← Ελλάδα

ΑΠ 1075/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1075 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία. Περίληψη: Πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ εξακολούθηση. Έννοια. Στοιχεία υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως (ΑΠ 225/2010). Πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία - πότε η απόφαση περιέχει τέτοια. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή - έννοια, στοιχεία. (ΑΠ 142/2010, ΑΠ 250/2009, ΑΠ 173/2009). Κατάρτιση από την αρχή πλαστών βεβαιώσεων ασφαλιστικής ενημερότητας του ΙΚΑ για να επιτευχθεί η δανειοδότηση από την Τράπεζα του επιχειρηματία, που αφορούσαν, ο οποίος και αγνοούσε την όλη μεθόδευση, που έγινε από τον λογιστή της επιχειρήσεως, σκοπός οποίος και επιτεύχθηκε με την χρήση των βεβαιώσεων από τον δράστη. Αβάσιμοι λόγοι εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως του 216 ΠΚ και ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 1075/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Πάρσαλη, περί αναιρέσεως της 1972/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 881/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη το άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται, αντικειμενικά μεν, η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ) από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα, είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου) που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης. Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύθηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση: "ο κατ/νος λογιστής της επιχείρησης "Υδραυλικές Εγκαταστάσεις" κατήρτισε εξ υπαρχής 5 βεβαιώσεις μη οφειλής (ασφαλιστικές ενημερότητες) των ΙΚΑ Αθηνών, συμπληρώνοντας τα μη έντυπα μέρη αυτών και ειδικότερα έθεσε ως ημερομηνία "2-2-2004", ως αριθ. Πρωτ...., ως χρόνο ισχύος των βεβαιώσεων μέχρι "ΠΡΩΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΔΥΟ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΤΕΣΣΕΡΑ", τα στοιχεία ταυτότητας και ΑΦΜ του Κ εν αγνοία του και στο τέλος των εγγράφων στην θέση "ο προϊστάμενος" κατ' απομίμηση την υπογραφή της υπαλλήλου των ΙΚΑ Π και σφραγίδα της, καθώς και στρογγυλή σφραγίδα των ΙΚΑ, στη συνέχεια τις πλαστογραφημένες αυτές ενημερότητες χρησιμοποίησε αφού τις προσκόμισε προς την Τράπεζα PROBANK προκειμένου να παραπλανήσει τους υπαλλήλους της Τράπεζας ότι ο Κ είναι ενήμερος στις οφειλές του ΙΚΑ και να δανειοδοτηθεί. Ο κατ/νος ομολόγησε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των άνω πράξη του ισχυριζόμενος ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της ανωτέρω πράξεως και αφού του αναγνώρισε τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2δ ΠΚ, διότι δέχθηκε ότι τακτοποίησε την οφειλή του προς την Τράπεζα και μετανόησε ειλικρινώς ζητώντας συγγνώμη από τον Κ, στο όνομα του οποίου πήρε, εν αγνοία του, το δάνειο και τον ενέπλεξε σε δικαστικό αγώνα, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων

(4)μηνών, την οποία και ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: "στο..., στις 4-2-2004, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και κατόπιν τα χρησιμοποίησε. Συγκεκριμένα, κατάρτισε εξ υπαρχής πέντε
