Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1069 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία. Περίληψη: Πλαστογραφία ιδιόγραφης διαθήκης και χρήση. Απάτη στο δικαστήριο με την εμφάνιση και την έκδοση πιστοποιητικού κληρονομητηρίου. Ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα ο οποίος βεβαίωσε τη γνησιότητα της διαθήκης. Αιτιολογημένη καταδίκη και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Αριθμός 1069/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ-Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαθανασίου, περί αναιρέσεως της 276/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1) Ψ1 και 2) Ψ2, που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2067/07. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικά μεν η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος εμφανίζει τούτο ως καταρτισμένο από άλλον, υποκειμενικά δε δόλος του υπαιτίου που ενέχει τη γνώση και την θέληση των περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη, επί πλέον δε ως πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο και σκοπό του δράστη με την χρήση του πλαστού εγγράφου να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξένησε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγικό αίτιο, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) Βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω κι αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς επανόρθωση της. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, κάθε φορά που υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός που υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν, αλλά με ανακριβές περιεχόμενο. Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν, με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών στοιχείων, εκδίδεται οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη ή άλλου σε βάρος του αντιδίκου του, απόπειρα δε αυτής συντρέχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαστής δεν παραπλανάται από τους ψευδείς ισχυρισμούς και τα ανακριβή αποδεικτικά στοιχεία και απορρίπτει ως αβάσιμη την αγωγή ή όταν δεν εκδίδεται οριστική απόφαση. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1α του ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. II.-Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.276/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά "... Την 1-8-2000 και περί ώρα 08.10, απεβίωσε στην Αθήνα και εντός του διαμερίσματος του, που βρίσκεται επί της οδού ..... αρ..... στην περιοχή ......, ο Ψ, ηλικίας 82 ετών, χωρίς να έχει σύζυγο, η οποία είχε προαποβιώσει αυτού, τέκνα και γονείς. Ο θάνατός του επήλθε από χρόνια βρογχίτιδα και πνευμονικό εμφύσημα- χρονιά πνευμονική καρδία. Ο ανωτέρω είχε προσλάβει κατά το μήνα Φεβρουάριο 2000 την κατηγορουμένη Χ1 ως οικιακή βοηθό, για να εργάζεται ορισμένες ώρες της ημέρας και τη διατήρησε μέχρι και το θάνατό του, καταβάλλοντος σ' αυτήν κάθε μήνα τη συμφωνηθείσα αμοιβή της. Μετά τον θάνατο του ανωτέρω Ψ και εντός του χρονικού διαστήματος από 1-8-2000 μέχρι 14-8-2000 και σε μη επακριβώς διαπιστωθείσα ημερομηνία, η κατηγορουμένη συνέταξε κατ' ελεύθερη απομίμηση της γραφής και υπογραφής του ανωτέρω αποβιώσαντος, ιδιόγραφη διαθήκη, ως δήθεν προερχόμενη από αυτόν, στην οποία ανέγραψε τα εξής " Η διαθήκη μου. Με την παρούσα μου επιθυμώ, μετά τον θάνατο μου, η Χ1 που στάθηκε κοντά μου σαν κόρη μου που δεν έχω, με πόνο, επιθυμώ, να πάρει το διαμέρισμά μου στον ....., με τα κινητά μέσα, να πάρει τις καταθέσεις μου στις Τράπεζες και στα αμοιβαία κεφάλαια με τους τόκους τους, καθώς και τα δικαιώματά μου από την ΑΕΠΙ και την εκμετάλλευση της πνευματικής