Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1087 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία. Περίληψη: Χρήση πλαστών εγγράφων. Συμμετοχή στη θέση άλλου προσώπου σε διαγωνισμό, καθώς και η σύνταξη γραπτού με ορθό περιεχόμενο και αντικατάσταση του γνησίου συνιστά πλαστογραφία. Έννοια κοινής πλαστογραφίας (άρθρο 216 ΠΚ) και πλαστογραφίας πιστοποιητικών (άρθρο 217 § 1 ΠΚ). Πότε πραγματώνεται κάθε έγκλημα. Λόγοι αιτήσεως - έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία των άνω διατάξεων. Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 1087/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Δαλακούρα, περί αναιρέσεως της 1173/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 150/09. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή να συντελέσει με την ενέργεια του στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και επιπροσθέτως, σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάρτιση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Ως χρήση πλαστού εγγράφου νοείται κάθε ενέργεια που καθιστά τούτο προσιτό στο πρόσωπο, το οποίο επιδιώκει να παραπλανήσει ο χρήστης, με την παροχή σ1 αυτόν της δυνατότητας να λάβει γνώση του περιεχομένου του. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 1173/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, χρήσης πλαστών εγγράφων και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως έξι
(6)μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία
(1)τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Στις 8-4-2003 στην Πολυτεχνική Σχολή της ..., εντός του γραφείου του κατηγορουμένου Χ, Αναπληρωτή Καθηγητή του ΔΠΘ, ο οποίος είχε οριστεί επιτηρητής, διεξήχθη η γραπτή εξέταση του μαθήματος "Τεχνική των χημικών και βιομηχανικών διεργασιών", του οποίου διδάκτορας ήταν ο καθηγητής Ζ και ήταν προαπαιτούμενο για την αποδοχή των υποψήφιων διδακτόρων του Τμήματος Μηχανικών Περιβάλλοντος της Πολυτεχνικής σχολής του ΔΠΘ. Κατά τη γραπτή εξέταση, όμως, από τους έξι
(6)υποψηφίους διδάκτορες, τους οποίους γνώριζε και είχε επιλέξει ο κατηγορούμενος, ύστερα από προηγούμενη προσωπική επαφή μαζί τους, είτε στη ... είτε στην ..., όπου διέμενε, προσήλθαν και έλαβαν μέρος μόνον δύο
(2)και συγκεκριμένα η ... και ο ..., κάτοικοι ... και ... αντίστοιχα, ενώ οι λοιποί τέσσερις
(4)κατωτέρω αναφερόμενοι υποψήφιοι, κάτοικοι ..., δεν προσήλθαν. Μετά το πέρας της εξέτασης των υποψηφίων, κατά τη διάρκεια της οποίας ο κατηγορούμενος δεν άσκησε τη δέουσα επιτήρηση, παρευρισκόμενος συνεχώς στο χώρο διεξαγωγής της γραπτής εξέτασης, παρέλαβε έξι
(6)γραπτά υποψηφίων, καίτοι γνώριζε ότι από τους έξι
(6)υποψηφίους μόνον οι άνω δύο
(2)ήταν παρόντες (... και ο ...) και, συνεπώς, τα υπόλοιπα τέσσερα γραπτά, τα οποία εφέροντο ότι συντάχθηκαν από τους υποψηφίους ..., ..., ... και ..., ήταν πλαστά, καθόσον δε είχαν συνταχθεί από τους ίδιους, αφού δεν συμμετείχαν στην εξέταση. Στις 9-4-2003, ο κατηγορούμενος, απέστειλε προσωπικά, με εταιρία courier, στον ανωτέρω Ζ, τότε διδάκτορα του Τμήματος Μηχανικών Περιβάλλοντος της Πολυτεχνικής σχολής του ΔΠΘ, στην ..., προς διόρθωση, τα έξι
(6)γραπτά, αν και γνώριζε ότι τέσσερα
(4)από τα γραπτά, τα οποία υποτίθεται ότι είχαν συντάξει οι ..., ..., ... και ..., είχαν συνταχθεί από άλλα άγνωστα πρόσωπα, που δεν είχαν σχέση με αυτά που υποτίθεται ότι ελάμβαναν μέρος στις εξετάσεις ως υποψήφιοι και τελικώς δεν έλαβαν. Τα γραπτά υποψηφίων, τέσσερα
