← Ελλάδα

ΑΠ 109/2013 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 109 / 2013 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση αναίρεσης κατά Βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών, που απέρριψε αίτηση επανάληψης διαδικασίας, του άρ. 525 περ.5 ΚΠΔ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που έκρινεν ομοίως και με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αίτηση του αναιρεσείοντος για επανάληψη της διαδικασίας για τον προαναφερθέντα λόγο καταδίκης της Ελλάδος από το ΕΔΔΑ, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε (άρθρα 6 παρ.1, 46 ΕΣΔΑ και 525 ΚΠΔ) διότι, δεν προκύπτει, ότι με την ανωτέρω παραβίαση του ιδίου άρθρου 6 που δέχθηκε το ΕΔΔΑ ότι έγινε, «γιατί δεν μπορεί να κρίνει, λόγω ασαφούς αιτιολόγησης του κωλύματος του δικαστή, ότι πρόκειται για δικαστήριο που θεσπίστηκε σύμφωνα με το νόμο», και, την οποία δεσμευτικά διαπίστωσε το ΕΔΔΑ, είχεν αρνητική επίδραση στην ουσιαστική κρίση των ποινικών δικαστών που καταδίκασαν τον αναιρεσείοντα, αλλά προκύπτει ότι πρόκειται για εξωτερική τυπική παραβίαση, που δε θίγει την αρχή της αμεροληψίας των δικαστών που τελικά συγκρότησαν το δικαστήριο που εξέδωσε την ανωτέρω καταδικαστική απόφαση, όπως δέχθηκε και το ίδιο το ΕΔΔΑ στην εν λόγω απόφασή του. Επί πλέον η τυπική αυτή παραβίαση ως προς τον τρόπο αντικατάστασης του κωλυομένου δικαστή, από την αόριστη αναφορά του κωλύματος αντικαταστάσεως, είναι ήδη γεγονός τετελεσμένο, εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, που δεν αναιρέθηκε από τον Άρειο Πάγο, όταν έκρινε τον ίδιο λόγο αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αυτής αποφάσεως, για ακυρότητα της διαδικασίας λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, και η απόφαση αυτή δεν μπορεί να αναιρεθεί αναδρομικά. ΑΡΙΘΜΟΣ 109/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Τσακυράκη, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1360/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουνίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 764/

  1. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Παντιώρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, με αριθμ. 218/15.10.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 484, 485 και 528 ΚΠΔ, την νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα υπ' αρ. 26/2012 αίτηση αναιρέσεως του Π. Χ. Κ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αρ. 1360/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απερρίφθη η από 27/12/2011 αίτησή του για επανάληψη διαδικασίας, κατά της υπ' αρ. 44847/07 αμετακλήτου αποφάσεως του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κατεδικάσθη στην αναφερόμενη σ' αυτή ποινή για παράβαση του αρ. 34α' Ν. 3632/1928 και εκθέτω τα εξής: Ως λόγοι αναιρέσεως προβάλλονται η παράβαση των άρθρων 6 και 46 της ΕΣΔΑ και η εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής διατάξεως του αρ. 525§1 εδ. 5 ΚΠΔ και συγκεκριμένα: Η προσβαλλομένη αναφέρεται κατ' αρχάς στη θεωρία, η οποία επισημαίνει ότι η επανάληψη της διαδικασίας τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση "ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε, και μάλιστα αρνητικά, την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης αυτού μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας". Στη συνέχεια αναφέρει ότι "το ΕΔΔΑ έκρινε ότι "η έλλειψη αναλυτικών στοιχείων σχετικά με την αιτία του κωλύματος, αρκεί για να δημιουργήσει αμφιβολία ως προς τη διαφάνεια της διαδικασίας αντικατάστασης και τα πραγματικά αίτια που την προκάλεσαν" κατά παράβαση του άρθρου 17 παρ. 7 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που επιτάσσει το σεβασμό στην αρχή "του δικαστηρίου που έχει θεσπισθεί σύμφωνα με "νόμο" (δηλαδή δικαστηρίου "νομίμως λειτουργούντος" κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ)". Και τέλος ενώ δέχεται ότι υπήρξε παραβίαση που αφορούσε την συγκρότηση του δικαστηρίου, καταλήγει στην κρίση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η παράβαση "δεν είχε αρνητική επίδραση στη κρίση των ποινικών δικαστών" ούτε μάλιστα, σημειώνει, ότι ο αιτών επικαλείται κάτι τέτοιο. Προς ενίσχυση αυτής της παραδοχής αναφέρεται στην απόρριψη από το ΕΔΔΑ άλλων αιτιάσεων περί μη αμερόληπτης δίκης για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει νόημα η επανάληψη της διαδικασίας. Η κρίσιμη σκέψη της εκκαλουμένης έχει ως