Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1080 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Τραπεζική επιταγή, Δόλος. Περίληψη: Παραίτηση αναίρεσης. Αιτιολογημένη η καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Η ύπαρξη δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Αριθμός 1080/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, X1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μαντά, περί αναιρέσεως των υπ' αριθμ. 6837/2007 και υπ' αριθμ. 114/2008 αποφάσεων των Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών και το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με τις ως άνω αποφάσεις τους, διέταξαν όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Δεκεμβρίου 2007 και 25 Ιανουαρίου 2008 αιτήσεις της αναιρέσεως, αντίστοιχα, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 151/1998. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 7 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση αναίρεσης από την οποία παραιτήθηκε η αναιρεσείουσα και ως αβάσιμη η από 25 Ιανουαρίου 2008 αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 465 παρ. 1, 474 παρ. 1 και 475 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει, ότι ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει, συνεπώς και από την αναίρεσή του. Η παραίτηση, μπορεί να γίνει και μέσω αντιπροσώπου του δικαιουμένου που έχει προς τούτο εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 2 ΚΠΔ, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα Χ1 στο ακροατήριο πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δια του πληρεξουσίου της Δημητρίου Μαντά, δικηγόρου Αθηνών στον οποίο είχε δοθεί ειδική εντολή βάσει του ...... ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Σταυροπούλου, παραιτήθηκε από την από 7-12-2007 αίτηση αναιρέσεώς της που ασκήθηκε με δήλωσή της που επιδόθηκε στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθ. 6837/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου(πλημμελημάτων) Αθηνών. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 ''περί επιταγής'' (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972), ''εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα, επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών''. Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι, ''εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών''. Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το ''εν γνώσει'' της προηγούμενης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι, το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν, i) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, ii) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, iii) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και iv) έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της έκδοσης δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη. Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέτοια πρόσθετα στοιχεία, δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο, στην περίπτωση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία τέλος της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 114/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, η οποία εκπροσωπήθηκε στη δίκη από συνήγορο, σε δεύτερο βαθμό, για τη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (παράβαση του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 ''για επιταγή''), με την αναγνώριση του ελαφρυντικού ότι έζησε έως το χρόνο που έγινε η πράξη έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή σε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ
(18)μηνών η οποία ανεστάλη επί τριετίαν. Στην αιτιολογία της απόφασης, αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής: "Επειδή από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη δικηγόρος, στην ......, στις ...., για να καλύψει χρέος του συζύγου της στον εγκαλούντα Ψ1, εν γνώσει της, ότι δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της, κατά το χρόνο της εκδόσεως, αλλ' ούτε και πληρωμής, εξέδωσεν την ..... τραπεζική επιταγή, ποσού 57.000.000 δρχ., σε διαταγή του Ψ1, ο οποίος ως νόμιμος κομιστής, την εμφάνισε εμπρόθεσμα, στις 27-1-2000, στην πληρώτρια Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, αλλά δεν πληρώθηκε και σφραγίστηκε ως ακάλυπτη, γιατί δεν υπήρχε στο λογαριασμό της εκδότριας κατηγορουμένης αντίκρυσμα (βλ. βεβαίωση της Τράπεζας επί του σώματος της αναγνωσθείσας ως άνω επιταγής). Ο άνω παθών κατέθεσε στον Α βαθμό, ως πολιτικώς ενάγων, ότι είχε απαίτηση κατά του συζύγου της κατηγορουμένης από επένδυση στο ΧΑΑ και ότι η κατηγορουμένη δεν έχει εξοφλήσει ακόμα αυτόν. Συνεπώς η κατ/νη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, όπως στο διατακτικό με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ 2α Π.Κ., διότι προέκυψε ότι έχει λευκό ποινικό μητρώο και διήγεν πρότερο έντιμο βίο...". Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για την κατηγορουμένη κρίση και της επέβαλε την αναφερόμενη ποινή. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, τις αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην αναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933. Δεν ήταν δε αναγκαία και ιδιαίτερη αναφορά στην αιτιολογία, της από μέρους της κατηγορουμένης γνώσεως του ακαλύπτου της αναφερόμενης επιταγής, την οποία αυτή εξέδωσε, αφού όπως αναφέρθηκε για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, αρκεί πλέον (μετά δηλαδή την ισχύ το έτος 1972 του ν.δ. 1325/1972) ο απλός και δεν είναι αναγκαίος ο άμεσος δόλος, η εν γνώσει δηλαδή ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, πλέον του ότι αιτιολογείται αυτή. Επομένως τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, με τον εκ του άρθρου 510 παρ 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία της απόφασης, εκ της μη ειδικής του στοιχείου της γνώσεως, από μέρους της κατηγορουμένης, του ακαλύπτου της επιταγής, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Κατά την πρώτη παράγραφο του άρθρου 99 του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 2479/1997, "αν κάποιος, που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, και οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο, με την απόφασή του, διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής, κατά το άρθρο 82, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να ελέγξει και χωρίς αίτημα την συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από την προσβαλλόμενη ανέκκλητη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, αφού κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, της επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ
(18)μηνών. Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι, αν και ο συνήγορος της αναιρεσείουσας, μετά την επιβολή της παραπάνω στερητικής της ελευθερίας ποινής που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, δεν ζήτησε να ανασταλεί η εκτέλεση της προαναφερόμενης ποινής που επιβλήθηκε σ'αυτήν, εντούτοις το Δικαστήριο, όπως υποχρεούτο αυτεπαγγέλτως ερεύνησε τις προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης της ποινής αυτής, η οποία είναι κατώτερη των δύο
(2)ετών, και ανέστειλε αυτή επί τρία χρόνια. Επομένως δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας με το να αναστείλει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο την επιβληθείσα στην αναιρεσείουσα ως άνω ποινή χωρίς αίτημα αυτής και πρόταση του Εισαγγελέα και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα πέραν του ότι είναι απορριπτέος ελλείψει εννόμου της αναιρεσείουσας συμφέροντος είναι και αβάσιμος. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. 'Οταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, "το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια (περ. β)" και "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του" (περ. ε). Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, η κατηγορουμένη- αναιρεσείουσα, η οποία καταδικάστηκε για τη πράξη που προαναφέρθηκε στην πιο πάνω ποινή, δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου, κατέθεσε εγγράφως ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτήν των πιο πάνω δύο ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ζήτησε να της αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό ότι στην πράξη της ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια, επικαλούμενη ότι ως πιστή επί εικοσιπενταετία σύζυγος του ......, προσπάθησε να τον συνδράμει οικονομικά στο τέλος του έτους 1999, δηλαδή κατά την γνωστή περίοδο της κατακόρυφης πτώσης του δείκτη του ΧΑΑ. Όμως ο δείκτης του ΧΑΑ διέγραφε συνεχώς αρνητική πορεία, παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις των τότε αρμοδίων κυβερνητικών κ.λ.π. παραγόντων, με αποτέλεσμα να καταστραφεί ολοσχερώς. Επίσης, ζήτησε να της αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη της, επικαλούμενη ότι επέδειξε άριστη διαγωγή και ουδέποτε ενεπλάκη σε οιαδήποτε έκνομη δραστηριότητα. Με το πιο πάνω περιεχόμενο, οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, ότι ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια και ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη της, είναι αόριστοι, αφού δεν εκτίθενται καθόλου περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται η βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών. Η απλή αναφορά ότι προσπάθησε να συνδράμει οικονομικά τον σύζυγό της, ουδόλως συνιστά περιστατικό το οποίο καταδεικνύει τα μη ταπεινά αίτια της πράξεώς της. Επίσης η απλή αναφορά ότι επέδειξε άριστη διαγωγή και ουδέποτε ενεπλάκη σε οιαδήποτε έκνομη δραστηριότητα, χωρίς να εκτίθενται (και) άλλα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη της, δεν αρκεί για να καταστήσει ορισμένο τον ανωτέρω ισχυρισμό της. Το Δικαστήριο της ουσίας, εντούτοις, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, λόγω της αοριστίας των ισχυρισμών αυτών, απάντησε, ως εκ περισσού, στους πιο πάνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, με την πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του, σύμφωνα με την οποία δεν ήταν βάσιμα ούτε τα πιο πάνω επικαλούμενα από την κατηγορουμένη -αναιρεσείουσα περιστατικά, αφού το Δικαστήριο δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό της, ότι στην πράξη της ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ούτε ότι συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο διάστημα μετά την πράξη της αφού κατά το διάστημα 2001-2005 της αφαιρέθηκε και η άδεια ασκήσεως της δικηγορίας. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως περί συνδρομής των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο του ΚΠοινΔ, που ορίζει ότι "το κεφάλαιο της απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή από τον εισαγγελέα εξετάζεται από το εφετείο, και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων" προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιλαμβανόμενο της ουσιαστικής έρευνας της υποθέσεως, εξετάζει και το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της απόφασης που αφορά στις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, στις οποίες περιλαμβάνεται και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που επιδικάσθηκε πρωτοδίκως και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων. Το εφετείο, στην περίπτωση αυτή, ερευνώντας το κεφάλαιο αυτό αποφαίνεται για τη βασιμότητά του, χωρίς να δικαιούται μόνον να αυξήσει το ποσό που επιδικάσθηκε πρωτοδίκως. Στην προκείμενη περίπτωση από την πρωτόδικη και την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ'αυτές πρακτικά προκύπτουν τα ακόλουθα. Ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Τριμελές Εφετείο Αθηνών) ο Ψ1 είχε παραστεί ως πολιτικώς ενάγων και ζήτησε να του επιδικαστεί το ποσό των 50 ευρώ με επιφύλαξη ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από το αδίκημα με την πρωτόδικη δε απόφαση επιδικάσθηκε σ'αυτόν ολόκληρο το ως άνω ποσό. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Πενταμελές Εφετείο Αθηνών)χωρίς να παραστεί σ' αυτό ο ως άνω πολιτικώς ενάγων, αφού κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη για την πράξη που της αποδιδόταν, εχώρησε και στην έρευνα του εκκληθέντος κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις και επιδίκασε στον ανωτέρω Ψ1 ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το και στο πρώτο βαθμό επιδικασθέν ποσό των 50 ευρώ. 'Ετσι κρίνοντας το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπερέβη την εξουσία του, και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-12-2007 αίτηση της X1 για αναίρεση της 6837/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ Απορρίπτει την από 25-1-2008 αίτηση της X1, για αναίρεση της 114/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)Ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