← Ελλάδα

ΑΠ 1081/2017 — Αιτιολογίας επάρκεια, Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1081 / 2017 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Περίληψη: Μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, αλλά και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη. Δέχεται αναίρεση ΠΟΠΔ για όσες μερικότερες πράξεις παραγράφηκαν. Παραπάμπει για νέα εκδίκαση για όσες πράξεις δεν παραγράφηκαν. Αριθμός 1081/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαηλιάδη και Μαρία Γκανιάτσου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Βούρβαχη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 6398/2016 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιανουαρίου 2017 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2017. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως Οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών τουλάχιστον μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου του ως άνω νόμου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ’ αυτόν με σκοπό αποδόσεως στους κατά την παρ.1 Οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω Οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, χρόνος καταβολής των άνω εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, που κυρώθηκε με τον Ν. 2113/1952, οι εισφορές πρέπει να καταβληθούν μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο ο οποίος έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα εγκλήματα της μη καταβολής των εισφορών αυτών (εργοδοτικών-εργατικών) συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Με το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005 αρχικά οριζόταν ότι για την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του Α.Ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τα δύο χιλιάδες

(2000)ευρώ και μετά την αντικατάσταση του άνω άρθρου 33 με το άρθρο 4 της από 16-9-2009 Π.Ν.Π., η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο και τροποποιήθηκε με το άρθρο δεύτερο του Ν. 3814/2010 οριζόταν ότι για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων, να υπερβαίνει συνολικώς τα πέντε χιλιάδες
(5000)ευρώ. Στη συνέχεια με το άρθρο 30 του Ν. 3904/2010 (ΦΕΚ Α’ 218/23.12.2010) αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005 και ορίσθηκε ότι για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων που παρακρατούνται να υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Στο άρθρο 18 του Ν. 2434/1996 "Μέτρα για την απασχόληση. Καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές κ.λπ." ορίζεται ότι οι καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές προς ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πλην των εισφορών των τριών τελευταίων μηνών που είναι απαιτητές κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, μαζί με τα αναλογούντα σε αυτές πρόσθετα τέλη, υπολογιζόμενα μέχρι το τέλος του μήνα της δημοσίευσης του νόμου αυτού, καθώς και με τα αυτοτελή πρόσθετα τέλη, τόκους, λοιπές προσαυξήσεις ή επιβαρύνσεις, δικαστικά έξοδα, έξοδα και δικαιώματα εκτέλεσης κ.λπ., κεφαλαιοποιούνται, διακανονίζονται και εξοφλούνται είτε εφάπαξ είτε με δόσεις άτοκες ως κατωτέρω ορίζεται στις παραγράφους 1-10, ενώ στην παράγραφο 11 του ιδίου άρθρου του νόμου αυτού ορίζεται ότι για όσο διάστημα οι εργοδότες τηρούν τους όρους του διακανονισμού: α)Αναστέλλεται η διαδικασία λήψης αναγκαστικών μέτρων, ενώ διατηρούνται οι κατασχέσεις και υποθήκες που έχουν επιβληθεί. β)Αναστέλλεται η ποινική δίωξη για παράβαση του Α.Ν. 86/1967, εξαλείφεται το αξιόποινο σε περίπτωση ολοσχερούς εξόφλησης και αναβάλλεται η εκτέλεση της καταγνωσθείσας ποινής ή διακόπτεται η αρξάμενη εκτέλεση αυτής, η οποία τελικά εξαλείφεται σε περίπτωση ολοσχερούς εξοφλήσεως .... Επίσης κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ.11 του Ν. 1902/1990, αν ως την προηγουμένη ημέρα εκδικάσεως της υποθέσεως σε πρώτο βαθμό αποδειχθεί από εξοφλητική απόδειξη ή άλλο έγγραφο του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού ότι καταβλήθηκαν, αποδόθηκαν ή διαγράφηκαν οι κατά τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου εισφορές, οι σχετικές υποθέσεις αποσύρονται από τη δικάσιμο και τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου Εισαγγελέα. Οι οικείοι ασφαλιστικοί οργανισμοί υποχρεούνται να ενημερώνουν αμέσως τον αρμόδιο εισαγγελέα για την καταβολή απόδοση ή διαγραφή ολόκληρης της οφειλής ή ότι ο μηνυθείς δεν είναι υπεύθυνος. Ακόμη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του ως άνω Α.Ν. 86/1967, όπως αναριθμήθηκε και προστέθηκε εκ νέου ως άρθρο 2 με το άρθρο 20 του Ν. 2721/1999, το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται αν ο υπαίτιος εξόφλησε πλήρως τις βαρύνουσες αυτόν ασφαλιστικές εισφορές σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης. Σε περίπτωση εξόφλησης και εφόσον δεν έχει επιδοθεί κλητήριο θέσπισμα στον κατηγορούμενο, οι δικογραφίες τίθενται στο αρχείο με διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, η οποία εγκρίνεται από τον Εισαγγελέα Εφετών. Από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 33 του Ν. 3346/2005, όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις της από 16-9-2009 Π.Ν.Π. και του Ν. 3904/2010, προκύπτει ότι το όριο των 2.000 ευρώ όπως αυξήθηκε εν συνεχεία σε 5.000 ευρώ και τέλος σε 20.000 ευρώ για τις εργοδοτικές και σε 10.000 ευρώ για τις εργατικές εισφορές αναφέρεται στο συνολικό ποσό των κατά περίπτωση εισφορών (εργοδοτικών ή εργατικών), αφού πρόκειται για δύο αυτοτελή εγκλήματα η αντικειμενική υπόσταση των οποίων συγκροτείται από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά και ότι αν το συνολικώς οφειλόμενο ποσό ασφαλιστικών εισφορών είναι μικρότερο των ορίων που διαμορφώθηκαν ως άνω διαφοροποιημένα για τις εργοδοτικές και τις εργατικές με το άρθρο 30 του Ν. 3904/2010, δεν θεμελιώνεται αξιόποινη πράξη μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών ή παρακρατήσεως εργατικών εισφορών. Ακόμη, η εν λόγω διάταξη είναι επιεικέστερη από την προηγουμένως ισχύουσα, αφού απαιτεί επιπρόσθετα η οφειλή να υπερβαίνει τα ποσά των 20.000 ευρώ για τις εργοδοτικές και των 10.000 ευρώ για τις εργατικές εισφορές και επομένως ενόψει της διατάξεως του άρθρου 2 παρ.1 του Π.