εξής: "η μη αναγραφή στα πρακτικά του δικάσαντος δικαστηρίου του είδους του κωλύματος του αντικατασταθέντος δικαστή είναι ήδη γεγονός τετελεσμένο και δεν μπορεί να αναιρεθεί αναδρομικά και ως εκ τούτου η επανόρθωση της βλάβης του αιτούντος από τη γενόμενη υπέρβαση δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας". Με τις ως άνω παραδοχές η εκκαλουμένη έσφαλε κατά τον αναιρεσείοντα στην ερμηνεία του άρθρου 525 παρ. 1 εδ. 5 ΚΠΔ, διότι έκρινε ότι η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, που αφορούσε παραβίαση της δίκαιης δίκης που σχετιζόταν με τη νόμιμη σύνθεση δικαστηρίου ενώ κατ' ορθήν ερμηνεία θα έπρεπε να δεχθεί ότι με αυτήν εισάγεται απόλυτος κανόνας που επιβάλλει πάντοτε την επανάληψη της διαδικασίας αν η παράβαση αφορά τη νόμιμη συγκρότηση δικαστηρίου. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει περίπτωση να διαπιστωθεί από το ΕΔΔΑ ότι υπήρξε παράβαση που αφορά τη νόμιμη συγκρότηση δικαστηρίου και αυτή να μην συνεπάγεται την επανάληψη της διαδικασίας. Στη προκειμένη περίπτωση η αποκατάσταση της βλάβης του εκκαλούντος δεν θα ήταν η αναδρομική αναγραφή του κωλύματος του δικαστή που αντικαταστάθηκε, όπως διαλαμβάνει η εκκαλουμένη, αλλά είναι η εκδίκαση της υπόθεσής του από θεσπισμένο κατά νόμο αυτή τη φορά δικαστήριο. Με την προσφυγή του στο ΕΔΔΑ ο κατηγορούμενος, αναφερόμενος σε άλλα γεγονότα, παραπονείτο επίσης για μεροληπτική κρίση των ελληνικών δικαστηρίων αλλά το Δικαστήριο απέρριψε αυτές τις αιτιάσεις του. Η εκκαλουμένη αναφέρεται στο σκεπτικό της απόρριψης των αιτιάσεων περί μη απόδειξης μεροληπτικής κρίσης (παρ. 62 της απόφασης του ΕΔΔΑ) εσφαλμένα εκλαμβάνει ότι το ίδιο σκεπτικό αφορά και τη μη νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου. Η παραδοχή της είναι εσφαλμένη αφού η απόρριψη των αιτιάσεων για μεροληψία είναι άσχετη με το παράπονο που έγινε δεκτό από το ΕΔΔΑ. Αυτό αφορούσε την σύνθεση του δικαστηρίου και, (όπως άλλωστε προβλέπει και το ελληνικό δίκαιο) σε περίπτωση που γίνει δεκτό, από μόνο του αρκεί για να επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Είναι αδιάφορο κατά πόσον η κρίση του παράνομα συγκροτημένου δικαστηρίου ήταν ή όχι μεροληπτική. Με βάση τα ανωτέρω, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι η εκκαλούμενη ερμήνευσε λανθασμένα το άρθρο 525 εδ. 5 του ΚΠΔ και λανθασμένα το εφήρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, απορρίπτοντας την αίτηση του εκκαλούντος για επανάληψη της διαδικασίας. Αντιθέτως, όπως αναλυτικά εκτέθηκε ανωτέρω, η επίμαχη διάταξη περιέχει ένα σαφή και κατηγορηματικό κανόνα, στον οποίο προδήλως υπάγεται η περίπτωση του κατηγορουμένου και βάσει αυτού έπρεπε να γίνει δεκτή η αίτησή του για επανάληψη της διαδικασίας. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η ερμηνεία του 525 εδ. 5 του ΚΠΔ που έδωσε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απορρίπτοντας την επανάληψη της δίκης παραβιάζει κατά τον αναιρεσείοντα την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ειδικότερα παραβιάζει το άρθρο 46 και συνεπώς εκ νέου το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Πράγματι το άρθρο 46 υποχρεώνει τα κράτη να προνοούν για την ορθή εκτέλεση των αποφάσεων, η οποία περιλαμβάνει και την αποκατάσταση της βλάβης που υπέστη ο αιτών. Το άρθρο 525 ΚΠΔ ορθά προβλέπει την επανάληψη της διαδικασίας σε περίπτωση παραβίασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Οποιαδήποτε, όμως, ερμηνεία που το καθιστά ανενεργό έχει ως συνέπεια την μη αποτελεσματική εκτέλεση απόφασης του ΕΔΔΑ, και συνεπώς παραβιάζει εκ νέου την Σύμβαση. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα κρίνοντας την από 27/12/2011 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την 1529/08 απόφαση του Αρείου Πάγου (βλ. συνημμ. ως άνω απόφαση) δέχθηκε τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η περίπτωση σύμφωνα με την οποία "αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε". Η τελευταία αυτή περίπτωση, ως πέμπτη της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 525 του ΚΠΔ, θεσπίσθηκε με το άρθρο ενδέκατο του Ν. 2865/
