Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1083 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Έκδοση. Περίληψη: Δέχεται τυπικά (την έφεση) και απορρίπτει στην ουσία. Αριθμός 1083/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - (σε συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ειρήνη Αθανασίου, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 και 18 Απριλίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου χ1, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Νικόλαο Κυπριώτη και Κωνσταντίνο Τσακίρη, κατά της υπ'αριθμ. 30/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του με αριθμ. 37/10.09.2007 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης του Δικαστηρίου της CONSTANTJA της Ρουμανίας. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε, στο Κατάστημα του Εφετείου Λάρισας την με αριθμό και ημερομηνία 5/30.01.2008 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ'αυτήν ενώπιον της Γραμματέως αυτού Μαγδαληνής Δ. Γκιτέρσου, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 254/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους του εκζητουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, η οποία πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση και να εκτελεστεί το εν λόγω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 22 § 1 Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κ.τλ." σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου Εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από την δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται αυτή. Επομένως η υπό κρίση με αριθμ. 5/2008, νομίμως και εμπροθέσμως ενώπιον της αρμοδίας γραμματέως του Εφετείου Λάρισας ασκηθείσα έφεση κατά της υπ'αριθμ. 30/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με την οποίαν τούτο απεφάσισε την εκτέλεση του υπ'αριθμ. 37/10-9-2007 Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του Δικαστηρίου της πόλης CONSTANTJA Ρουμανίας, που εκδόθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 722/18-12-2003 αποφάσεως του Δικαστηρίου της πόλης αυτής κατά του εκκαλούντος χ1, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Επειδή κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω Ν. 3251/2004, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: α) την υπηκοότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της. Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος, κατά δε το άνω άρθρο 22 παρ. 1 του ίδιου νόμου κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β' της άνω παρ. 1 του άρθρου 10, εφόσον τα δικαστήρια του Κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή ως κακούργημα, ενώ κατά την παρ. 2 του αμέσως ανωτέρω άρθρου 10, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή
(2)αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών, ειδικότερα δε μεταξύ των άλλων και για στοιχ. ε' παράνομη εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών. Περαιτέρω με το άρθρο 11 του ιδίου ως άνω νόμου καθορίζονται οι περιπτώσεις, στις οποίες απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεσή του αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περίπτωση στ) αν το πρόσωπο, εναντίον, του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς τον σκοπό εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, είναι ημεδαπός και η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους, με δε το άρθρο 12 του ιδίου ως άνω νόμου καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος. Από τον συνδυασμό των άνω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα: Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για την σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου το οποίο βρίσκεται ατό έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης ή την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας. Αφορά αξιόποινες πράξεις που απειλούνται στο νόμο με ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικά της ελευθερίας τουλάχιστον δώδεκα μηνών κατά το ανώτατο όριό της ή εφόσον πρόκειται για εκτέλεση επιβληθείσας ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών. Μπορεί δε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης να αναφέρεται είτε σε αλλοδαπούς είτε και σε ημεδαπούς. Έτσι με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο μέρος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις του Ν. 3251/2004, ακόμη και αν αυτός είναι πολίτης του κράτους από το οποίο ζητείται η παράδοσή του, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις (άρθρα 10, 11 και 12 του Ν. 3251/2004). Η απαγόρευση της έκδοσης ή παράδοσης των ημεδαπών σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν προκύπτει από το Σύνταγμα, ούτε έχει πλέον σήμερα κανένα λόγο ύπαρξης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η απαγόρευση του άρθρου 438 περ. α' του Κ.