← Ελλάδα

ΑΠ 1074/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1074 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης. Περίληψη: Υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως. Έννοια. Στοιχεία (ΑΠ 686/2009, ΑΠ 562/2007). Αιτιολογία ειδική και εμπεριστατωμένη. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η απόφαση ως προς τα αποδεικτικά μέσα. Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή εκ πλαγίου· παράβαση. Πότε (ΑΠ 454/3-3-2010, ΑΠ 142/2010, ΑΠ 250/2009, ΑΠ 173/2009). Φοιτητής στην αλλοδαπή. Προκειμένου να επιτύχει μεταγραφή στο ΑΠΘ υπέβαλε στην αρμόδια επιτροπή βεβαίωση του αλλοδαπού πανεπιστημίου ότι είχε περατώσει επιτυχώς τις εξετάσεις του προηγούμενου ακαδημαϊκού έτους, η οποία ήταν ψευδής, αφού είχε εγκαταλείψει τις σπουδές. Επέτυχε να εξαπατηθούν τα μέλη και να βεβαιώσουν ότι πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις για συμμετοχή του στις οικείες εξετάσεις, στις οποίες και συμμετείχε και μάλιστα επιτυχώς. Αβάσιμος λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.. Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 1074/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη, περί αναιρέσεως της 2447/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1373/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, απαιτείται, αντικειμενικώς: α) δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, έγγραφο, δηλαδή έγγραφο, που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής) και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων του γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό, β) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό αναληθούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιφέρει τη γένεση, αλλοίωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης και γ) η βεβαίωση του αναληθούς περιστατικού να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση ή ακριβέστερα με παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, με έγγραφο ή και προφορικά. Απαιτείται δηλαδή ο εκδίδων το έγγραφο δημόσιος υπάλληλος να τελεί σε πλάνη περί της αναληθείας του περιεχομένου του εγγράφου, αναφορικώς προς το συγκεκριμένο περιστατικό, η δε πλάνη να είναι προϊόν εξαπατήσεως, γιατί αν ο υπάλληλος τελεί εν γνώσει ότι βεβαιώνει ψευδώς, πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου 242 του ΠΚ και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση. Δεν τελείται δε η πράξη αυτή, αν ο υπάλληλος απλώς καταχωρεί τη δήλωση του εμφανισθέντος, χωρίς να βεβαιώνει κάτι επί πλέον τούτου διαπιστωτικό περί της αληθείας, όπως όταν ο συμβολαιογράφος στηρίχτηκε απλώς στη δηλωθείσα βούληση των εμφανισθέντων ενώπιόν του να συνάψουν κάποια δικαιοπραξία. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές, ότι η βεβαίωση γίνεται σε δημόσιο έγγραφο και ότι το βεβαιούμενο γεγονός μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην εξαπάτηση (παραπλάνηση) του δημοσίου υπαλλήλου με οποιοδήποτε τρόπο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του, πράγμα που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, στην οποία, για την υποκειμενική θεμελίωση της ανωτέρω πράξεως, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από την επισκοπούμενη παραδεκτώς προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως: "ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε εγγραφεί κατά το ακαδημαϊκό έτος 2001-2002 σε πανεπιστήμιο (Φαρμακευτική Σχολή) της ... και κατά το έτος 2002-2003 στη Φαρμακευτική Σχολή της Σόφιας, αποσκοπώντας στην φοιτητική μεταγραφή του από την φαρμακευτική σχολή της Σόφιας Βουλγαρίας, στο (Ε7) εξάμηνο της φαρμακευτικής σχολής του Α.Π.