.447), έθεσαν στην θέση ο "ΔΗΛΩΝ" την υπογραφή του προαναφερόμενου μηνυτή κατ' απομίμηση της γνήσιας. Ακολούθως δε, έκαναν χρήση της ως άνω πλαστής δήλωσης, αφού υπέβαλαν αυτή προς την Α ΔΟΥ Πειραιώς, σκοπεύοντας να παραπλανήσουν τους αρμοδίους υπαλλήλους αυτής, αλλά και όλους ενώπιον των οποίων την προσκόμισαν κατά την διενέργεια εμπορικών μ' αυτούς συναλλαγών, περί του αναληθούς και έχοντος έννομες συνέπειες γεγονότος ότι αυτή προέρχεται από το μηνυτή του οποίου δήθεν το εισόδημα ανέρχεται στο ποσό των 6.585.226 δρχ.
  10. Στον Πειραιά, στις 30-5-2000, κατάρτισαν την από 30-5-2000 "ΑΙΤΗΣΗ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΠΑ ΑΓΟΡΑ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ", την οποία υπέγραψαν θέτοντας την υπογραφή του μηνυτή Ψ1 κατ' απομίμηση της γνήσιας. Ακολούθως δε έκαναν χρήση αυτής, αφού την προσκόμισαν προς τον αρμόδιο υπάλληλο του καταστήματος της εταιρείας με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." και υπέβαλαν αίτηση στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. για αγορά με πίστωση διαφόρων ειδών, δια μέσου της προαναφερόμενης εταιρείας, σκοπεύοντας να παραπλανήσουν τον προαναφερόμενο υπάλληλο περί του ότι δήθεν ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν ο μηνυτής ώστε να τους πωλήσει και παραδώσει τα είδη που αναγράφονταν στην ως άνω πλαστή αίτηση, χωρίς να καταβάλουν το ποσό του σχετικού τιμήματος (609.600 δρχ. ή 1788,99 ευρώ), το οποίο αντίστοιχα βάρυνε τον προαναφερόμενο μηνυτή Ψ
  11. Στον Πειραιά, στις 8-5-2000, από κοινού ενεργούντες κατάρτισαν την από 8-5-2000 "ΑΙΤΗΣΗ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΓΙΑ ΑΓΟΡΑ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ", την οποία υπέγραψαν θέτοντας κατ' απομίμηση της γνήσιας την υπογραφή του μηνυτή Ψ
  12. Ακολούθως δε έκαναν χρήση της ως άνω πλαστής αίτησης, αφού την προσκόμισαν προς τον αρμόδιο υπάλληλο του καταστήματος της εταιρείας με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." και υπέβαλαν αίτηση στην Τράπεζα "ΧΙΟΣ ΒΑΝΚ" για αγορά με πίστωση διαφόρων ειδών, διαμέσου της προαναφερόμενης εταιρείας, σκοπεύοντας να παραπλανήσουν τον προαναφερόμενο υπάλληλο περί του ότι δήθεν ο αιτών ήταν ο μηνυτής ώστε να τους πωλήσει και παραδώσει τα είδη που αναγράφονταν στην ως άνω πλαστή αίτηση, χωρίς να καταβάλλουν το ποσό του σχετικού τιμήματος (1.113.600 δρχ. ή 3.268,09 ευρώ), το οποίο θα βάρυνε τον προαναφερόμενο μηνυτή Ψ
  13. Από δε την επανειλημμένη διάπραξη της συγκεκριμένης πράξεως και την υποδομή που διαμόρφωσαν οι κατηγορούμενοι με τον σκοπό αυτό, προκύπτει "σκοπός τους να πορίζονται εισόδημα από αυτό και έχουν ακόμη σταθερή ροπή προς διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους." Ήδη, ο νυν αιτών επικαλείται και προσκομίζει ως νέα στοιχεία, από τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, καθίσταται φανερή η αθωότητά του για τις ως άνω δύο μερικότερες πράξεις της κακουργηματικής πλαστογραφίας υπό στοιχ. Β1 και 2, άλλως ότι καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε 1) τις από .... και ...... εκθέσεις γραφολογικής γνωμοδοτήσεως του δικαστικού γραφολόγου ..... και την υπ' αριθμ. ...... ένορκη βεβαίωση του Β1 που δόθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Δραγκιώτου-Παπαδερού. Οι ανωτέρω όμως εκθέσεις δεν είναι πειστικές αφού ο παραπάνω δικαστικός γραφολόγος, που διενήργησε, κατόπιν εντολής του αιτούντος, τις σχετικές γραφολογικές έρευνες, δεν αποφαίνεται με βεβαιότητα για ανυπαρξία γραφής ή υπογραφής του αιτούντος στα επίμαχα έγγραφα, αλλά συμπερασματικώς. Συγκεκριμένα στο τέλος της πρώτης εκθέσεως αναφέρει ότι: "Συνδυάζοντας τα παραπάνω συμπεράσματα προκύπτει ότι επί της υπ' αριθμ. ...... επιταγής της Τράπεζας Εργασίας Α.