Ποιν.Δ. καθόσον η ρύθμιση του νέου νόμου είναι ειδική και στους κύκλους της τελευταίας (Ε.Ε.) έχουν αναπτυχθεί μεταξύ των κρατών μελών της αρχής αμοιβαίας εμπιστοσύνης που στηρίζονται στο σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και των αρχών του κράτους δικαίου, ενώ οι ιστορικοί λόγοι στήριξης της απαγόρευσης, δηλαδή η υποχρέωση προστασίας του κράτους προς τους πολίτες του και συγκεκριμένα η προστασία τους από τις αντιξοότητες που σημαίνει γι' αυτούς μια δίκη σε ξένο μη οικείο νομικό περιβάλλον, καθώς και η υπάρχουσα δυσπιστία στις αλλοδαπές δικαστικές αρχές είναι πλέον αδικαιολόγητοι και ιδίως στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά το ακροτελεύτιο άρθρο 43 του Ν. 3251/2004, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (9-7-2004) και ότι στις μεταβατικές διατάξεις του νόμου αυτού (άρθρα 37 έως 39) δεν υπάρχει διάταξη που να ορίζει διαφορετικό χρόνο ισχύος για κάποιες από τις διατάξεις του νόμου αυτού. Από δε τη μεταβατικής ισχύος διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 του άνω νόμου, που ορίζει ότι "οι αιτήσεις έκδοσης που παραλήφθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου εξακολουθούν να διέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις για την έκδοση", κατ' αντιδιαστολή συνάγεται ότι για τις αιτήσεις έκδοσης που παραλήφθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, δηλαδή για τις εκδόσεις με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου αυτού (3251/2004). Τέλος, από το περιεχόμενο και τις ρυθμίσεις του εν λόγω νόμου σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, γίνεται φανερό ότι ο νόμος αυτός είναι, ως προς τις άνω διατάξεις του, ποινικός δικονομικός νόμος και όχι ουσιαστικός ποινικός νόμος, αφού αυτός δεν περιέχει διατάξεις ουσιαστικού ποινικού δικαίου, αλλά προβλέπει απλώς τις διαδικασίες της σύλληψης και της, μετά από δικαστική κρίση, παράδοσης του εκζητουμένου προσώπου μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα πλαίσια της μεταξύ τους δικαστικής συνεργασίας, η οποία με τις σύγχρονες εξελίξεις της διακρατικής εγκληματικότητας γίνεται ολοένα και πιο επιβεβλημένη. Από τα παραπάνω συνάγεται αφενός μεν ότι ο πιο πάνω νόμος, ως δικονομικός νόμος, κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικονομικού ποινικού δικαίου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά το ατέλεστο μέρος τους, υποθέσεις, δηλαδή και για τις αξιόποινες πράξεις που έχουν τελεστεί πριν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού και αφετέρου, ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής nullum crimen nulla poena sine lege (άρθρα 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του ΠΚ) όταν ο εκζητούμενος για παράδοση προς έκτιση ποινής καταδικάστηκε στην χώρα έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης με βάση τις διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων. Στην προκειμένη περίπτωση από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που ανεγνώσθησαν σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε δια των συνηγόρων του και του υποβληθέντος υπομνήματος στο Εφετείο ο εκζητούμενος, προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με την προσβαλλομένη απόφασή του υπ'αριθμ. 30/2008 απεφάσισε την εκτέλεση του υπ'αριθμ. 37/10-9-2007 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης του Δικαστηρίου της πόλης COSTANTJA Ρουμανίας κατά του εκκαλούντος Έλληνος υπηκόου χ1 . Το ως άνω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εξεδόθη δυνάμει της υπ'αριθμ. 722/18-12-2003 αποφάσεως του άνω Δικαστηρίου, η οποία κατέστη τελεσίδικη, δια της απορρίψεως της κατ' αυτής προσφυγής, προκειμένου να εκτελεσθεί κατά του εκζητουμένου - εκκαλούντος ποινή φυλακίσεως τεσσάρων
