Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 109 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία. Περίληψη: α) Κακουργηματική απάτη (κατ’ επάγγελμα και συνήθεια και η ζημία και το όφελος υπερβαίνουν τα 5 εκατ. δραχμές) κατ’ εξακολούθηση. Ισχύει ο ν. 1721/99, αφού στο σύνολό του είναι επιεικέστερος και για τις προ της ενάρξεως της ισχύος του τελεσθείσες, όπως εν προκειμένω, πράξεις, β) Πλημ/κή πλαστογραφία. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του Κ.Π.Δ. (πλήρως αιτιολογούνται και η συναυτουργία και η επιβα-ρυντική περίσταση της απάτης). Αριθμός 109/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρίκλεια Τζέλλη, περί αναιρέσεως της 1518/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1428/
- Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 § 11 του Ν. 2408/1996 και έγινε ευμενέστερη, ώστε να εφαρμόζεται αναδρομικά και για πράξεις που είχαν τελεσθεί προηγουμένως (άρθρο 2 ΠΚ), επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια, και μετά τη νέα αντικατάσταση της παραγράφου 3 του άρθρου 386 από το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999, απαιτείται επιπλέον, το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ), οπότε η νεότερη αυτή διάταξη αποβαίνει ακόμη ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ'επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με την υποπαρ. 1.
- της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε η σκοπήθηκε. Στην περίπτωση της απάτης κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια, εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη (του άρθρου 98 § 2 ΠΚ για το άθροισμα του ποσού) και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από το ν. 2721/1999, αφού ο νέος αυτός νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη, πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ρύθμιση δεν προβλεπόταν καθόλου περιορισμός ποσού. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Κατά δε το άρθρο 45 ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της πληρότητας της αιτιολογίας κατά την εφαρμογή του άρθρου 45 του ΠΚ πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάση των οποίων το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Δεν απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη (Ολ. ΑΠ 50/1990). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως θεμελιώνει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1518/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν στα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ1, ενεργώντας κατά συναυτουργία με τον επίσης κατηγορούμενο Χ2, (ως προς τον οποίο η δίκη χωρίσθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λόγω του ότι φυγοδικεί, οπότε και ανεστάλη η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας, σε σχέση με τις κακουργηματικές πράξεις των απατών που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο), κατά το χρονικό διάστημα Ιουνίου-Δεκεμβρίου του έτους 1998 και κατά τους αναφερόμενους ειδικότερα στο διατακτικό τόπους και χρόνους, διαβεβαίωσε ψευδώς, εν γνώσει της αναληθείας, τους πιο κάτω πρατηριούχους υγρών καυσίμων (των Αθηνών και της Λεβαδειάς), που επιθυμούσαν να εκδοθεί επ' ονόματί τους από το Υπουργείο Μεταφορών άδεια κυκλοφορίας ΔΧΦ βυτιοφόρου μεταφοράς υγρών καυσίμων, για την αύξηση του κύκλου εργασιών της επιχειρήσεώς τους, ότι είχε τη δυνατότητα να προτιμηθούν οι τελευταίοι, επειδή ο αριθμός των αδειών που επρόκειτο να παραχωρηθούν σε ανά την Ελλάδα πρατηριούχους ήταν περιορισμένος και οι ενδιαφερόμενοι πολλοί, λόγω στενών γνωριμιών αυτού και του Χ2 με αρμόδιους υπηρεσιακούς παράγοντες του εν λόγω Υπουργείου όλων των βαθμίδων, ειδικότερα δε με το διευθυντή του πολιτικού γραφείου του Υπουργού, ......, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος που θα του παρέδιδαν οι πρατηριούχοι αυτοί. Τις απάτες αυτές διέπραττε, προκειμένου ν' αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, ενθυλακώνοντας τα χρηματικά ποσά που αποσπούσε από καθένα πρατηριούχο, αφού ουδεμία δυνατότητα είχε να εκδοθούν οι άδειες αυτές στο όνομα των πρατηριούχων που εξαπατούσε. Με τον τρόπο αυτόν έπεισαν (αυτός και ο άνω συγκατηγορούμενός του) τους πρατηριούχους υγρών καυσίμων, α) Κ1, β) Κ2, γ) Κ3, και δ) Φ1 και Φ2 και αυτοί τους παρέδωσαν ως αντάλλαγμα, αντίστοιχα, ποσά δρχ. 7.000.000, 2.000.000, 600.000 και 15.000.000 και συνολικά 24.600.000 δρχ. ή 72.193 Ευρώ. Περί των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, τα οποία στοιχειοθετούν υποκειμενικά και αντικειμενικά το έγκλημα της απάτης (κατ' εξακολούθηση), σύμφωνα με το άρθρο 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, καταθέτουν εξ ιδίας αντιλήψεως οι παθόντες, προκύπτουν δε τα ανωτέρω και από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προαναφέρθηκαν, ενώ ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο κατά την απολογία του στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και από το συνήγορό του ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (ο οποίος υποστήριζε, όμως ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απάτης). Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι επειδή - όπως ήταν φυσικό - οι διαληφθείσες άδειες καθυστερούσαν να εκδοθούν, οι πρατηριούχοι αυτοί (που είχαν ήδη προκαταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή στους Χ2 και Χ1 για την ειρημένη διαμεσολάβησή τους) άρχισαν να δυσανασχετούν, να ζητούν να πληροφορηθούν σχετικώς και τελικά να διαμαρτύρονται εντονότατα στους τελευταίους, επειδή ο καιρός περνούσε και άδειες δεν εκδίδονταν. Οι δράστες στην αρχή τους καλούσαν σε ξενοδοχείο των Αθηνών, στο οποίο διέμενε ο Χ2, όπου τους εξέθεταν ψευδείς λόγους της καθυστέρησης και στη συνέχεια, προκείμενου να άρουν κάθε αμφιβολία τους, τους παρουσίασαν δημόσια έγγραφα, πλην όμως πλαστά, τα οποία είχαν κατασκευάσει εξυπαρχής οι ανωτέρω Χ2 και Χ1, πλαστογραφώντας τις υπογραφές των προσώπων, υπαρκτών (του τότε Υπουργού Μεταφορών) και ανυπάρκτων (ενός ......, δήθεν διευθυντή της Διευθύνσεως Συγκοινωνιών Δυτικής Αττικής), που φέρονταν ως εκδότες των εν λόγω πλαστών εγγράφων. Συγκεκριμένα, μέσω του κατηγορουμένου Χ1, που είναι δικαστικός επιμελητής, παραδόθηκαν: 1) στον Κ1, δήθεν απόφαση του Υπουργού Μεταφορών (υπ' αριθμό πρωτ. ....) περί χορηγήσεως σ' αυτόν άδειας ΔΧΦ βυτιοφόρου αυτοκινήτου υγρών καυσίμων, καθώς και δήθεν πρόσκληση προς αυτόν (υπ' αριθμό πρωτ. ....) προς παραλαβή της πιο πάνω άδειας, 2) στον Κ2 δήθεν απόφαση του Υπουργού Μεταφορών, περί χορηγήσεως σ' αυτόν άδειας ΔΧΦ βυτιοφόρου αυτοκινήτου υγρών καυσίμων, καθώς δήθεν πρόσκληση προς αυτόν (υπ' αριθμό πρωτ. ....) προς παραλαβή της πιο πάνω άδειας, 3) στον Κ3, δήθεν απόφαση του Υπουργού Μεταφορών, (υπ' αριθμό πρωτ. .....), περί χορηγήσεως σ' αυτόν άδειας ΔΧΦ βυτιοφόρου αυτοκινήτου υγρών καυσίμων, καθώς και δήθεν πρόσκληση προς αυτόν (υπ' αριθμό πρωτ. ....) προς παραλαβή της πιο πάνω άδειας και 4) στον Φ2 δήθεν απόφαση του Υπουργού Μεταφορών, περί χορηγήσεως σ' αυτόν άδειας ΔΧΦ βυτιοφόρου αυτοκινήτου υγρών καυσίμων. Επιπροσθέτως, οι πιο πάνω δράστες των απατών είχαν καταρτίσει και άλλα δύο πλαστά έγγραφα, προκειμένου να εμφανισθεί και άλλος πρατηριούχος (ο Κ4) - τον οποίο είχε εξαπατήσει μόνον ο Χ2 - ως κάτοχος της πιο πάνω άδειας και συγκεκριμένα είχαν κατασκευάσει εξ υπαρχής την υπ' αριθ. πρωτ. .... πρόσκληση του Υπουργείου προς τον Κ4 προς παραλαβή της άδειας κυκλοφορίας ΔΧΦ βυτιοφόρου αυτοκινήτου υγρών καυσίμων, καθώς και απόφαση του Υπουργού Μεταφορών, (υπ' αριθμό πρωτ. ....), περί χορηγήσεως σ' αυτόν της εν λόγω άδειας. Και τα έγγραφα αυτά παρέδωσε στον Κ4 ο κατηγορούμενος Χ