(5)βεβαιώσεις μη οφειλής (ασφαλιστικές ενημερότητες) του ΙΚΑ Αθηνών, συμπληρώνοντας τα μη έντυπα μέρη αυτών και ειδικότερα έθεσε ως ημερομηνία "2-2-2004", ως αριθμ. πρωτ. ..., ως χρόνο ισχύος των βεβαιώσεων μέχρι "ΠΡΩΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΔΥΟ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΤΕΣΣΕΡΑ", τα στοιχεία ταυτότητας και τον Α.Φ.Μ. του Κ, ως είδος επιχείρησης "ΥΔΡΑΥΛΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ", και στο τέλος των εγγράφων, στη θέση "Ο Προϊστάμενος" έθεσε αποτύπωμα σφραγίδας με το όνομα υπαλλήλου του ΙΚΑ Π και κατ' απομίμηση την υπογραφή της, σε μία δε εξ' αυτών, δύο φορές την υπογραφή της, χωρίς τη γνώση ή την εντολή της, καθώς και αποτύπωμα στρόγγυλης σφραγίδας του ΙΚΑ, σε μία δε εξ αυτών τέσσερα αποτυπώματα της στρόγγυλης σφραγίδας και σε άλλες δύο τρία αποτυπώματα. Τις πλαστογραφίες αυτές έκανε με την επιδίωξη να παραπλανήσει, με τη χρήση των πλαστών εγγράφων, τους αρμοδίους υπαλλήλους του Υποκαταστήματος... της Τράπεζας PROBANK σχετικά με το αναληθές και έχον έννομες συνέπειες γεγονος ότι οι ανωτέρω ασφαλιστικές ενημερότητες ήταν γνήσιες, ότι ο Κ, δεν όφειλε ληξιπρόθεσμες οφειλές στο ΙΚΑ έως την 1η Αυγούστου 2004 και ότι, επομένως, μπορούσε αυτός να δανειοδοτηθεί από την Τράπεζα. Κατόπιν έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων και συγκεκριμένα τα προσκόμισε στην παραπάνω Τράπεζα, των αρμοδίων υπαλλήλων της οποίας την παραπλάνηση επιδίωκε". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στ', 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 98 και 216 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα, από τον παραδεκτό συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο δέχθηκε τέλεση, κατ' εξακολούθηση, της πράξεως της πλαστογραφίας, από τον φέροντα την ιδιότητα του λογιστού της επιχειρήσεως του Κ αναιρεσείοντα, με την μορφή της καταρτίσεως των αναφερομένων 5 πλαστών βεβαιώσεων ασφαλιστικής ενημερότητας του ΙΚΑ, που αφορούσαν την επιχείρηση του ανωτέρω, με τις οποίες ήταν δυνατόν να αποδειχθεί γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και δη ότι ο εν λόγω επιχειρηματίας δεν είχε οφειλές προς το ΙΚΑ, με συνέπεια να μπορεί να δανειοδοτηθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα, τις βεβαιώσεις δε αυτές στη συνέχεια χρησιμοποίησε στην αναφερόμενη Τράπεζα, προκειμένου να αποδείξει το γεγονός αυτό και να επιτύχει, όπως και σκόπευε, την δανειοδότηση του ανωτέρω επιχειρηματία, οι υπάλληλοι της οποίας και παραπλανήθηκαν και χορήγησαν σ αυτόν, εν αγνοία του, δάνειο, το οποίο εισέπραξε ο αναιρεσείων, επιτυγχάνοντας έτσι τον ανωτέρω σκοπό του. Συνεπώς, προκύπτουν όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της ανωτέρω πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, κατά τα προλεχθέντα, χωρίς να προκαλείται αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, ή ασάφεια, ή να υφίσταται, από το λόγο αυτό, εκ πλαγίου παράβαση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 216 παρ. ΠΚ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, εκ του ότι τα ανωτέρω στοιχεία της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, δηλ. του σκοπού παραπλανήσεως των υπαλλήλων της αναφερόμενης Τράπεζας, με την χρήση των πλαστών βεβαιώσεων, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια και δη την απόδειξη ότι ο επιχειρηματίας δεν όφειλε στο ΙΚΑ και συνεπώς μπορούσε να δανειοδοτηθεί, σκοπός ο οποίος, αν και τούτο δεν ασκεί έννομη επιρροή στην στοιχειοθέτηση της πράξεως, επιτεύχθηκε, με βλάβη του φερομένου ως δανειοδοτηθέντος επιχειρηματία, δεν διαλαμβάνονται ή περιέχονται συνοπτικά στο σκεπτικό, αναφέρονται δε μόνον στο διατακτικό ή εκτίθενται εκεί. Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' 1ος 2ος και 3ος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως, αντίστοιχα, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ως άνω διατάξεως, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την από 27-5-2009 αίτηση (δήλωση) του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 1972/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)€. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.