  2. Όμως η επανάληψη της διαδικασίας σε αυτή την περίπτωση, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε, και μάλιστα αρνητικά, την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης αυτού (του αιτούντος) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας (βλ. Μιχ. Μαργαρίτη, Ερμηνεία Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, έκδ. 2008, υπό άρθρο 525, σελ. 1116, ΑΠ 415/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2214/2005 ΠοινΧρ ΝΣΤ.608, ΑΠ 642/2004 ΠοινΧρ ΝΕ.225, ΑΠ 717/2004 ΠοινΧρ ΝΕ.251, βλ. όμως και Θεοχ. Δαλακούρα, Επανάληψη της διαδικασίας, έκδ. 2007, σελ. 290 επ.). Έτσι δεν είναι διαγεγραμμένη σε κάθε περίπτωση η εξαφάνιση της ποινικής καταδίκης προσώπου, το οποίο προσέφυγε στο ΕΔΔΑ και, μετά την έκδοση της ευνοϊκής απόφασης του τελευταίου, ζητά την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας (βλ. Αθ. Κονταξή, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, Τ. Β', έκδ. 2006, σελ. 3367). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη την 4.11.1950 και κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν 2329/1953 και ύστερα εκ νέου με το ΝΔ 53/1974 κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση έχει ως εξής: "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει ... επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως". Τέλος, με το άρθρο 46 παρ. 1 της ΕΣΔΑ θεσπίζεται υποχρέωση των συμβαλλομένων κρατών "να συμμορφώνονται προς τις οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των διαφορών στις οποίες είναι διάδικοι". Η Ελληνική Πολιτεία κατ' επιταγή του ως άνω άρθρου 46 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, κυρώθηκε τελικώς με το ΝΔ 53/1974 και αποτελεί κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη εσωτερικού Νόμου (Ολ. ΑΠ 66/1991 Ποιν. Χρ ΜΑ.833, ΟλΑΠ 15/2001 ΠοινΧρ ΝΑ.798), θέσπισε την ως άνω περίπτωση 5 της παρ. 1 του άρθρου 525 ΚΠΔ. Στην, κατά την τελευταία αυτή περίπτωση, έννοια του δικαιώματος, η διαπίστωση της παραβιάσεως του οποίου συνιστά λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, υπάγονται ασφαλώς όλα τα δικαιώματα του μέρους Ι της Συμβάσεως (αρθρ. 2-18 της ΕΣΔΑ, βλ. ΑΠ 1940/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 988/2010 ΠοινΔνη 2011.584). Πάντως η παραβίαση κάποιου από τα απαριθμούμενα στο άρθρο 6 επιμέρους δικαιώματα δεν αίρει αυτομάτως και σε όλες τις περιπτώσεις το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας (βλ. Ηλ. Αναγνωστόπουλο, Η παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης ΠοινΧρ 2004.5). Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 υπό στοιχ. Β του Ν 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων, Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", όπως οι παρ. 1, 3, 4 αυτού, ίσχυαν στις 28-6-2007 (ημερομηνία έναρξης της εκδίκασης της ερευνώμενης υπόθεσης ενώπιον του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 2172/1993, και η παρ. 7 μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 3327/2005 (ΦΕΚ Α 70/11-3-2005) και την προσθήκη δύο εδαφίων στην παρ. 1 με το άρθρο 2 του ν. 3346/2005, (ΦΕΚ Α 140/17-6-2005), ορίζεται "
  3. Σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση ... Στα πρωτοδικεία και εφετεία Αθηνών Πειραιώς και Θεσσαλονίκης... ορίζονται για μία διετία από την Ολομέλεια των δικαστηρίων αυτών δικαστές, που θα προεδρεύσουν αποκλειστικά στα ποινικά δικαστήρια ...
  4. Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα. Στο πρωτοδικείο α) όλων των προέδρων πρωτοδικών ... β) των αρχαιοτέρων πρωτοδικών ... γ) όλων των υπολοίπων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των μικτών ορκωτών δικαστηρίων, των τριμελών πλημμελειοδικείων και οι δικαστές των μονομελών πλημμελειοδικείων ...
  5. Με βάση τους πάνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός ...
  6. Με την ίδια διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και εισαγγελείς και οι συμπάρεδροι δικαστές και δεύτεροι εισαγγελείς ...
  7. α) Αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος της σύνθεσης δικαστηρίου, καθώς και του εισαγγελέα δεν επιτρέπεται παρά μόνον από τον αναπληρωματικό δικαστή, που ορίζεται κατά τη διαδικασία των παραγράφων 4 και 5, για λόγους ασθενείας ή ανυπέρβλητης υπηρεσιακής ή προσωπικής ανάγκης του κληρωθέντος μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου. Ο λόγος της αναπλήρωσης αναγράφεται στα πρακτικά του δικαστηρίου, β) Όπου δεν διενεργείται κλήρωση, ο δικαστής ή ο εισαγγελέας που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία αν εμφανισθεί ανυπέρβλητη δυσχέρεια για την κατάρτιση της σύνθεσης του δικαστηρίου, με αιτιολογημένη πράξη του αντικαθιστά ή ορίζει τους δικαστές ή τον εισαγγελέα, αντιστοίχως ...