Κ. εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από τη θέση σε ισχύ στις 23-12-2010 του Ν. 3904/2010, ενώ προκύπτει ακόμη ότι το συνολικό ποσό της οφειλής για εργοδοτικές εισφορές και το συνολικό ποσό της οφειλής για εργατικές εισφορές για να θεωρηθεί ότι δεν θεμελιώνεται αξιόποινη πράξη μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών ή παρακρατήσεως εργατικών εισφορών προσδιορίζεται από το συνολικό χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο υπόχρεος καθυστερεί την καταβολή των εισφορών και όχι από το ύψος της κατά μήνα οφειλής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του Π.Κ. "αν περισσότερες από μια πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το Δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρησή της το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή που έχει θεσπιστεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχειρίσεως του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος, που επαναλαμβάνονται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή) όμως το Δικαστήριο μπορεί, αντί να καταγνώσει στο δράστη συνολική ποινή, να επιβάλλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος. Συνεπώς, η καθεμιά από τις μερικότερες πράξεις, που συγκροτούν το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, διατηρεί την αυτοτέλειά της. 0 χρόνος δε τελέσεως εκάστης των μερικότερων πράξεων αποτελεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 του Π.Κ., πραγματικό περιστατικό και για το λόγο αυτόν υπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο έχει τη δυνατότητα να καθορίσει χρόνο τελέσεως εκάστης εξ’ αυτών διαφορετικό από τον αναφερόμενο στο κλητήριο θέσπισμα ή το παραπεμπτικό βούλευμα, μόνον εάν η μεταβολή αυτή δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως ή δεν αποκλείει την παραγραφή. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 του Π.Κ., όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη και το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ’ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου, δηλαδή με τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Η εξειδίκευση των μερικότερων πράξεων του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος απαιτείται μόνον όταν αυτή ασκεί επιρροή στην παραγραφή ή στην ταυτότητα της πράξεως, ή στην περίπτωση κατά την οποία για μία από ή για περισσότερες από τις επί μέρους πράξεις συντρέχει λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου ή απαραδέκτου ή αναστολής της διώξεως ή ανεγκλήτου κ.λπ.. Ακόμη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του Π.Κ., το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου περί πλημμελημάτων, είναι πέντε έτη, αρχομένη από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τα τρία έτη για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β, 370 εδ. β’ και 511 του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος μάλιστα, αν κριθεί έστω και ένας λόγος αναιρέσεως βάσιμος, λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη ακόμη και την παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διαπιστώνοντας δε τη συμπλήρωση της παραγραφής, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδ. β’ του Κ.Ποιν,Δ.. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν,Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις η λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ειδική αυτή αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά για όλες τις αποφάσεις του δικαστηρίου ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν αφορούν σε αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση του καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν,Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 6398/2016 ανέκκλητη απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ και τον καταδίκασε, αφού του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μετάνοιας του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ’ του Π.Κ., σε ποινή φυλακίσεως δύο μηνών για κάθε κατ’ εξακολούθηση πράξη και σε συνολική ποινή κατά συγχώνευση (2+1) 3 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας, στο σκεπτικό της δέχθηκε, επί λέξει, τα εξής: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος, ενεργώντας υπό την ιδιότητα του διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ" (...) που εδρεύει στη … και έχει ως αντικείμενο εργασιών την καθαριότητα - φύλαξη, αν και απασχόλησε στη συγκεκριμένη επιχείρηση το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2008 έως και τον Ιούνιο του 2009 προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε δε για την ασφάλιση του ως άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εργοδοτικές και εργατικές εισφορές συνολικού ποσού 61.612,32 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, με πρόθεση δεν το έπραξε αυτό και προς τούτο συντάχθηκε η με αριθμό Α... συνολικού ποσού εισφορών 61.612,32 ευρώ. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, υπό την ανωτέρω ιδιότητα του, στη Λάρισα και στον ανωτέρω χρόνο: 1 Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών την ανωτέρω ετερόρρυθμη εταιρία (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών ποσού 41.074,88 ευρώ δεν κατέβαλε αυτές στο ΙΚΑ μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές.
