Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1060 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια. Περίληψη: Σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο χειρουργό γιατρό κατά τη διάρκεια χειρουργικής επεμβάσεως (28, 314 ΠΚ). Έννοια και διακρίσεις αμέλειας κατ άρθρο 28 ΠΚ (ΑΠ 1530/2008). Πρέπει η καταδικαστική απόφαση θα διευκρινίζει ποιο είδος αμέλειας επέδειξε ο κατηγορούμενος (ΑΠ 757/2009). Δεν ενήργησε ο γιατρός κατά τους κοινώς παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης με την επιλογή του τρόπου της επέμβασης (λαπαροσκοπική αντί ανοιχτής κοιλίας) που δεν ήταν ο ιατρικώς ενδεδειγμένος, ενόψει του γνωστού σε αυτόν ιατρικού ιστορικού της παθούσης, με αποτέλεσμα να τρωθεί η έξω λαγόνιος φλέβα και να προκληθεί αιμορραγία, αποτέλεσμα το οποίο οφείλεται σε ενσυνείδητη αμέλεια του χειρουργού ιατρού. Αβάσιμοι οι λόγοι περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (28 ΠΚ) και έλλειψης πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.. Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 1060/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ζερδέ, περί αναιρέσεως της 8951/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικου ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 525/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 314 παρ. 1 ΠΚ, προκύπτει ότι, στο έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια, η πληρούσα την αντικειμενική υπόσταση αξιόποινη συμπεριφορά συνίσταται στην πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται να βεβαιώνονται όλα τα στοιχεία της αμέλειας, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 28 ΠΚ ως προς την πρόκληση των σωματικών κακώσεων ή βλαβών. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειάς του. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης και για τον καταλογισμό μιας τελικά άδικης σωματικής βλάβης σε ενοχή του δράστη απαιτείται, όπως λέχθηκε, να υπάρχει αμέλεια, κατά την έννοια του άρθρου 28 ΠΚ. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι, όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από αυτή συνάγεται ότι η ποινική αμέλεια διακρίνεται σε συνειδητή και μη συνειδητή, συνειδητή δε είναι αν ο υπαίτιος πρόβλεψε ότι από τη συμπεριφορά του ήταν δυνατό να προέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά πίστεψε ότι δεν θα επερχόταν, ενώ μη συνειδητή αμέλεια υπάρχει αν ο υπαίτιος δεν πρόβλεψε το αποτέλεσμα, καίτοι όφειλε και μπορούσε να το προβλέψει, εφόσον είχε καταβάλει την προσήκουσα προσοχή, που κατ' αντικειμενική κρίση απαιτείται. Ενόψει της διακρίσεως αυτής το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 28 ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλειας: "Η εγκαλούσα-πολιτικώς ενάγουσα Ψ κατά σύσταση γνωστού της γιατρού, προσήλθε στο Γ. Ν. Νοσοκομείο ..., για πρώτη φορά, στις 11-5-2001, αναζητώντας από τον κατηγορούμενο, ιατρό χειρουργό, Δ/ντή της Χειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου αυτού, ιατρική βοήθεια σε πρόβλημα που παρουσίαζε από ατελή ειλεό. Μετά την εξέταση της από τον ως άνω ιατρό, εισήχθη στο εν λόγω Νοσοκομείο με εικόνα ατελούς ειλεού-πιθανή συστροφή σιγμοειδούς με ιστορικό ελκώδους κολίτιδας, κατά τη διάρκεια δε της νοσηλείας της σ' αυτό αντιμετωπίστηκε συντηρητικά και εξήλθε με βελτίωση στις 