  8. Η μη τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης ...". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, προκειμένου για το Πρωτοδικείο Αθηνών, όπου προβλέπεται οργανικός αριθμός δέκα πέντε τουλάχιστον δικαστών, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται νομίμως με κλήρωση με την προεδρία Προέδρου Πρωτοδικών ή Πρωτοδίκη και μέλη δύο Πρωτοδίκες. Στην περίπτωση δε κατά την οποία κάποιος από τους δικαστές που κληρώθηκε ως μέλος της συνθέσεως του Δικαστηρίου, κωλύεται για τους αναφερόμενους στη πιο πάνω διάταξη της παρ. 7α λόγους, συγκροτείται με τη συμμετοχή αναπληρωματικών, κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 17 παρ. 7 περ. α. Η μη τήρηση όμως των διατάξεων αυτών, όπως ρητώς ορίζεται στην παρ. 10 του αυτού άρθρου, συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται, αν δεν προταθεί, πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης. Στην υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ο αιτών κατηγορούμενος εκθέτει, ότι με την 44847/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, καταδικάσθηκε σε φυλάκιση δύο

(2)ετών με τριετή αναστολή, για την κατ' εξακολούθηση παράβαση του άρθρου 34 εδ. α του Ν 3632/1928, και ότι η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη μετά την απόρριψη σχετικής αίτησης αναίρεσής της με την υπ' αριθμ. 1529/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια προσέφυγε στο ΕΔΔΑ, παραπονούμενος, μεταξύ άλλων, ότι με την υπ' αριθμ. 44847/2007 καταδικαστική απόφαση παραβιάσθηκε το δια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ προστατευόμενο δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη. Ότι το ΕΔΔΑ εξέδωσε την από 31 Μαΐου 2011 αμετάκλητη απόφασή του, με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή του, καθόσον διαπιστώθηκε απ' αυτό παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Κατόπιν τούτων ο αιτών ζητεί, με την υπό κρίση αίτησή του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 5 του ΚΠΔ την επανάληψη της διαδικασίας, αναφορικά με την ανωτέρω κατ' αυτού καταδικαστική απόφαση. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι ο αιτών με την 44847/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, καταδικάσθηκε σε φυλάκιση δύο
(2)ετών με τριετή αναστολή, για την κατ' εξακολούθηση παράβαση του άρθρου 34 εδ. α του Ν 3632/
  1. Η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, μετά την απόρριψη σχετικής αίτησης αναίρεσής της με την υπ' αριθμ. 1529/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια ο αιτών προσέφυγε, όπως εδικαιούτο, με την 59000/2008 προσφυγή του στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), παραπονούμενος, μεταξύ άλλων, ότι με την υπ' αριθμ. 44847/2007 καταδικαστική απόφαση παραβιάσθηκε το δια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ προστατευόμενο δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη. Επί της προσφυγής αυτής το ΕΔΔΑ εξέδωσε την από 31 Μαΐου 2011 απόφαση (υπόθεση Κ. κατά Ελλάδας), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η προσφυγή του πιο πάνω αιτούντος, καθόσον διαπιστώθηκε απ' αυτό παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, επειδή στα πρακτικά της 44847/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δεν αναφερόταν επακριβώς ποιο ήταν το κώλυμα της Πλημμελειοδίκου Μαργαρίτας Στενιώτη, η οποία είχε κληρωθεί να μετάσχει στην ορισθείσα συνεδρίαση εκδίκασης της συγκεκριμένης υπόθεσης και αντικαταστάθηκε από την αναπληρωματική Δικαστή Μαρία-Ελένη Βαργιά. Ειδικότερα το ΕΔΔΑ έκρινε ότι "η έλλειψη αναλυτικών στοιχείων σχετικά με την αιτία του κωλύματος, αρκεί για να δημιουργήσει αμφιβολία ως προς τη διαφάνεια της διαδικασίας αντικατάστασης και τα πραγματικά αίτια που την προκάλεσαν" κατά παράβαση του άρθρου 17 παρ. 7 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που επιτάσσει το σεβασμό στην αρχή "του δικαστηρίου που έχει θεσπισθεί σύμφωνα με το νόμο" (δηλαδή δικαστηρίου "νομίμως λειτουργούντος" κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ). Η απόφαση του ΕΔΔΑ έγινε οριστική σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 περ. γ της ΕΣΔΑ (με την έννοια της αμετάκλητης απόφασης βλ. Κ. Χρυσογονου, Ενσωμάτωση Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων Ανθρώπου στην Εθνική Έννομη Τάξη, έκδ. 2001, σελ. 377). Εντούτοις δεν προκύπτει, ούτε ο αιτών επικαλείται, ότι η παράβαση αυτή και δη η μη αναγραφή στα πρακτικά του δικάσαντος δικαστηρίου του είδους του κωλύματος του αντικατασταθέντος δικαστή (ασθένεια, ανυπέρβλητη προσωπική ή υπηρεσιακή ανάγκη) είχε αρνητική επίδραση στην κρίση των ποινικών δικαστών, που τον καταδίκασαν με την υπ' αριθμ. 