  1. Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων στην ανωτέρω εταιρία περιορισμένης ευθύνης (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 20.547,44 ευρώ με σκοπό να αποδώσει αυτές στο ΙΚΑ, δεν τις κατέβαλε σ’ αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι’ αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Μετά την τέλεση των ανωτέρω πράξεων και την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του, ο κατηγορούμενος επιχείρησε έμπρακτα να μειώσει τις συνέπειες τους, καθώς προέβη, δυνάμει του άρθρου 48 του Ν. 3943/2011 και του Ν. 4019/2011, σε ρύθμιση (στοιχεία ρύθμισης ...-6-2011) και σταδιακή αποπληρωμή μεγάλου μέρους των παραπάνω εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ, και για το λόγο αυτό με τις υπ’ αριθμ. 5667/16-9-2011, 2185/11-4-2014, 3127/25-7-2014 και 2989/29-5-2015 αποφάσεις του Δικαστηρίου ανεστάλη η σε βάρος του ασκηθείσα επίδικη ποινική δίωξη. Κατόπιν τούτων, οι ανεξόφλητες ασφαλιστικές εισφορές της εταιρίας "... ΕΠΕ" που εκπροσωπούσε προς το ΙΚΑ να ανέρχονται πλέον στο συνολικό ποσό των 5.611,56 ευρώ, εκ των οποίων το επιμέρους ποσό των 3.741,04 ευρώ αφορά εργοδοτικές εισφορές και το υπόλοιπο ποσό των 1.870,52 ευρώ αφορά παρακρατηθείσες εργατικές εισφορές για εργασία των εργαζομένων που παρασχέθηκε στην ανωτέρω επιχείρηση τον 12° μήνα του έτους 2008 και έπρεπε να καταβληθούν μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, δηλαδή μέχρι το τέλος του Ιανουαρίου του
  2. Ενόψει τούτων, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο, καθώς η μερική εξόφληση των ανωτέρω ασφαλιστικών εισφορών μετά την άσκηση εναντίον του ποινικής δίωξης δεν εξαλείφει το αξιόποινο, αλλά αποτελεί λόγο αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ’ του Ποινικού Κώδικα". Ακολούθως, με το διατακτικό της, η προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, επί λέξει, του ότι: "Στη Λάρισα, ενεργώντας υπό την ιδιότητα του διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ" (...) που εδρεύει στη Λάρισα και έχει ως αντικείμενο εργασιών την καθαριότητα - φύλαξη, αν και απασχόλησε στη συγκεκριμένη επιχείρηση το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2008 έως και τον Ιούνιο του 2009 προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε δε για την ασφάλιση του ως άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εργοδοτικές και εργατικές εισφορές συνολικού ποσού 61.612,32 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, με πρόθεση δεν το έπραξε αυτό και προς τούτο συντάχθηκε η με αριθμό Α... συνολικού ποσού εισφορών 61.612,32 ευρώ. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, υπό την ανωτέρω ιδιότητα του, στη Λάρισα και στον ανωτέρω χρόνο: 1 Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών την ανωτέρω ετερόρρυθμη εταιρία (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών ποσού 41.074,88 ευρώ δεν κατέβαλε αυτές στο ΙΚΑ μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές.