15-5- 2001 (βλ. περιληπτική έκθεση νοσηλείας της με θεράποντα ιατρό τον κατηγορούμενο). Στις 20-5-2001 επανήλθε στο ίδιο νοσοκομείο γιατί ο ατελής ειλεός είχε υποτροπιάσει και κρίθηκε από τον κατηγορούμενο ότι έπρεπε να χειρουργηθεί για να αφαιρεθεί το περίσσιο του φυσιολογικού μήκος του σιγμοειδούς τμήματος του εντέρου της, που είχε συστραφεί περί τον άξονα του και δημιουργούσε στένωση του αυλού του σιγμοειδούς. Από την προηγούμενη εξέταση της ασθενούς αυτής και τη προεγχειρητική λήψη του ιστορικού της από τον κατηγορούμενο, κατά το οποίο αυτή του δήλωσε ότι έχει υποβληθεί σε τρεις χειρουργικές επεμβάσεις (δύο καισαρικές τομές, σκωλικοειδεκτομή και εγχείρηση κοιλιοκήλης), ήταν γνωστό στον κατηγορούμενο ότι στην περιοχή της επέμβασης θα συναντούσε έντονες ενδοκοιλιακές συμφύσεις, σύνηθες αποτέλεσμα της ύπαρξης των οποίων στην περιοχή της επέμβασης, είναι η ανατομική παραλογή δηλ. η αλλαγή θέσης των φλεβών και αρτηριών και κυρίως της έξω λαγονίου φλέβας, που βρίσκεται στην οπισθοπεριτοναϊκή χώρα, δηλ. όπισθεν του τοιχωματικού περιτοναίου της κοιλιακής κοιλότητας. Παρά ταύτα και ενώ η αναμενόμενη έντονη συμφυτική κατάσταση, απότοκος πολλαπλών χειρουργικών επεμβάσεων δυσχεραίνει τη λαπαροσκόπηση και αποτελεί αντένδειξη, αποφάσισε τη λαπαροσκοπική επέμβαση, στην οποία υπάρχει αδυναμία χρήσης του αισθητηρίου της αφής, δηλαδή αδυναμία ψηλάφησης των αγγείων, λόγω της κλειστής (λαπαροσκοπικής) μεθόδου της εγχείρησης, η οποία, όπως οι μάρτυρες γιατροί κατέθεσαν, αλλά και ο ίδιος ο κατηγορούμενος δήλωσε, παρέχει εικόνα δύο διαστάσεων αντί τριών και δεν παρέχει τη δυνατότητα στο χειρουργό να χρησιμοποιήσει το αισθητήριο της αφής, δυνατότητες που παρέχει η ανοικτή επέμβαση. Η μέθοδος αυτή, η οποία είναι ευρύτατα διαδεδομένη τα τελευταία χρόνια, και ο ίδιος ο κατηγορούμενος την εφάρμοζε σε ασθενείς του από το 1992, έχοντας ικανότατη εμπειρία, όπως προέκυψε, κρίθηκε προτιμότερη στη συγκεκριμένη περίπτωση έναντι της ανοικτής εγχειρήσεως ενόψει της νεαρής ηλικίας και της οικογενειακής κατάστασης της εγκαλούσας, μητέρας τριών ανηλίκων τέκνων, διότι με τη λαπαροσκόπηση επιταχύνεται η έξοδος από το νοσοκομείο και καθίσταται ευχερέστερη η ανάνηψη από την επέμβαση, επί πλέον δε το μετεγχειρητικό αποτέλεσμα είναι καλύτερο αφού δεν καταλείπεται μετεγχειρητική ουλή στο δέρμα, πλην, όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν ήταν η ιατρικά ενδεδειγμένη επέμβαση, με βάση το ιστορικό της ασθενούς, η οποία, όπως προαναφέρθηκε αναμενόταν να παρουσιάσει έντονη συμφυτική κατάσταση. Το γεγονός ότι στη λαπαροσκοπική επέμβαση συμφώνησε και η πολιτικώς ενάγουσα δεν αναιρεί την ευθύνη του κατηγορουμένου από την επιλογή μη ενδεδειγμένης μεθόδου επέμβασης καθόσον ο ίδιος είχε την υποχρέωση να επιλέξει την ιατρικά ενδεδειγμένη, με βάση το ιστορικό της ασθενούς επέμβαση, πολλώ μάλλον που στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδείχτηκε από την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας στο ακροατήριο και την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρος Ω, συζύγου της, που παρίστατο κατά την προεγχειρητική εξέταση της τελευταίας από τον κατηγορούμενο και την επιλογή της λαπαροσκοπικής μεθόδου που επρόκειτο να ακολουθήσει κατά την πραγματοποίηση της επέμβασης, δεν ενημέρωσε την πολιτικώς ενάγουσα για τους κινδύνους