44847/2007 ομόφωνη καταδικαστική απόφαση του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, λαμβανομένου υπόψη ότι συνεπεία της αντικατάστασης ενός μέλους του δικαστηρίου από αναπληρωματικό δικαστή, όπως κρίθηκε με την από 31 Μαΐου 2011 απόφαση του ΕΔΔΑ, δεν τέθηκε σε κίνδυνο, υποκειμενικά ή αντικειμενικά, η αμεροληψία του πλημμελειοδικείου (παρ. 61 της από 31 Μαΐου 2011 απόφασης του ΕΔΔΑ), το οποίο εκδίκασε την υπόθεση σύμφωνα με την αρχή της αμεροληψίας που εγγυάται το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (παρ. 62 της ίδιας απόφασης). Γι' αυτό το λόγο το ΕΔΔΑ με την ίδια απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή του ήδη αιτούντος κατά το μέρος, που αυτός επικαλείτο τη μη τήρηση της αρχής της αμεροληψίας από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών. Εξάλλου, η μη αναγραφή στα πρακτικά του δικάσαντος δικαστηρίου του είδους του κωλύματος του αντικατασταθέντος δικαστή είναι ήδη γεγονός τετελεσμένο και δεν μπορεί να αναιρεθεί αναδρομικά και ως εκ τούτου η επανόρθωση της βλάβης του αιτούντος από τη γενόμενη υπέρβαση δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας. Με βάση τα προεκτεθέντα, η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δεν προσέβαλε το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 44847/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Ενόψει τούτων η κρινόμενη αίτηση, πρέπει, να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα κατ' άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε την επιβαλλομένη από τα αρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το αρ. 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθ' όσον περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα απαραίτητα πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις που δικαιολογούν την απόρριψη της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας ως αβάσιμης, ενώ ορθώς ερμήνευσε τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 525§1 εδ. 5' ΚΠΔ και αρθρ. 6 και 46 της ΕΣΔΑ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της παρούσας στον αιτούντα (αρ. 583§1 ΚΠΔ ως ισχύει). Για τους λόγους αυτούς Προτείνουμε την απόρριψη της υπ' αρ. 26/2012 αιτήσεως αναιρέσεως του Π. Κ. του Χ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αρ. 1360/12 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και την επιβολή των δικαστικών εξόδων της παρούσης στον αιτούντα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης". Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η περίπτωση 5 της παρ.1, σύμφωνα με την οποία η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται και "αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε". Η τελευταία αυτή περίπτωση θεσπίσθηκε με το άρθρο ενδέκατο του ν. 2865/2000, σε εκπλήρωση της υποχρέωσης που ανέλαβε η Ελλάδα με το άρθρο 46 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), κατά την οποία, υφίσταται υποχρέωση όλων των συμβαλλομένων κρατών, "να συμμορφώνονται προς τις οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των διαφορών στις οποίες είναι διάδικοι". Όμως, η επανάληψη της διαδικασίας σε αυτή την περίπτωση, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε, και μάλιστα αρνητικά, την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης αυτού (του αιτούντος) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη την 4.11.1950 και κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το ν. 2329/1953 και ύστερα εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη εσωτερικού νόμου, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση έχει ως εξής: "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως ...". Στην, κατά την τελευταία αυτή περίπτωση, έννοια του δικαιώματος, η διαπίστωση της παραβίασης του οποίου συνιστά λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, υπάγονται ασφαλώς όλα τα δικαιώματα του μέρους Ι της Συμβάσεως (άρθρα 2-18 της ΕΣΔΑ). Η καθιερούμενη δε με το παραπάνω άρθρο 6 της ΕΣΔΑ έννοια της δίκαιης δίκης υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, αναφέρεται στην έγκαιρη, ουσιαστική και αδιάβλητη, υπό διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις, από αντικειμενικούς και αμερόληπτους δικαστές διεξαγωγή της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική ουσιαστική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου. Όμως, η παραβίαση κάποιου από τα απαριθμούμενα στο άνω άρθρο 6 επί μέρους δικαιώματα, διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ, δεν αίρει αυτόματα και σε όλες τις περιπτώσεις το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας και γενικά της ποινικής δίκης, και δεν οδηγεί πάντοτε σε εξαφάνιση της ποινικής καταδίκης του προσφεύγοντος. Επίσης, σε όλες τις περιπτώσεις που το ΕΔΔΑ διαπιστώνει, ότι η ποινική καταδίκη του αιτούντος (προσφεύγοντος) ή ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε στο ποινικό δικαστήριο για την τελική κρίση επ' αυτής, συνεπάγεται προσβολή του δικαιώματος αυτού να κριθεί από αμερόληπτο δικαστήριο, αντίκειται στην προαναφερθείσα Ευρωπαϊκή Σύμβαση και παρέχεται η δυνατότητα επαναλήψεως της διαδικασίας, η οποία όμως τελεί, όπως προαναφέρθηκε, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του συγκεκριμένου δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε, και μάλιστα αρνητικά, το δίκαιο χαρακτήρα της δίκης, πράγμα που συμβαίνει μόνον αν επηρέασε και την ουσιαστική κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης αυτού (αιτούντος) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας (ΑΠ 988/2010, 2214/2005). Ειδικότερα, η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη λόγω παράνομης σύνθεσης του δικαστηρίου δεν αποτελεί από μόνη