Ε. δεν εντοπίζεται γραφή ή υπογραφές γραμμένες από τον Χ1", ενώ στο τέλος της δεύτερης εκθέσεως αναφέρει ότι: " Με βάση τα στοιχεία αυτά και από την γραφολογική αξιολόγηση και την ερμηνεία τους συμπεραίνεται ότι η γραφή των χειρογράφων συμπληρώσεων της από ..... δηλώσεως φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2000, με αναγραφόμενο ως δηλούντα τον Ψ1, δεν έχει χαραχθεί από τον Χ1, αλλά είναι γραφή άλλου προσώπου".Αλλά ούτε και η ένορκη βεβαίωση του Β1 είναι πειστική, αφού καίτοι πιλότος το επάγγελμα, όπως ο ίδιος δηλώνει, καταθέτει "δίκην πραγματογνώμονα" μεταξύ άλλων ότι "όσον αφορά την συγκεκριμένη υπόθεση, έχω να καταθέσω με απόλυτη βεβαιότητα ότι γνωρίζοντας τον γραφικό χαρακτήρα του Χ1, κανένα στοιχείο που υπάρχει στην επιταγή με αριθμό ...... της Τράπεζας Εργασίας, δεν έχει χαραχθεί με το χέρι του, ούτε η υπογραφή "......" ούτε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο της επιταγής. Ο Χ1 δεν είχε καμία σχέση με την επιταγή αυτή. Επίσης, το ίδιο ισχύει και για την δήλωση φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2000 (χρήση από 1-1-99 έως 31-12-99), στην οποία επίσης σε κανένα σημείο αυτής, ούτε βέβαια και στην υπογραφή "......" υπάρχει γράψιμο του Χ
  14. Τα δύο παραπάνω χαρτιά τα είδα σε φωτοτυπία και είμαι σίγουρος γι' αυτό που καταθέτω", ενώ με τέτοια βεβαιότητα δεν αποφαίνεται, ούτε ο ανωτέρω δικαστικός γραφολόγος πολύ δε περισσότερο δεν μπορεί να είναι απόλυτα βέβαιος ο ίδιος ο οποίος δεν έχει ιδιαίτερες γνώσεις γραφολογίας. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, οι επικαλούμενες από τον αιτούντα νέες αποδείξεις, ήτοι οι ανωτέρω γραφολογικές εκθέσεις και η ένορκη βεβαίωση, τόσο από μόνες τους όσο και σε συνδυασμό προς τις ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς προσκομισθείσες, με βάση τις οποίες τούτο έκρινε, ότι ο αιτών τέλεσε τις προαναφερόμενες μερικότερες πράξεις της κακουργηματικής πλαστογραφίας, δεν καθιστούν φανερό σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα, ότι ο Χ1 είναι αθώος της πράξεως αυτής, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε και επομένως η κρινόμενη αίτησή του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Ακόμη πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα του αιτούντος, για αναστολή της εκτελέσεως της ποινής, που του επιβλήθηκε, δυνάμει της ως άνω αποφάσεως, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ προϋπόθεση αναστολής εκτελέσεως της ποινής, που εκτίεται δυνάμει αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως, όταν αυτή ζητείται μετά την υποβολή αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, είναι η ευδοκίμηση της τελευταίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-7-2007 αίτηση του Χ1, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 569/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς και το αίτημα αυτού για χορήγηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής, που επιβλήθηκε με την παραπάνω απόφαση. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου
  1. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.