- Ειρήσθω ότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο τελευταίος αναγνωρίζει και ομολογεί, εμμέσως μεν πλην όμως σαφέστατα, την πιο πάνω εγκληματική δράση του, αφού ήδη - προκειμένου να άρει τις περιουσιακές ζημίες που προξένησε στους παθόντες από τα εγκλήματά του αυτά - έχει καταβάλει στον (ΦΙ ή Φ2) ποσό 11.500 Ευρώ και στους Κ1, Κ2, Κ3 και Κ4, από κοινού, ποσό 32.000 Ευρώ, οι καταβολές δε αυτές επιβεβαιώνονται από τους ανωτέρω παθόντες, κατά την κατάθεσή τους επ' ακροατηρίου. Από τα διαληφθέντα αμέσως ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ' εξακολούθηση, κατά την έννοια των άρθρων 98, 386 παρ. 1, 3 εδ. α και 13 περιπτ. στ' του Ποινικού Κώδικα, αφού αφενός έχει διαπράξει επανειλημμένως απάτες, αλλά και έχει διαμορφώσει υποδομή με την πρόθεση επανειλημμένης διάπραξης απατών, εξ αυτών δε προκύπτει σκοπός του κατηγορουμένου για τον πορισμό εισοδήματος από τα εγκλήματα αυτά, και αφετέρου προκύπτει σταθερή ροπή του για την διάπραξη αυτών. Ενόψει τούτων, και δεδομένου του ότι για δύο από τις πιο πάνω, κατ' εξακολούθηση διαπραχθείσες, εγκληματικές πράξεις, το όφελος του κατηγορουμένου και η αντίστοιχη ζημία των παθόντων υπερβαίνει τα 5.000.000 δρχ. ή 14.673,5 Ευρώ, παρέπεται ότι το έγκλημα της απάτης φέρει χαρακτήρα κακουργήματος. Επίσης από τα αυτά πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, και σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν ήδη δεκτά, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε και το αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση (άρθρα 13 περ. γ', 98 και 216 παρ. 1 ΠΚ). Σημειώνεται ότι η απάτη και η πλαστογραφία μετά χρήσεως συρρέουν αληθώς (ΑΠ 238/2000 ΠοινΧ Ν. 694 κ.α.). Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις πιο πάνω πράξεις (κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση, και πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση), όπως οι επί μέρους πράξεις περιγράφονται ειδικότερα και στο διατακτικό. Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ1 για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πιο πάνω αξιόποινες πράξεις και, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ' του Π.Κ., του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως 5 ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. γ', στ', 26 παρ. 1α, 27, 45, 98, 216 παρ. 1 και 386 παρ. 1 και 3 εδ. α' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω, αναφέρονται λεπτομερώς στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος συμμετέσχε στην τέλεση των πιο πάνω εγκλημάτων ως συναυτουργός, και δη ότι συνέπραξε στην εκτέλεση των πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση και της πλημμεληματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεων, κατ' εξακολούθηση, και ήθελε την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεώς τους, γνωρίζοντας ότι ο συμμέτοχος συγκατηγορούμενός του Χ2 έπραττε με δόλο τελέσεως των ίδιων εγκλημάτων, ενώ δεν απαιτείτο εν προκειμένω και η εξειδίκευση των ενεργειών του κάθε δράστη. Τέλος, ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της άνω πράξεως της απάτης, το Πενταμελές Εφετείο με πλήρη αιτιολογία στήριξε την κρίση του, τόσο στην επανειλημμένη τέλεση της παραπάνω πράξεως, η οποία συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, όσο και στην άνω υποδομή που είχε διαμορφώσει αυτός με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως αυτής, από τις οποίες προκύπτει ο σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά δε με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28 Ιουλίου 2006 (υπ' αριθ. πρωτ. 2044/31-7-2006) αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 1518/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιανουαρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