της λόγο επανάληψης της διαδικασίας, παρά μόνον όταν διαπιστώθηκε από το ΕΔΔΑ, παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, για το λόγο ότι δεν διεξήχθη η δίκη από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που συγκροτήθηκε νόμιμα από αντικειμενικούς και αμερόληπτους δικαστές, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η δίκαιη κρίση του κατηγορουμένου (ΑΠ 1940/2010, 415/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, στην από 27-12-2011 αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ο αιτών και ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι με την 44847/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, με τριετή αναστολή, για το πλημμέλημα της κατ' εξακολούθηση παράβασης του άρθρου 34 εδ. α' του ν. 3632/1928 και η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της ασκηθείσας υπ' αυτού αναιρέσεως, με την 1529/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ότι στη συνέχεια προσέφυγε στο ΕΔΔΑ (προσφυγή 59000/2008), παραπονούμενος ότι με την ανωτέρω 44847/2007 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, παραβιάστηκε το δικαίωμά του που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας και σε δίκαιη δίκη, κατ' άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και επ' αυτής της προσφυγής του, το ΕΔΔΑ εξέδωσε την από 31-5-2011 απόφαση (Υπόθεση Κ. κατά Ελλάδος), με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή του, αφού διαπιστώθηκε ότι υπήρξε παραβίαση του ανωτέρω άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, για το λόγο ότι στα πρακτικά της άνω 44847/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δεν αναφερόταν επακριβώς ποίο ήταν το κώλυμα της Πλημμελειοδίκου Μαργαρίτας Στενιώτη, η οποία είχεν κληρωθεί νομίμως να μετάσχει ως τακτικό μέλος της σύνθεσης του Δικαστηρίου στην ορισθείσα δικάσιμο και αντικαταστάθηκε από την αναπληρωματική Πρωτοδίκη Μαρία-Ελένη Βαργιά. Επομένως, ενώ κατά τον αιτούντα συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την επανάληψη υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας με προφανή σκοπό την αθώωση αυτού, η εν λόγω αίτησή του απορρίφθηκε με το προσβαλλόμενο 1360/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι η ως παραπάνω διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, δεν προσέβαλε το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας της ποινικής δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η 44847/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε ο προσφεύγων, γι' αυτό και με την κρινόμενη 26/8-6-2012 αίτηση αναιρέσεως, ζητεί την αναίρεση του παραπάνω 1360/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, σύμφωνα με τα παραπάνω εκτεθέντα, νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία, κατά τη διαδικασία των άρθρων 513 και επ., 525 επ. του ΚΠΔ. Από την από 31-5-2011 απόφαση του ΕΔΔΑ, υπόθεση 59000/2008 Κ. κατά Ελλάδος, προκύπτουν τα εξής: Ο προσφεύγων Π. Κ. και νυν αναιρεσείων, ισχυρίστηκε ενώπιον του ΕΔΔΑ, πλην άλλων, ότι παραβιάστηκε το δικαίωμά του να δικαστεί από αμερόληπτο και συντεταγμένο εκ του νόμου δικαστήριο, διότι κατά παράβαση του άρθρου 17 του ν. 1756/1998, περί ΚΟΔΚΔΛ, αντικαταστάθηκε ξαφνικά ένα μέλος της σύνθεσης του δικαστηρίου, του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που τον καταδίκασε σε δεύτερο βαθμό, από άλλο αναπληρωτή δικαστή, χωρίς να σημειωθεί στα πρακτικά η αιτία αναπλήρωσης, σχετική δε αναίρεσή του στον Άρειο Πάγο για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου που τον δίκασε, απορρίφθηκε. Το ΕΔΔΑ σημειώνει στην απόφασή του ότι ο προσφεύγων αμφισβητεί όχι μόνο την αρχή "της αμεροληψίας" με αιτιάσεις κατά του εισαγγελέα, που άσκησε αναίρεση κατά της αθωωτικής απόφασης του πρώτου βαθμού και παραστάθηκε και κατά τη συζήτηση της αναίρεσης στον Άρειο Πάγο που θέτουν υπό αμφισβήτηση την αμεροληψία αυτού και κατά της αμεροληψίας των δικαστών του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, αλλά επίσης και την αρχή " του δικαστηρίου που έχει θεσπισθεί σύμφωνα με το νόμο". Επί της παραβίασης της αρχής της αμεροληψίας το ΕΔΔΑ, όπως προκύπτει από την ανωτέρω απόφασή του, δέχθηκε, πλην άλλων και τα παρακάτω, στις παραγρ. 59, 61,62,63, κατά πιστή αντιγραφή: "... Το Δικαστήριο εκτιμά ότι οι αιτιάσεις του προσφεύγοντα κατά του εισαγγελέα δεν είναι τέτοιες που να θέτουν υπό αμφισβήτηση την αμεροληψία των μελών του Αρείου Πάγου. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι ο προσφεύγων υποστηρίζει, ως προς το θέμα της αμεροληψίας, το επιχείρημά του, σχετικά με τον προσδιορισμό της δικασίμου και την αντικατάσταση ενός δικαστή. Εντούτοις, το Δικαστήριο εκτιμά ότι τίποτα στον φάκελο δεν επιτρέπει να επιβεβαιώσουμε ότι αυτά τα δύο γεγονότα θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο, υποκειμενικά ή αντικειμενικά, την αμεροληψία του πλημμελειοδικείου. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι, ακόμα και αν κρίνει τα διάφορα στοιχεία που θέτουν, κατά τον ενάγοντα υπό αμφισβήτηση, την αρχή της αμεροληψίας, κατά τρόπο αθροιστικό, δεν επιτρέπουν να εξάγουμε το συμπέρασμα ότι αυτός δικάστηκε, χωρίς της ύπαρξη αυτής της αρχής, την οποία εγγυάται το άρθρο 6 παρ.