μου ιδιοκτησίας σε δίσκους και σε μουσικοσυνθέσεις. Τέλος, ανακαλώ κάθε προηγούμενη διαθήκη μου. Αθήνα ....". Δηλαδή σύμφωνα με την εν λόγω διαθήκη, ο Ψ, εγκατέστησε την κατηγορουμένη αποκλειστική και μοναδική κληρονόμο του σε όλη την περιουσία του, αποκλείοντας έτσι τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, μεταξύ των οποίων ήσαν και οι εγκαλούντες ........, Ψ1 και Ψ2, τέκνα προαποβιωσάντων αυτού αδελφών του που θα εκαλούντο στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος κατά την δεύτερη τάξη. Η διαθήκη αυτή στη συνέχεια, με αίτηση της κατηγορουμένης με ημερομηνία 14-8-2000, κατατεθείσα στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 23-8-2000, δημοσιεύθηκε από το ανωτέρω δικαστήριο στις 6-10-2000 με το υπ' αριθμ. 4584/6-10-2000 πρακτικό και κηρύχθηκε κυρία, μετά την ψευδή κατάθεση του Χ2 ο οποίος βεβαίωσε ψευδώς στο ως άνω δικαστήριο ότι γνώριζε το γραφικό χαρακτήρα και την υπογραφή του διαθέτη, και ότι η εν λόγω διαθήκη ήταν γνησία, με την υπ' αριθμ. 1826/6-10-2000 απόφαση του δικαστηρίου αυτού (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Έτσι η κατηγορουμένη πέτυχε την αναγνώριση της διαθήκης αυτής ως κυρίας. Επίσης η κατηγορουμένη με την από 14-8-2000 αίτηση της, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που κατατέθηκε στις 22-9-2000, ζήτησε να της χορηγηθεί πιστοποιητικό (κληρονομητήριο) πιστοποιούν το κληρονομικό της δικαίωμα επί των κινητών και ακινήτων κληρονομικών στοιχείων, ως αυτά ορίζονται στην από ..... ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος την 1-8-2000 Ψ. Επί της αιτήσεως που συζητήθηκε την 25-1-2001 εκδόθηκε η 2412/22-3-2001 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου η οποία διέταξε την παροχή σ' αυτήν κληρονομητηρίου με βάση την προσκομισθείσα ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη, με το οποίο πιστοποιείτο ότι είναι η μοναδική κληρονόμος του προμνημονευομένου Ψ, το οποίο όμως με την υπ' αριθμ. 9512/21-12-2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κηρύχθηκε ανίσχυρο, ενώ, με την υπ' αριθμ. 498/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ακυρώθηκε η προαναφερόμενη 1826/2000 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου που κήρυξε κυρία την επίδικη διαθήκη. Ο χρόνος που συντάχθηκε η ανωτέρω διαθήκη πρέπει να είναι μεταξύ 1-8-2000 μέχρι 14-8-2000 διότι η κατηγορουμένη με την από 14-8-2000 αίτηση της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ζήτησε να δημοσιευθεί και να κηρυχθεί κυρία η εν λόγω ιδιόγραφη διαθήκη. Η πλαστότης της παραπάνω ιδιόγραφης διαθήκης αποδεικνύεται από τις αναγνωσθείσες υπ' αριθμούς ... και .... εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου ......, ο οποίος διορίσθηκε σχετικώς με την υπ' αριθ. 2741/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο οποίος ανενδοίαστα αποφαίνεται ότι αυτή δεν γράφτηκε από το χέρι του Ψ, αλλά έχει πλαστογραφηθεί από άλλο πρόσωπο με ελεύθερη απομίμηση της γραφής και της υπογραφής του Ψ και συνεπώς η διαθήκη αυτή είναι καθ' ολοκληρία πλαστή. (Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι εκ παραδρομής αναγράφεται στη σελίδα 33 της ..... ως άνω πραγματογνωμοσύνης ότι η από .... ιδιόγραφη διαθήκη είναι καθ' ολοκληρία πλαστή, διότι πρόκειται για την από ..... ιδιόγραφη διαθήκη του Ψ για την οποία και διατάχθηκε η σχετική πραγματογνωμοσύνη). Επομένως, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη πλαστογραφίας μετά χρήσεως, αφού την παραπάνω πλαστή διαθήκη την συνέταξε για να περιποιήσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος των των εγκαλούντων κληρονόμων εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος Ψ, κατά