(4)ετών και απέλασης από την Ρουμανία μετά την έκτιση της ποινής, για εγκλήματα παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών υψηλού κινδύνου, που ετέλεσεν ούτος την 6/11/2001 στην οικία του, στην COSTANΤJA Ρουμανίας και ειδικότερα για το ότι: "σε έρευνα" στους άνω τόπο και χρόνο "στην οικία του βρέθηκαν 71 χάπια MDMA και 56 γραμμ. χασίσι, που κατείχε χωρίς άδεια προκειμένου να τα πουλήσει - χάπια MDMA και χασίσι που προέρχονταν από αγορά από τον κατηγορούμενο ....... της ποσότητος των 400 χαπιών MDMA και 100 γραμ. χασίσι". Το άνω έγκλημα προβλέπεται από το άρθρο 2 εδ. 1, 2 του Ν. 143/2000 με εφαρμογή του άρθρου 74 εδ. 1 (α), εδ. 2 και του άρθρου 76 (C) του Ποινικού Κώδικος του εκζητούντος Κράτους και τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε
(15)ετών κατ' ανώτατον όριον. Το περί ου ο λόγος ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο φέρει (στο πρωτότυπό του) ημεροχρονολογία έκδοσης, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του δικαστού που το εξέδωσε και περιέχει (στο πρωτότυπο και στην μετάφρασή του), όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 Ν. 3251/2004 (ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, μνεία της δικαστικής ποινικής αποφάσεως εις την οποίαν αυτό βασίστηκε, φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης αυτού, στις οποίες περιλαμβάνεται και ο τόπος και ο χρόνος τέλεσής του, το πλαίσιο της ποινής που προβλέπεται γι'αυτό το έγκλημα κατά το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος καθώς και την επιβληθείσα ποινή) πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 6 § 1 του Συντάγματος και της τυπικής νομιμότητός του κατά τον Ν. 3251/2004. Η πράξη για την οποία κατεδικάσθη και ζητείται η παράδοση του εκζητουμένου, για να εκτίσει την ποινή φυλακίσεως των τεσσάρων
(4)ετών που του επεβλήθη ανήκει σ' εκείνες τις πράξεις για τις οποίες κατά το άνω άρθρο 10 § 2 περ. ε' Ν. 3251/2004 επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου και με μόνη προϋπόθεση να τιμωρούνται στο Κράτος έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας τουλάχιστον τριών ετών ως προς το ανώτατο όριό τους, περίπτωση η οποία συντρέχει εν προκειμένω. Ανεξαρτήτως τούτου η εν λόγω πράξη προβλέπεται και τιμωρείται ως κακούργημα και από το ελληνικό ποινικό δίκαιο (άρθρ. 20 § 1 περ. β & ζ Ν. 3459/2006). Επί πλέον δεν συντρέχει στην κρινομένη υπόθεση ουδεμία των περιπτώσεων υποχρεωτικής ή δυνητικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που προβλέπονται στα άνω άρθρα 11 και 12 Ν. 3251/2004 και ο εκδόσας το ευρωπαϊκό ένταλμα Δικαστής εγγυάται ότι "ο καταδικασμένος δικαιούται να ζητήσει αναεξαγωγή της δίκης με χρήση εκτάκτων μέσων, σύμφωνα με το νόμο", ήδη δε αυτός εκζητούμενος - εκκαλών ήσκησε αναίρεση ενώπιον του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου κατά της υπ'αριθμ. 3830/2006 αποφάσεως δια της οποίας απερρίφθη η προσφυγή κατά της άνω 722/2003 αποφάσεως, δικάσιμος της οποίας (αναιρέσεως) είχε ορισθεί η 13/3/
- Κατά συνέπεια, συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ανωτέρω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και, εντεύθεν, το Συμβούλιο Εφετών Λαρίσης, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του απεφάσισε την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, ορθώς όλες τις προπαρατεθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφήρμοσε και πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι με την κρινομένη έφεσή του προβαλλόμενοι αντίθετοι ισχυρισμοί και οι συναφείς λόγοι έφεσης του εκκαλούντος - εκζητουμένου. Ειδικότερα ο εκκαλών - εκζητούμενος ισχυρίζεται ότι το ένδικο ευρωπαiκό ένταλμα σύλληψης είναι άκυρο λόγω ακυρότητος του Ν. 3251/2004, ο οποίος εστηρίχθη στην άκυρη Απόφαση - Πλαίσιο. Δια του Ν. 3251/2004 μεταφέρθησαν στην ελληνική έννομη τάξη οι ρυθμίσεις της από 13/6/2002, Αποφάσεως - Πλαισίου του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως "για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών". Η εν λόγω Απόφαση - Πλαίσιο εξεδόθη βάσει των διατάξεων των άρθρων 31 στοιχ. α' και β και 34 § 2 στοιχ. β' της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, που παρέχουν στο Συμβούλιο την δυνατότητα να υιοθετεί Αποφάσεις - Πλαίσια και να δρα για την δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις. Επομένως ούτε η ανωτέρω Απόφαση - Πλαίσιο πάσχει, ούτε ο Ν. 3251/2004, εντεύθεν, υστερεί, αφού και σύμφωνος προς την απόφαση αυτή είναι, αλλά και αυτονόμως και ανεξαρτήτως αυτής θα ηδύνατο να εισαγάγει τις κανονιστικές του ρυθμίσεις. Συνεπώς ο λόγος της εφέσεως, κατά τον οποίον το Συμβούλιο Εφετών εσφαλμένως εφήρμοσε επί της ενδίκου υποθέσεως των ανωτέρω νόμο, στηριζόμενο σε Απόφαση - Πλαίσιο εκδοθείσα καθ' υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω ο εκκαλών - εκζητούμενος ισχυρίζεται ότι η εκτέλεση του ενδίκου εντάλματος σύλληψης και η παράδοσή του στις Ρουμανικές αρχές αντίκειται στις διατάξεις 5 §§2 και 4 του Συντάγματος. Όμως οι διατάξεις αυτές κατά την πρώτη των οποίων "Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση, εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων..." "Απαγορεύεται η έκδοση αλλοδαπού που διώκεται για τη δράση του υπέρ της ελευθερίας" και κατά την δευτέρα: "Απαγορεύονται ατομικά διοικητικά μέτρα που περιορίζουν σε οποιοδήποτε Έλληνα την ελεύθερη κίνηση ή εγκατάσταση στη χώρα, καθώς και την ελεύθερη έξοδο και είσοδο σ'αυτήν..." δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θεσπίζουν απαγόρευση εκδόσεως Έλληνος υπηκόου σε οποιοδήποτε ξένο κράτος. Τοιαύτη απαγόρευση έκδοσης Ελλήνων πολιτών δεν κατοχυρώνεται, ούτε από τις προαναφερόμενες, ούτε από καμμιά άλλη συνταγματική διάταξη, ενώ η άρση με την εισαγωγή στην ελληνική έννομη τάξη της από 13/6/2002 Αποφάσεως - Πλαισίου της Ε.Ε. της απαγόρευσης έκδοσης ημεδαπών συμπορεύεται με την προώθηση της δικαστικής συνεργασίας και την κοινή τήρηση των αρχών του κράτους δικαίου από όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία με απόφαση - πλαίσιο έχουν αναλάβει ομόφωνα σχετικές δεσμεύσεις στη βάση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης με απώτερο στόχο την από κοινού εγκαθίδρυση ενός ενιαίου Ευρωπαϊκού χώρου ελευθερίας, σύμπνοιας και δικαιοσύνης. Συνεπώς η διάταξη του άρθρου 11 στοιχ. στ' του Ν. 3251/2004, που επιτρέπει την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ημεδαπού, με σκοπό την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, που επεβλήθησαν από το εκζητούν κράτος, χωρίς η Ελλάδα να αναλάβει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους, όπως εν προκειμένω, συμβαίνει, δεδομένου ότι κατά τον χρόνον που κρίνεται το ένδικο ένταλμα συλλήψεως από το Δικαστήριο τούτο δεν προσκομίζεται ρητή διαβεβαίωση της αρμόδιας Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή του εκζητουμένου σύμφωνα με τους Ελληνικούς Ποινικούς νόμους, δεν αντίκειται στις προπαρατεθείσες διατάξεις του Συντάγματος της Ε.Σ.Δ.Α. ή στη διάταξη του άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και τούτο διότι ως ειδική υπερισχύει της γενικής εκείνης του άρθρου 438 εδ. α' ΚΠοινΔικ και έχει αυτή εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, καθώς επίσης υπερισχύει και των νόμων 2718/1999 και 2787/2000 με τους οποίους εκυρώθησαν, κατά το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος ή από 27/9/1996 σύμβαση για την έκδοση μεταξύ των μελών της Ε.Ε. και η από 10/3/1999 σύμβαση για την απλούστευση της διαδικασίας έκδοσης μεταξύ των μελών της Ε.Ε. αντιστοίχως. Και ναι μεν με τον πρώτο των ως άνω νόμων (2718/1999 άρθρο 7 §§2 και 3), η Ελληνική Πολιτεία είχε διατυπώσει επιφυλάξεις στην έκδοση ημεδαπών, εκ τούτου όμως δεν συνάγεται, ως αβασίμως υποστηρίζει ο εκκαλών, δημιουργία εθίμου και δη συνταγματικού, αποκλείοντος την έκδοση ημεδαπού, τοσούτον μάλλον, αφού με την ρητή διάταξη του άρθρου 38 Ν. 3251/2004 οι με τους άνω νόμους κυρωθείσες συμβάσεις αναφορικά με την έκδοση, δεν εφαρμόζονται πλέον στις σχέσεις κρατών μελών της Ε.Ε. Συνεπώς οι συναφείς λόγοι της έφεσης, για αντισυνταγματικότητα του άρθρου 11 στοιχ. στ' του Ν. 3251/2004, για το μη επιτρεπτό της εκδόσεως 'Ελληνος υπηκόου κατ' άρθρον 438 του ΚΠοινΔ, του άρθρου 6 Π.Κ., των προγενεστέρων της εκδόσεως νόμων και των διατάξεων της Ε.Σ.Δ.