(4)από τα οποία ήταν πλαστά, υπό την έννοια ότι είχαν καταρτισθεί όχι από τα άνω πρόσωπα που φέρονται ότι τα συνέταξαν, αλλά από τρίτα άγνωστα πρόσωπα, απέστειλε ο κατηγορούμενος στον Ζ, προκειμένου να παραπλανήσει τον τελευταίο ως προς το ότι τα εν λόγω γραπτά, ήταν γνήσια και να τον παραπείσει να τα βαθμολογήσει ως γνήσια (πράγμα το οποίο επέτυχε, αφού ο τελευταίος προέβη στη βαθμολόγηση των γραπτών και απέστειλε την βαθμολογία των υποψηφίων στην Πολυτεχνική σχολή του ΔΠΘ για να ανακοινωθούν τα ονόματα αυτών ως επιτυχόντων) και έχοντας Περαιτέρω σκοπό, πέρα από την παραπλάνηση του ανωτέρω καθηγητή (Ζ), να παραπλανήσει και τους λοιπούς αρμοδίους του Τμήματος Μηχανικών Περιβάλλοντος της Πολυτεχνικής σχολής του ΔΠΘ, έτσι ώστε να δεχθούν τα γραπτά ως γνήσια και, σε συνδυασμό με την ικανοποιητική βαθμολόγηση τους, να δεχθούν και τους φερόμενους ως υποψήφιους στο Τμήμα ως διδάκτορες. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), χωρίς να αναιρούνται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως του όρθρου 216 παρ. 2 ΠΚ και όχι αυτής του όρθρου 217 ΠΚ, όπως αβασίμως διατείνεται ο κατηγορούμενος, καθόσον κατά την τελευταία διάταξη πρέπει ο σκοπός του δράστη να στοχεύει στη διευκόλυνση της άμεσης συντήρησης, της κίνησης ή της κοινωνικής προόδου του ίδιου ή άλλου και όχι στο να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οπότε έχει εφαρμογή η γενική για την πλαστογραφία διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ (ΑΠ 60/2007 ΝΟΜΟΣ) περίπτωση, η οποία συντρέχει εν προκειμένω, αφού στη χρήση των πλαστών προέβη ο κατηγορούμενος, προκειμένου να παραπλανήσει τον διδάσκοντα βαθμολογητή, ώστε να δεχθεί ως γνήσια τα εν λόγω γραπτά των υποψηφίων και να τον παραπείσει να τα βαθμολογήσει ως γνήσια και τον περαιτέρω σκοπό που προεκτέθηκε". Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξεως της χρήσης πλαστών εγγράφων και ειδικότερα, του ότι: "στην ..., στις 9-4-2003 έκανε χρήση πλαστών εγγράφων, καθώς απέστειλε ταχυδρομικά προς διόρθωση στον τότε διδάκτορα του τμήματος μηχανικών περιβάλλοντος της Πολυτεχνικής σχολής του ΔΠΘ Ζ στην ..., τα γραπτά που υποτίθεται ότι είχαν συντάξει οι ..., ..., ... και ..., κατά την διάρκεια των εξετάσεων υποψηφίων διδακτόρων του τμήματος μηχανικών περιβάλλοντος της Πολυτεχνικής σχολής του ΔΠΘ, αν και γνώριζε ότι στην πραγματικότητα τα εν λόγω γραπτά είχαν συνταχθεί από άλλα άγνωστα πρόσωπα (άγνωστα στην προανάκριση) μη έχοντα σχέση με αυτούς που υποτίθεται ότι λάμβαναν μέρος στις εξετάσεις, οι οποίοι δεν έλαβαν μέρος στην εξέταση και τούτο δε έπραξε προκειμένου να παραπλανήσει τον Ζ και να τον παραπείσει να βαθμολογήσει τα εν λόγω γραπτά τα οποία ήταν πλαστά, υπό την έννοια ότι είχαν καταρτισθεί όχι από τα πρόσωπα που φέρονται ότι τα συνέταξαν, αλλά από τρίτα άγνωστα έως τώρα πρόσωπα (που υποτίθεται ότι ήταν η ..., η ..., η ... και ο ...), έχοντας περαιτέρω σκοπό, πέρα από την παραπλάνηση του Ζ, να παραπλανήσει και τους λοιπούς αρμοδίους του Τμήματος Μηχανικών Περιβάλλοντος έτσι ώστε να δεχθούν τα γραπτά ως γνήσια και, σε συνδυασμό με την ικανοποιητική βαθμολόγηση τους, να δεχθούν και τους φερόμενους ως υποψήφιους στο Τμήμα ως διδάκτορες". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 216§2 ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 1173/2008 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας :1) Ζ, 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5)..., 6) ... και 7) ... και μαρτύρων υπερασπίσεως: 1) ... και .... Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση: 1) δεν περιέχει την κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι από το όλο περιεχόμενο αυτής προκύπτει ότι αφενός η έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μνημονεύονται στο σκεπτικό της είναι ελλιπής και μη επαρκώς σαφής, αφετέρου αναφέρεται προς θεμελίωση των πραγματικών περιστατικών για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του αποδιδόμενου σε αυτόν εγκλήματος, σε αντικρουόμενες αποδείξεις και βασίζεται σε υποθετικές κρίσεις με αποτέλεσμα, οι παρατιθέμενες στην απόφαση, σκέψεις και νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, στην εφαρμοσθείσα διάταξη της ΠΚ 216§2, να παρουσιάζουν σοβαρά κενά, καθιστώντας αμφίβολη την ορθότητα της κρίσης για την ενοχή του. όμως, κατά τα άνω εκτεθέντα, η έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το έγκλημα που τον βαρύνει, είναι πλήρης και σαφής χωρίς να υπάρχει καμμιά αντικρουόμενη απόδειξη ούτε και να βασίζεται σε υποθετική κρίση και 2) εσφαλμένα ερμήνευσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216§2 ΠΚ, αλλά και αυτήν του άρθρου 217 του αυτού Κώδικα, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε λανθασμένο σκεπτικό και διατακτικό, αφού θα έπρεπε να μετατραπεί επιτρεπτά η κατηγορία από χρήση πλαστού εγγράφου κατ' άρθρο 216 ΠΚ, σε πλαστογραφία πιστοποιητικού κατ' άρθρο 217 του αυτού Κώδικα και, κατ' αναγκαία συνέπεια, να παύσει προσωρινά η ποινική δίωξη κατ' άρθρο 31 του Ν. 3346/2005. όμως, η συμμετοχή σε θέση άλλου προσώπου σε διαγωνισμό, συνιστά πλαστογραφία (ΑΠ 1544/1984, ΑΠ 1438/1983), όπως επίσης πλαστογραφία διαπράττει αυτός που συντάσσει γραπτά με ορθό περιεχόμενο και αντικαθιστά τα γνήσια (ΑΠ 1477/90). Ειδικότερα δε, κατά τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 ΠΚ τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ίδιου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί συνήθως για τέτοιους σκοπούς. Αντικείμενο του εν λόγω εγκλήματος μπορεί να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (όρθρο 13 εδ. γ' ΠΚ) που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών, όπως και τα γραπτά διαγωνισμού, πρέπει δε ο σκοπός του δράστη να στοχεύει στη διευκόλυνση της άμεσης συντήρησης, της κίνησης ή της κοινωνικής προόδου του ίδιου ή άλλου και όχι στο να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οπότε έχει εφαρμογή η γενική για την πλαστογραφία διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ. Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση, όπου, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο κατηγορούμενος προέβη στη χρήση των πλαστών εγγράφων με σκοπό "να παραπλανήσει το διδάσκοντα βαθμολογητή ώστε να δεχθεί ως γνήσια τα εν λόγω γραπτά των υποψηφίων και να τον παραπείσει να τα βαθμολογήσει ως γνήσια και, σε συνδυασμό με την ικανοποιητική βαθμολόγησή τους να δεχθούν και τους φερόμενους ως υποψήφιους στο Τμήμα ως διδάσκοντες", ορθώς εφαρμόσθηκε η περί πλαστογραφίας διάταξη της ΠΚ 216§2 και όχι αυτής της ΠΚ 217, όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων διατείνεται. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21 Ιανουαρίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 3/2009 ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Θράκης) αίτηση του Χ, της με αριθμό 1173/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ΕΥΡΩ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