  2. Κατά συνέπεια, αυτή η πτυχή της προσφυγής πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, ως εμφανώς αβάσιμη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 παρ. 3, 4 της Σύμβασης". Περαιτέρω, επί της παραβίασης αρχής "του δικαστηρίου που έχει θεσπισθεί σύμφωνα με το νόμο" το ΕΔΔΑ δέχθηκε, πλην άλλων και τα παρακάτω, στις παραγρ. 38,39,40,41,42,43,44 κατά πιστή αντιγραφή: "Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι βάσει του άρθρου 6 παρ.1, ένα δικαστήριο πρέπει πάντα να θεσπίζεται σύμφωνα με το νόμο. Η έκφραση αυτή αντανακλά την αρχή του κράτους δικαίου, σύμφυτη με όλο το σύστημα της Σύμβασης και με τα πρωτόκολλα αυτής. Πράγματι, ένα όργανο που δεν έχει σχηματισθεί σύμφωνα με τη θέληση του νομοθέτη στερείται απαραιτήτως της απαιτουμένης νομιμότητας σε μία δημοκρατική κοινωνία που είναι απαραίτητη για να εξετάζει τις θέσεις των ιδιωτών. Επομένως, ο "νόμος" στον οποίο στοχεύει αυτή η διάταξη δεν είναι μόνο η νομοθεσία περί της σύνθεσης και της αρμοδιότητας των δικαστικών οργάνων, αλλά επίσης και κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, η μη τήρηση της οποίας καθιστά αντικανονική τη συμμετοχή ενός ή περισσοτέρων δικαστών, κατά την εξέταση της υπόθεσης. Πρόκειται κυρίως για διατάξεις που αφορούν την εξουσιοδότηση, τα ασυμβίβαστα και τις εξαιρέσεις δικαστών.
  3. Η μη τήρηση, από ένα δικαστήριο, των προαναφερομένων διατάξεων, επιφέρει, κατά κύριο λόγο, παραβίαση του άρθρου 6, παρ.
  4. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να κρίνει την τήρηση των κανόνων του εσωτερικού δικαίου, ως προς αυτό το σημείο. Παρά ταύτα, λαμβάνοντας υπόψη τη γενική αρχή, σύμφωνα με την οποία, οι εθνικές αρχές, κατά κύριο λόγο, είναι αρμόδιες να ερμηνεύουν την εσωτερική νομοθεσία, το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν πρέπει να αμφισβητεί την εκτίμησή τους, παρά μόνο σε περίπτωση κατάφωρης παραβίασης αυτής της νομοθεσίας (Lavents κατά Λεττονίας, αρ. 58442/00, παρ. 114, 28 Νοεμβρίου 2002).
  5. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι ο ορισμός της δικασίμου έγινε κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 Β παρ. 8-1 του νόμου 1756/1988, με σκοπό την αποφυγή της παραγραφής ορισμένων αδικημάτων, βάσει αιτιολογημένου εγγράφου του εισαγγελέα. Τόσο το πλημμελειοδικείο, όσο και ο Άρειος Πάγος ενέκριναν αυτή την ενέργεια, έχοντας ως δεδομένες τις ημερομηνίες, κατά τις οποίες τα αδικήματα θα παρεγράφονται καθώς και τον άμεσο και πραγματικό κίνδυνο παραγραφής τους.
  6. Ως προς αυτό το παράπονο, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι εσωτερικές δικαστικές αρχές δεν έκαναν τίποτα άλλο παρά εφάρμοσαν το σχετικό εσωτερικό δίκαιο και δεν αντιλαμβάνεται καμία κατάφωρη παραβίαση αυτού του δικαιώματος, Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6, παρ.1 της Σύμβασης.
  7. Ως προς την αντικατάσταση του δικαστή από αναπληρωτή δικαστή την ημέρα της δικασίμου, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το τμήμα της φράσης "που έχει θεσπισθεί σύμφωνα με το νόμο" δεν αφορά μόνο τη νομική βάση της ίδιας της ύπαρξης του "δικαστηρίου", αλλά ακόμα και τη σύνθεση της έδρας σε κάθε υπόθεση (Buscarini κατά Σαν Μαρίνο (Δεκ.), αρ. 31657/96, 4 Μαΐου 2000).
  8. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η Ελληνική νομοθεσία απαιτεί τα πρακτικά της συνεδρίασης να αναφέρουν την αιτία για την οποία ένας δικαστής δεν μπόρεσε να παραστεί και ότι αυτή η αιτία πρέπει να είναι μία από τις τρεις που απαριθμούνται στο νόμο: ασθένεια, επιτακτικός προσωπικός λόγος, επιτακτικός υπηρεσιακός λόγος. Όμως, τα πρακτικά της συγκεκριμένης συνεδρίασης δεν ανέφεραν παρά ότι ο εν λόγω δικαστής "δεν ήταν σε θέση να παρευρεθεί". Ο Άρειος Πάγος απέρριψε το παράπονο του ενάγοντος ως προς αυτό το σημείο, εκτιμώντας ότι ο όρος "δεν ήταν σε θέση" παρέπεμπε απαραιτήτως σε μία εκ των προαναφερομένων αιτιών. Κατά το Δικαστήριο η έλλειψη αναλυτικών στοιχείων σχετικά με την αιτία του κωλύματος, αρκεί για να δημιουργήσει αμφιβολία ως προς τη διαφάνεια της διαδικασίας αντικατάστασης και τα πραγματικά αίτια που την προκάλεσαν.