Α. και της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και για εσφαλμένη εφαρμογή του αυτού άρθρου 11 στοιχ. στ Ν. 3251/2004 εκ του λόγου ότι δεν αρνήθηκε την εκτέλεση του εντάλματος, διότι η Ελλάδα "δύναται να αναλάβει την υποχρέωση να εκτελέσει εδώ την ποινή που του επεβλήθη", είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ειδικότερα μάλιστα για τον τελευταίον αυτόν λόγον πρέπει να αναφερθεί ότι η εφαρμογή της διατάξεως αυτής (11 στοιχ. στ) ως και της του άρθρου 12 στοιχ. ε' Ν. 3251/2004, από το αρμόδιο δικαστήριο να αποφασίσει σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, προϋποθέτει ότι η ελληνική πολιτεία, η οποία κινεί την διαδικασία της εκτέλεσης του εντάλματος θα υποβάλλει μετά ταύτα στο κατά τα άνω αρμόδιο δικαστήριο σαφή αίτηση - δήλωση, στην οποία, αφού διαγιγνώσκει τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως, θα αναλαμβάνει την υποχρέωση εκτέλεσης της ποινής στην ημεδαπή και θα ζητεί την, για τον λόγο αυτόν, μη εκτέλεση του εντάλματος· πλην περί του ζητήματος αυτού ούτε ο ίδιος ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι έχει ήδη υποβληθεί τοιαύτη αίτηση εκ μέρους της πολιτείας, ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας, εις πάσα περίπτωση, προκύπτει η υποβολή της. Μάλιστα από το υπ'αριθμ. πρωτ. ..... έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Γενική Διεύθυνση Νομοθετικού Συντονισμού και ειδικών Διεθνών Νομικών σχέσεων, Δ/νση Απονομής Χάριτος και Διεθνούς Δικαστικής Συνεργασίας, προκύπτει ότι η Κεντρική Αρχή ουδέποτε έως σήμερα έχει πράξει να παράσχει οποιαδήποτε "βεβαίωση", σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή μέτρο ασφαλείας που έχει επιβληθεί σε ημεδαπό από αλλοδαπή Δικασική Αρχή. Έτι περαιτέρω ο εκκαλών - εκζητούμενος ισχυρίζεται ότι η εκτέλεση του ενδίκου εντάλματος σύλληψης εμποδίζεται από το γεγονός ότι η αξιόποινη πράξη, για την οποία κατεδικάσθη (και ζητείται η εκτέλεση της επιβληθείσης σ'αυτόν ποινής), ετελέσθη πριν από την θέση σε ισχύ του Ν. 3251/2004 και δη την 6/11/2002, ότε δεν ήτο επιτρεπτή η έκδοση Ελλήνων υπό το τότε ισχύον καθεστώς της Ευρωπαϊκής Σύμβασης έκδοσης του
- Όμως εν όψει των μεταβατικών διατάξεων των άρθρων 38 στοιχ. δ' και 39 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου, που ισχύει από 9-7-2004, με την πρώτη αρθρ. 38 στοιχ. δ' από τις οποίες αντικαταστάθηκε με το νόμο αυτό (3251/2004) η άνω Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης της 27-9-1996, ενώ, κατά τη δεύτερη (του άρθρου 39 παρ. 1), οι αιτήσεις έκδοσης που παραλήφθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου εξακολουθούν να διέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις για την έκδοση και κατ' αντιδιαστολή συνέπεται ότι ο εν λόγω νόμος (3251/2004) ήταν πράγματι εφαρμοστέος τόσο για την έκδοση όσο και για την εκτέλεση του παραπάνω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αφού κατά τα προεκτεθέντα, στην προκειμένη περίπτωση το περί ου ο λόγος ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε την 10-9-2007 ήτοι μετά την κατά την 9-7-2004 έναρξη ισχύος του Ν. 3251/2004 και συνεπώς ο αντίθετος λόγος έφεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Οι λοιποί λόγοι, αναγόμενοι στο ήθος, την προσωπικότητα ως και την οικογενειακή κατάσταση του εκκαλούντος δεν ασκούν επιρροή επί του αντικειμένου της εκδόσεως, αλυσιτελώς προβαλλόμενοι εις το παρόν Δικαστήριο. Τέλος ο λόγος εφέσεως ότι εσφαλμένως απερρίφθη από το Συμβούλιο Εφετών το αίτημα περί αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως έως ότου εκδοθεί απόφαση επί της ασκηθείσης ενώπιον του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Ρουμανίας αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού η άσκηση αναιρέσεως δεν αποτελεί εξαιρετική περίπτωση, που ορίζουν τα άρθρα 19 και 21 Ν. 3251/2004, για να διαταχθεί η αναβολή της εκδόσεως οριστικής αποφάσεως από το άνω Συμβούλιο. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινομένη αίτηση, καταδικασθεί δε ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 30/1/2008 και με αριθμ. 5/2008 έφεση του χ1, κατά της υπ' αριθμ. 30/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης, με την οποίαν αποφασίστηκε η εκτέλεση κατ' αυτού του υπ' αριθμ. 37/10-9-2007 Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του Δικαστηρίου πόλης Constantja Ρουμανίας. Και Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)Ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Απριλίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