τα εις το διατακτικό αναφερόμενα και έκανε χρήση αυτής στις 6-10-2000 και στις 25-1-2001 όταν την προσκόμισε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως προαναφέρθηκε. Παράλληλα η κατηγορουμένη διέπραξε και το έγκλημα της απάτης διότι προσκομίζοντας εν γνώσει της πλαστότητάς της την εν λόγω διαθήκη ενώπιον του προαναφερομένου δικαστηρίου στις 6-10-2000, παρέπεισε αυτό χρησιμοποιήσασα και τον Χ2 ως μάρτυρα, ο οποίος κατέθεσε ψευδώς ότι γνώριζε τη γραφή και υπογραφή του διαθέτη, ότι η διαθήκη του αποβιώσαντος Ψ ήταν γνήσια, και εξέδωσε τούτο την ήδη ακυρωθείσα, ως άνω απόφαση του, με την οποία η διαθήκη αυτή κηρύχθηκε ως κυρία, ενώ, εάν γνώριζε ο δικαστής αυτού την πραγματική κατάσταση, δεν θα εξέδιδε την εν λόγω απόφαση του, με αποτέλεσμα να ζημιωθούν οι εγκαλούντες από την μείωση της αντικειμενικής εκ δραχμών 5.940.000 αγοραίας αξίας του κληρονομιαίου διαμερίσματος που περιγράφεται στην διαθήκη, από την αμφισβήτηση του κληρονομικού δικαιώματος τους επ' αυτού, αλλά και με την εμπλοκή τους σε δικαστικούς αγώνες για την απόδειξη της πλαστότητας της παραπάνω ιδιόγραφης διαθήκης και την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος τους επί του παραπάνω διαμερίσματος και των λοιπών αναγραφομένων στην παραπάνω διαθήκη υπαρχόντων περιουσιακών στοιχείων του κληρονομούμενου, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της κατηγορουμένης, η οποία με την εν λόγω διαθήκη εγκαθίστατο η μοναδική κληρονόμος του αποβιώσαντος Ψ. Επομένως πρέπει η κατηγορούμενη να κηρυχθεί ένοχη της απάτης. Τέλος από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη έπεισε τον συγκατηγορούμενό της Χ2 να καταθέσει ενόρκως στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 6-10-2000, που δίκαζε την από 14-8-2000 και με αριθμό 4157/23-8-2000 αίτησή της που αφορούσε την κήρυξη ως κυρίας της από ..... ιδιόγραφης, δήθεν, διαθήκης του αποβιώσαντος Ψ, να βεβαιώσει ψευδώς ότι ο φερόμενος ως διαθέτης υπήρξε φίλος του, γνώριζε τον γραφικό του χαρακτήρα και την υπογραφή του, τα οποία αναγνώρισε ως γνήσια στην επιδειχθείσα σ' αυτόν διαθήκη, ενώ αυτά γνώριζε ότι ήσαν ψευδή και τούτο διότι αυτός, δεν ήταν φίλος του αποβιώσαντος, αφού αυτός είχε αναλάβει, μόνο την κηδεία της προαποβιώσασας συζύγου του και του ιδίου, και δεν γνώριζε τον γραφικό χαρακτήρα ούτε την υπογραφή του κληρονομούμενου και ότι η διαθήκη ήταν πλαστή, όπως άλλωστε, δεν αποδείχθηκε ότι ήταν φίλος του αποβιώσαντος και ο μάρτυρας δικηγόρος ..... ενώπιον του οποίου δήθεν, ο Ψ συνέταξε την επίδικη διαθήκη, εφόσον ο τελευταίος, για τις νομικές του υποθέσεις είχε ανέκαθεν και διατηρούσε ως δικηγόρο του τον Ιωάννη Σταμούλη, στη Θήβα. Συνεπώς, η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη και της πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος που διέπραξε ο Χ2, κατά τα προαναφερόμενα αλλά υπό την ελαφρυντική περίσταση γι' αυτήν (κατηγορουμένη) και με βάση τα εκ της δικογραφίας και των ως άνω αποδεικτικών μέσων προκύπτοντα θετικά στοιχεία, ότι έζησε έως τον χρόνο που έγιναν τα παραπάνω εγκλήματα, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, έτσι ώστε η τέλεση από αυτήν των εν λόγω εγκλημάτων της να εμφανίζεται ως περιστατικό μη αναμενόμενο, κατά την έννοια του άρθρου 84 παρ.2 περ. α του Π.Κ..... ". Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη για τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση, της απάτης στο δικαστήριο και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, αναγνώρισε σ' αυτήν το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου και επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα έξη
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.