  3. Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων στην ανωτέρω εταιρία περιορισμένης ευθύνης (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 20.547,44ευρώ με σκοπό να αποδώσει αυτές στο ΙΚΑ, δεν τις κατέβαλε σ’ αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γΓ αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Μετά την τέλεση των ανωτέρω πράξεων και την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του, ο κατηγορούμενος επιχείρησε έμπρακτα να μειώσει τις συνέπειες τους, καθώς προέβη, δυνάμει του άρθρου 48 του Ν. 3943/2011 και του Ν. 4019/2011 σε ρύθμιση (στοιχεία ρύθμισης ...-6-2011) και σταδιακή αποπληρωμή μεγάλου μέρους των παραπάνω εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ, με συνέπεια οι ανεξόφλητες ασφαλιστικές εισφορές της εταιρίας "... ΕΠΕ" που εκπροσωπούσε προς το ΙΚΑ να ανέρχονται πλέον στο συνολικό ποσό των 5.611,56 ευρώ, εκ των οποίων το επιμέρους ποσό των 3.741,04 ευρώ αφορά εργοδοτικές εισφορές και το υπόλοιπο ποσό των 1.870,52 ευρώ αφορά παρακρατηθείσες εργατικές εισφορές για εργασία των εργαζομένων που παρασχέθηκε στην ανωτέρω επιχείρηση τον 12° μήνα του έτους 2008 και έπρεπε να καταβληθούν μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, δηλαδή μέχρι το τέλος του Ιανουαρίου του
  4. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση της παραγράφου 2 εδαφίου δ’ του άρθρου 84 ΠΚ, καθώς δέχεται ότι, ο κατηγορούμενος έδειξε ειλικρινή μεταμέλεια και επεδίωξε να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, όχι μόνον παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 2 του Α.Ν. 86/1967, 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, που κυρώθηκε με τον Ν. 2113/1952, 98, 111, 112 και 113 του Π.Κ., αφού οι μερικότερες πράξεις της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών που αφορούσαν εισφορές για εργασία που παρασχέθηκε κατά τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του έτους 2008 και οι οποίες κατά το νόμο είχαν τελεσθεί με παράλειψη στις 1-8-2008, στις 1-9-2008, στις 1-10-2008, στις 1-11-2008 και στις 1-12-2008 αντίστοιχα, είχαν υποπέσει λόγω παρόδου οκταετίας από της τελέσεώς τους σε παραγραφή και είχε εξαλειφθεί το αξιόποινο τους όταν εκδικαζόταν στο δικαστήριο της ουσίας στις 14-12-2016 η υπόθεση και θα έπρεπε ως προς αυτές να είχε παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του αναιρεσείοντος, αλλά στέρησε και την προσβαλλόμενη απόφασή του από την απαιτούμενη κατά το σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι έλαβε υπόψη του για την περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του όλα τα r έγγραφα που αναγνώστηκαν και τούτο διότι δεν αναφέρεται στο προοίμιο του σκεπτικού της ότι έλαβε υπόψη το δικαστήριο και έγγραφα και ούτε προκύπτει από το όλο σκεπτικό και διατακτικό της ότι έλαβε υπόψη της τις αναγνωσθείσες από 2-5-2012 και 8-5-2013 βεβαιώσεις ΠΕΕ σε ρύθμιση του ΙΚΑ. Επομένως, ενόψει τούτων, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ και Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και η έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμοι και συνακόλουθα η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για τους λόγους αυτούς. Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι μερικότερες πράξεις της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών που αφορούν εισφορές για εργασία που παρασχέθηκε κατά τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2008 και κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο του έτους 2009, οι οποίες έχουν τελεσθεί κατά το νόμο με παράλειψη στις 1-8-2008, στις 1-9-2008, στις 1- 10-2008, στις 1-11-2008 και στις 1-12-2008, στις 1-1-2009, στις 1-2-2009, στις 1-3-2009, στις 1-4-2009 και στις 1-5-2009 αντίστοιχα, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλειά τους, έχουν παραγραφεί, καθόσον συμπληρώθηκε οκταετία από τον χρόνο τελέσεώς τους μέχρι και την 25/5/2017 (χρόνο διασκέψεως προς έκδοση της παρούσας απόφασης), γι’ αυτό και πρέπει να παύσει οριστικά η εναντίον του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για τις μερικότερες αυτές πράξεις, λόγω παραγραφής. Για τις μη παραγραφείσες όμως μερικότερες πράξεις που αφορούν εισφορές για εργασία που παρασχέθηκε κατά τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο του έτους 2009, οι οποίες έχουν τελεσθεί κατά το νόμο με παράλειψη στις 1-6-2009, στις 1-7-2009 και στις 1-8-2009 αντίστοιχα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 6398/2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Παύει οριστικά λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Ε. Τ. του Δ. και της Ε. για τις μερικότερες πράξεις των κατ’ εξακολούθηση πράξεων της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ που αφορούν εισφορές για εργασία που παρασχέθηκε κατά τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2008 και Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο του έτους
  5. Και Παραπέμπει κατά τα λοιπά την υπόθεση, δηλαδή για τις μερικότερες πράξεις των κατ’ εξακολούθηση πράξεων της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ που αφορούν εισφορές για εργασία που παρασχέθηκε κατά τους μήνες Απρίλιο, Μάϊο και Ιούνιο του έτους 2009, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου
  6. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου
  7. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.