που θα αντιμετώπιζε αυτή λόγω του επιβαρυμένου ιστορικού της. Τελικά το πρωί της 25-5-2001 η πολιτικώς ενάγουσα εισήλθε στο χειρουργείο για την πραγματοποίηση της λαπαροσκοπικής επέμβασης. Αφού τοποθετήθηκαν τα λαπαροσκοπικά μηχαχήματα και εργαλεία και ξεκίνησε η διαδικασία της λαπαροσκόπησης, ο κατηγορούμενος διαπίστωσε μέσω της κάμερας ότι υπήρχαν αρκετές και στερεές συμφύσεις μεταξύ του εντέρου και του έσω κοιλιακού τοιχώματος, που ήταν περισσότερες και σκληρότερες του αναμενόμενου, και οι οποίες για να καταστεί δυνατή η αφαίρεση του περίσσιου σιγμοειδούς εντέρου έπρεπε να λυθούν. Παρά τη διαπίστωση έντονης συμφυτικότητας στην περιοχή που επενέβαινε και ενώ γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι με τη χρήση της λαπαροσκοπικής μεθόδου, η οποία έδινε εικόνα στην οθόνη μόνο για τις επιφανειακές συμφύσεις και όχι για το βάθος στο οποίο έφταναν αυτές, όπως ο ίδιος κατέθεσε απολογούμενος, υπήρχε δυνατότητα να τραυματίσει μεγάλα οπισθοπεριτοναϊκά αγγεία, που λόγω των πολλών και στερών συμφύσεων είχαν υποστεί ανατομική παραλλαγή (αλλαγή θέσης), όπως στην προκειμένη περίπτωση η έξω λαγόνιος φλέβα που εξ αιτίας των ως άνω συμφύσεων είχε μετατοπιστεί προς το μέρος του περιτοναίου και είχε συφυθεί στενώς με το έντερο ως ένα σώμα, δεν μετέτρεψε, αμέσως, την επέμβαση σε ανοικτή για να έχει πλήρη εικόνα (3η διάσταση και αφή), ώστε να καταστεί δυνατόν να λύσει ακινδύνως τις συμφύσεις με το χέρι, όπως είχε δυνατότητα αν πραγματοποιούσε ανοικτή επέμβαση, μη ευσταθούντος του ισχυρισμού του, ότι οι συμφύσεις σε κάθε περίπτωση έπρεπε να λυθούν οξέως μόνο με ψαλίδι, είτε, λαπαροσκοπικό είτε κανονικό, και ακολούθως να προχωρήσει στην αφαίρεση του περίσσιου σιγμοειδούς εντέρου, έχοντας πλήρη εικόνα της περιοχής, αλλά χωρίς να καταβάλει την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και που μπορούσε να καταβάλει, συνέχισε τη λαπαροσκοπική επέμβαση μπαίνοντας στις συμφύσεις με το λαπαροσκοπικό ψαλίδι, χωρίς να έχει πλήρη εικόνα της περιοχής που επενέβαινε (3η διάσταση και αφή) και χωρίς να λύσει τις ως άνω συμφύσεις, ώστε να αποκαλυφθούν τα αγγεία και να εξασφαλιστεί έτσι ότι δεν θα επιφέρει βλάβη στη λαγόνιο φλέβα και στη λαγόνιο αρτηρία, με αποτέλεσμα με την πρώτη ψαλιδιά που επιχείρησε με αυτό, όπως ο ίδιος απολογούμενος κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ("Μπήκα στις πάνω συμφύσεις και με την πρώτη ψαλιδιά που έβαλα έγινε ή τρώση"), να επιφέρει στην παθούσα την αναφερόμενη στο κατηγορητήριο σωματική βλάβη και δη τρώση της έξω λαγονίου φλέβας της παθούσας εξ αιτίας της οποίας προκλήθηκε ακατάσχετη αιμορραγία και θρόμβος στην παραπλεύρως ευρισκόμενη λαγόνιο αρτηρία, με συνέπεια να κινδυνεύσει η ζωή της παθούσας, αποτέλεσμα το οποίο ο κατηγορούμενος προέβλεψε ως δυνατό να επέλθει εξ αιτίας της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς του, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προέβλεψε ως δυνατή την τρώση της φλέβας της πολιτικώς ενάγουσας, αποδεικνύεται και απ' αυτήν την απολογία του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την οποία ανέφερε σχετικά: "... δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει η επέμβαση αν δεν κοβόταν η φλέβα, ήταν αναγκαίο κακό για να προχωρήσω. Δεν μπορούσα να εγκαταλείψω την άρρωστη...