  9. Μία τόσο ασαφής αιτιολόγηση περί του κωλύματος του δικαστή, ο οποίος όφειλε να βρίσκεται στην έδρα κατά τη δικάσιμο, προκειμένου να δικάσει εκ νέου τον ενάγοντα, αποτελεί ένα κατάφωρο έλλειμμα των διατάξεων του άρθρου 17, παρ. 7 α) του Κώδικα των Δικαστηρίων και της κατάστασης των δικαστικών υπαλλήλων, έτσι ώστε το Δικαστήριο δεν δύναται να κρίνει το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εμφανίσθηκε ο ενάγων την 28η Ιουνίου 2007, ως ένα "δικαστήριο που έχει θεσπισθεί σύμφωνα με το νόμο". Ως εκ τούτου, υπήρξε παράβαση του άρθρου 6, παρ.1, ως προς αυτό το σημείο". Από τις παραπάνω παραδοχές της αποφάσεως του ΕΔΔΑ, προκύπτει ότι το Δικαστήριο του ΕΔΔΑ δέχθηκε μεν ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, και δη παραβίαση της αρχής " του δικαστηρίου που έχει θεσπισθεί σύμφωνα με το νόμο", διότι η έλλειψη αναλυτικών στοιχείων στα πρακτικά της καταδικαστικής αποφάσεως, σχετικά με την αιτία του κωλύματος του αναπληρωθέντος δικαστή του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αρκεί για να δημιουργήσει αμφιβολία, ως προς τη διαφάνεια της διαδικασίας αντικατάστασης και τα πραγματικά αίτια που την προκάλεσαν, άρα δε μπορεί να κριθεί το δικάσαν Δικαστήριο "ως ένα Δικαστήριο που έχει θεσπισθεί σύμφωνα με το νόμο", ενώ δέχθηκε ταυτόχρονα, ότι δεν υπήρξε παραβίαση του ιδίου άρθρου 6 παρ.1, και δη της αρχής της αμεροληψίας, από την παραπάνω αντικανονική αντικατάσταση του κωλυομένου δικαστή, αφού καταλήγει η απόφαση στο συμπέρασμα (αρ.62) ότι "το Δικαστήριο εκτιμά ότι, ακόμα κι αν κρίνει τα διάφορα στοιχεία που θέτουν, κατά τον ενάγοντα, υπό αμφισβήτηση την αρχή της αμεροληψίας, κατά τρόπο αθροιστικό, δεν επιτρέπουν να εξάγουμε το συμπέρασμα ότι αυτός δικάστηκε, χωρίς την ύπαρξη αυτής της αρχής, την οποία εγγυάται το άρθρο 6 παρ.1". Ήτοι, η υπόθεση στο ΕΔΔΑ, ερευνήθηκε και από πλευράς αμεροληψίας των δικαστών του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που καταδίκασε τον προσφεύγοντα, από τη μη αναφορά της αιτίας αντικατάστασης του κωλυομένου τακτικού δικαστή από τον αναπληρωτή αυτού, σύμφωνα με τη γενόμενη κλήρωση των συνθέσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών και το Δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά ότι δεν παραβιάστηκε το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, η δε παραβίαση του ιδίου άρθρου που δέχθηκε ότι έγινε, γιατί δεν μπορεί να κρίνει το ΕΔΔΑ, λόγω ασαφούς αιτιολόγησης του κωλύματος του δικαστή, ότι πρόκειται για δικαστήριο που θεσπίστηκε σύμφωνα με το νόμο, αφορά τυπική παραβίαση και σαφώς δεν αφορά παραβίαση του προστατευόμενου από το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ δικαιώματος του κατηγορουμένου να δικασθεί υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, από αντικειμενικούς και αμερόληπτους δικαστές και ότι η παραπάνω τυπική παραβίαση του άρθρου 17 του ΚΟΔΚΔΛ, είχε αρνητική επίδραση στην κρίση των ποινικών δικαστών του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που τον καταδίκασαν για τις ανωτέρω παραβιάσεις του ν. 3632/
  10. Συνεπώς, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που έκρινεν ομοίως και με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αίτηση του αναιρεσείοντος για επανάληψη της διαδικασίας για τον προαναφερθέντα λόγο καταδίκης της Ελλάδος από το ΕΔΔΑ, με την αιτιολογία ότι δεν προκύπτει, ότι με την ανωτέρω παραβίαση του ιδίου άρθρου 6 που δέχθηκε το ΕΔΔΑ ότι έγινε, "γιατί δεν μπορεί να κρίνει, λόγω ασαφούς αιτιολόγησης του κωλύματος του δικαστή, ότι πρόκειται για δικαστήριο που θεσπίστηκε σύμφωνα με το νόμο", και, την οποία δεσμευτικά διαπίστωσε το ΕΔΔΑ, επηρέασε το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας και γενικά της ποινικής δίκης και ότι είχε αρνητική επίδραση στην ουσιαστική κρίση των ποινικών δικαστών που καταδίκασαν τον αναιρεσείοντα, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε( άρθρα 6 παρ.1, 46 ΕΣΔΑ και 525 ΚΠΔ). Επί πλέον η τυπική αυτή παραβίαση ως προς τον τρόπο αντικατάστασης του κωλυομένου δικαστή, από την αόριστη αναφορά του κωλύματος αντικαταστάσεως, είναι ήδη γεγονός τετελεσμένο, εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, που δεν αναιρέθηκε από τον Άρειο Πάγο, όταν έκρινε τον ίδιο λόγο αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αυτής αποφάσεως, για ακυρότητα της διαδικασίας λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, και η απόφαση αυτή δεν μπορεί να αναιρεθεί αναδρομικά. Κατ' ακολουθία τούτων η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 26/8-6-2012 αίτηση του Π. Κ. του Χ., για αναίρεση του με αριθμό 1360/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και επανάληψη της διαδικασίας. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα
(250)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου
  1. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.