Θ., στις 24-9-2002 υπέβαλε στην κεντρική επιτροπή μεταγραφών εξωτερικού το υπ' αριθμ. ... έγγραφο του Πανεπιστημίου Σόφιας με αναλυτική βαθμολογία, με το οποίο βεβαιώνονταν ότι είχε επιτύχει στις εξετάσεις όλων των μαθημάτων του ακαδημαϊκού έτους 2002-2003 (β έτους), καθώς και στη σχετική πρακτική εκπαίδευση, στοιχείο που ήταν κατά νόμον απαραίτητο, προκειμένου να του επιτραπεί η συμμετοχή στις εξετάσεις που διεξήγαγε η ως άνω επιτροπή για τη μεταγραφή σε Ελληνικό πανεπιστήμιο Ελλήνων φοιτητών των φαρμακευτικών σχολών του εξωτερικού. Στην πραγματικότητα όμως ο κατηγορούμενος δεν είχε επιτύχει στις εξετάσεις του έτους 2002-2003 της φαρμακευτικής του πανεπιστημίου Σόφιας, καθόσον είχε εγκαταλείψει τις σπουδές του για οικογενειακούς λόγους, το δε υποβληθέν από αυτόν έγγραφο αναλυτικής βαθμολογίας ήταν πλαστό, προκαλώντας την έννομη συνέπεια του να του επιτραπεί η συμμετοχή του στις εξετάσεις μεταγραφών του ΑΠΘ. Τα παραπάνω προέκυψαν, όταν με πρωτοβουλία των αρμοδίων της εξεταστικής επιτροπής ζητήθηκε με έγγραφο, από το πανεπιστήμιο της Σόφιας, να επιβεβαιώσει τη γνησιότητα των προσκομιζομένων από τον κατηγορούμενο εγγράφων. Παραλήφθηκαν τότε δύο απαντητικά, μεταφρασμένα, έγγραφα, το ένα εκ των οποίων βεβαίωνε ότι τα πιστοποιητικά ήταν γνήσια, ενώ το άλλο βεβαίωνε ότι είναι πλαστά. Το υπ' αριθμ. πρωτ. 9-156/2003 έγγραφο του πανεπιστημίου της Σόφιας βεβαίωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει περάσει τις εξετάσεις, αλλά ούτε καν έχει παρακολουθήσει τα μαθήματα του δευτέρου έτους σπουδών, εφόσον εγκατέλειψε τις σπουδές του λόγω οικογενειακών προβλημάτων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, αφού χρησιμοποίησε το πλαστό πιστοποιητικό, στις 31-1-2003 συμμετέχοντας στις εξετάσεις μεταγραφών που διεξήγαγε η Κεντρική επιτροπή εξετάσεων μεταγραφών εξωτερικού, πέτυχε να αναγραφεί το όνομά του στον πίνακα επιτυχόντων της φαρμακευτικής σχολής του ΑΠΘ και μάλιστα στην πρώτη θέση αυτού, έχοντας εξαπατήσει όλους τους αρμοδίους υπαλλήλους του ΑΠΘ αναφορικά με την δυνατότητα συμμετοχής του στις εξετάσεις αυτές, όπως προαναφέρθηκε, με τελική συνέπεια να του αναγνωρισθεί η ιδιότητα του φοιτητή του 3ου έτους της φαρμακευτικής σχολής του ΑΠΘ. Τα παραπάνω προκύπτουν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τα οποία υπογράφονται και βεβαιώνονται από τον πρύτανη του πανεπιστημίου της Σόφιας, .,.., σε συνδυασμό μεταξύ τους, αλλά και από τη σαφή και με λόγο γνώσης κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, γραμματέως του τμήματος της φαρμακευτικής σχολής ΑΠΘ, ο οποίος επελήφθη του θέματος. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν γνώριζε την πλαστότητα του εγγράφου, την οποία αποδίδει σε συμπαιγνία ή εκβιασμό κυκλώματος εκδόσεως πλαστών εγγράφων του βουλγαρικού πανεπιστημίου εναντίον του, δεν εκτιμάται ως πειστικός, δεδομένου ότι δεν αντέχει σε λογική επεξεργασία και αντιστρατεύεται σε όλους τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής. Το έγγραφο αυτό, το οποίο βεβαίωνε την ολοκλήρωση εκ μέρους του β' έτους σπουδών, αφορούσε τη δική του κοινωνική πρόοδο και θεμελίωνε το δικό του δικαίωμα συμμετοχής στις εξετάσεις μετεγγραφής σε πανεπιστήμιο της χώρας του. Κανείς συνεπώς, χωρίς τη δική του προτροπή και θέληση και χωρίς καταβολή εκ μέρους του οικονομικού ανταλλάγματος, δεν είχε λόγο ή κίνητρο να το καταρτίσει, εφόσον ήταν χρήσιμο μόνο για να χρησιμοποιηθεί από τον κατηγορούμενο, τον οποίο και αποκλειστικά ωφελούσε. Ο παραπάνω ισχυρισμός του άλλωστε αναιρείται, αφενός μεν από την από 19-2-2004 απολογία του ενώπιον της κ. Πταισματοδίκου Κιλκίς, στην οποία έμμεσα ομολογεί την πράξη του και αναφέρει ότι έπεσε θύμα απατεώνα, που εκμεταλλεύτηκε την αφέλεια της νιότης του, αφ ετέρου δε από την ομολογία του ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής του ΑΠΘ, ότι είχε διακόψει τις σπουδές του στο β 'έτος λόγω οικογενειακών προβλημάτων, γεγονός που αναφέρεται στα υπ' αρ. 80 και 81/2-4-2003 έγγραφα του πανεπιστημίου της Σόφιας. Πρέπει συνεπώς να κηρυχτεί ένοχος υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, εφόσον αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της ανωτέρω πράξεως και αφού του αναγνώρισε τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρπου 84 παρ. 2 α ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι

(6)μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στη Θεσσαλονίκη πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. 0 κατηγορούμενος υποβάλλοντας στην κεντρική επιτροπή μεταγραφών εξωτερικού το υπ' αριθμ ... έγγραφο του Πανεπιστημίου της Σόφιας με αναλυτική βαθμολογία δια του οποίου βεβαιωνόταν ότι είχε επιτύχει στις εξετάσεις όλων των μαθημάτων του ακαδημαϊκού έτους 2002-2003 καθώς και στη σχετική πρακτική εκπαίδευση, στοιχείο απαραίτητο για να του επιτραπεί η συμμετοχή στις εξετάσεις που διεξήγαγε η ως άνω επιτροπή για τη μεταγραφή σε ελληνικό Πανεπιστήμιο Ελλήνων φοιτητών των φαρμακευτικών σχολών του εξωτερικού. Στην πραγματικότητα όμως ο ως ανωτέρω κατηγορούμενος δεν είχε επιτύχει στις εξετάσεις του έτους 2002-2003 της φαρμακευτικής του πανεπιστημίου της Σόφιας, καθόσον είχε εγκαταλείψει τις σπουδές του για οικογενειακούς λόγους, το δε υποβληθέν υπ' αυτού έγγραφο αναλυτικής βαθμολογίας ήταν πλαστό προκαλώντας την έννομη συνέπεια του να του επιτραπεί η συμμετοχή του στις εξετάσεις μεταγραφών του ΑΠΘ. Ειδικότερα την 31-1-2003 συμμετέχοντας κατά τον προπεριγραφέντα παραπάνω τρόπο στις εξετάσεις μεταγραφών που διεξήγαγε η Κεντρική επιτροπή εξετάσεων μεταγραφών του εξωτερικού, πέτυχε να αναγραφεί το όνομα του στον πίνακα επιτυχόντων της φαρμακευτικής σχολής του ΑΠΘ και μάλιστα στην πρώτη θέση αυτού, έχοντας εξαπατήσει όλους τους αρμόδιους υπαλλήλους του ΑΠΘ αναφορικά με τη δυνατότητα συμμετοχής του στις εξετάσεις αυτές ως προαναφέρθηκε, με τελική συνέπεια να του αναγνωρισθεί η ιδιότητα του φοιτητού του 3ου έτους της φαρμακευτικής σχολής του ΑΠΘ.". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 και 220 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσειβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, αφού δέχθηκε ότι πέτυχε με την υποβολή του πλαστού πιστοποιητικού να παραπλανηθούν τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής και να βεβαιώσουν ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις συμμετοχής στις εξετάσεις και του επέτρεψαν να συμμετάσχει σ αυτές, ενώ δεν είχε τέτοιο δικαίωμα και να επιτύχει και δεν χρειαζόταν να αιτιολογεί ειδικώς το δόλο του αναιρεσείοντος, αφού, κατά τα ανωτέρω, δεν απαιτείται για την στοιχειοθέτηση της πράξεως άμεσος δόλος. Ανεξάρτητα τούτου ο δόλος του προέκυπτε από την παραδοχή ότι ο ίδιος παραδέχθηκε στην οικεία εξεταστική επιτροπή του ΑΠΘ ότι εγκατέλειψε τις σπουδές του για οικογενειακούς λόγους και δεν είχε συμμετάσχει στις εξετάσεις, ούτε είχε περατώσει αυτές επιτυχώς κατά το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003, ως προς όλα τα μαθήματα του έτους αυτού, όπως αναληθώς βεβαιωνόταν στο υποβληθέν από τον ίδιο πιστοποιητικό του αλλοδαπού Πανεπιστημίου, την αναλήθεια του οποίου και εκ του λόγου αυτού γνώριζε. Ούτε στερείται ειδικής αιτιολογίας η προσβαλλομένη επειδή το Δικαστήριο δεν υιοθέτησε την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος, δεχθέν ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την αναλήθεια του Πιστοποιητικού. Ούτε περαιτέρω χρειαζόταν για την πληρότητα της αιτιολογίας να παρατίθενται αναλυτικά τα αποδεικτικά μέσα και τι προέκυψε από την αξιολόγηση καθενός απ αυτά, αρκεί που αναφέρονται κατ' είδος και το Δικαστήριο βεβαιώνει ότι τα έλαβε υπόψη και τα εκτίμησε όλα και δεν προκύπτει, από το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι δεν έλαβε υπόψη κάποιο απ' αυτά. Ούτε τέλος, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή σκεπτικού - διατακτικού το πρώτο αποτελεί απλή επανάληψη του δευτέρου, ανεξάρτητα του ότι και αν ακόμη συνέβαινε αυτό, κατά τα ανωτέρω, η προσβαλλομένη δεν θα στερούταν ειδικής αιτιολογίας. Συνεπώς ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ της αιτήσεως αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του λόγου αυτού της αιτήσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό εκθέσεως 62/28-9-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμ. 2447/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)€. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.