έπρεπε να προχωρήσω με κίνδυνο τρώσεως." Άλλωστε, όπως αποδείχτηκε στις λαπαροσκοπικές επεμβάσεις, στην περιοχή που πραγματοποιήθηκε η ως άνω επέμβαση, η τρώση των λαγονίων αγγείων αναφέρεται στη βιβλιογραφία ως πιθανή επιπλοκή. Πρέπει να αναφερθεί εδώ, μετά την επέλευση του ως άνω βλαπτικού για την υγεία της παθούσας αποτελέσματος, ο κατηγορούμενος προκειμένου να αποκαταστήσει την τρωθείσα φλέβα και να αναχαιτίσει την αιμορραγία μετέτρεψε τη λαπαροσκοπική χειρουργική επέμβαση σε ανοικτή, ενώ αμέσως κάλεσε τον αγγειοχειρουργό ..., ο οποίος με τη βοήθειά του αποκατέστησε με συρραφή τη βλάβη στη φλέβα, ενώ ο ίδιος ο ως άνω αγγειοχειρουργός προέβη στη συνέχεια στη διάνοιξη της αποφραγμένης αρτηρίας, δηλ. στην αφαίρεση του θρόμβου (εμβολεκτομή) και την αποκατάσταση της κυκλοφορίας του αίματος. Επειδή δε βάσει των επιστημονικών δεδομένων έπρεπε η κοιλιακή χώρα να μείνει ανοικτή επί 30' περίπου για τον έλεγχο ενδεχόμενης υποτροπής της αιμορραγίας, ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύθηκε το χρονικό αυτό διάστημα και προέβη τελικά με επιτυχία στην αφαίρεση του περίσσιου σιγμοειδούς εντέρου που ήταν και ο στόχος της χειρουργικής θεραπείας. Κατά τις μεταμεσονύκτιες ώρες και ενώ φαινόταν ότι είχε ξεπεραστεί ο κίνδυνος για την πολιτικώς ενάγουσα η αιμορραγία υποτροπίασε και η πολιτικώς ενάγουσα οδηγήθηκε εκ νέου στο χειρουργείο και χειρουργήθηκε από τον ανωτέρω αγγειοχειρουργό με τη βοήθεια του κατηγορουμένου και του συνεργάτη του τελευταίου ..., κατά τη δεύτερη δε αυτή χειρουργική επέμβαση, έγινε επανασυρραφή της λαγονίου φλέβας της παθούσας. Ακολούθως, την ίδια ημέρα (26-5-2001), η πολιτικώς ενάγουσα μεταφέρθηκε στο Γ. Νοσοκομείο ... με τη συνοδεία του κατηγορουμένου προκειμένου να εισέλθει για παρακολούθηση στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, όπου παρέμεινε μέχρι τις 29-5-2001, κατά δε την παραμονή της στη ΜΕΘ, ο κατηγορούμενος παρακολουθούσε στενά και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τη μετεγχειρητική εξέλιξη της ασθενούς, επισκεπτόμενος αυτήν καθημερινά, και ευρισκόμενος σε συνεχή επαφή και συνεργασία με τους εκεί γιατρούς. Μετά την έξοδο της από τη ΜΕΘ, η πολιτικώς ενάγουσα, την ίδια ημέρα (29-5-2001) εισήχθη στο ΚΑΤ ..., με καλή μετεγχειρητική πορεία, την εξέλιξη της οποίας παρακολουθούσε, επίσης στενά και με μεγάλο ενδιαφέρον ο κατηγορούμενος, όπου νοσηλεύτηκε μέχρι τις 7-6-2001, οπότε και εξήλθε του νοσοκομείου, έχοντας διαφύγει τον κίνδυνο ζωής που αντιμετώπισε λόγω της προκληθείσας σ' αυτήν κατά τα ανωτέρω σωματικής βλάβης . Με βάση όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, από τα οποία εξάγεται η κρίση ότι ο κατηγορούμενος δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή, που συνετός ιατρός της ειδικότητάς του θα κατέβαλε εάν ευρίσκετο υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες χειρουργικής επέμβασης, αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο για την οποία κατηγορείται, όπως η πράξη αυτή περιγράφεται ως προς τις περιστάσεις τόπου και χρόνου και κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία αυτής στο διατακτικό της παρούσας και επομένως, αυτός, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της ανωτέρω πράξεως και αφού του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.1 δ' ΠΚ του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.