← Ελλάδα

ΑΠ 1090/2008 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Πλαστογραφία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1090 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Πλαστογραφία. Περίληψη: Στοιχεία εγκλήματος πλαστογραφίας. Έννοια νοθεύσεως. Πότε η πλαστογραφία με τη μορφή της νοθεύσεως διαπράττεται και από τον ίδιο τον εκδότη του γνησίου εγγράφου. Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική για ηθική αυτουργία σε νόθευση εγγράφου απόφαση λόγω αντιφατικότητας μεταξύ των παραδοχών σκεπτικού και διατακτικού της ως προς τα φερόμενα ως νοθευθέντα στοιχεία του εγγράφου. Αναιρεί και παραπέμπει. Αριθμός 1090/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μιχαήλ Δέτση), Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη, Γεώργιο Χρυσικό και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Σταυριανάκη, περί αναιρέσεως της 21/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30.3.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 687/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η δε χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με τη μορφή της νοθεύσεως εγγράφου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η νόθευση εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιάς του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, εξάλειψη ή αντικατάσταση λέξεων, αριθμών ή σημείων του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες είναι δυνατόν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτον, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Υπό τη μορφή αυτή της νοθεύσεως, η πλαστογραφία διαπράττεται και από τον ίδιο τον εκδότη του γνησίου εγγράφου, όταν αυτός μεταβάλλει το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα, σε χρόνο κατά τον οποίο το έγγραφο είχε λάβει θέση, σύμφωνα με τον προορισμό του, σε κάποια έννομη σχέση ή άλλος απέκτησε δικαίωμα στη διατήρηση του αρχικού του κειμένου, υπό την προϋπόθεση, όμως, πάντοτε, ότι η νόθευση του εγγράφου έγινε με σκοπό την παραπλάνηση άλλου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Το έγγραφο στη διάταξη αυτή αναφέρεται με την έννοια που προσδιορίζει το άρθρο 13 περ. γ' ΠΚ, κατά το οποίο έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, ως τέτοιο δε γεγονός νοείται εκείνο, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως δημιουργεί η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ. Τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, υπάρχει και όταν κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που ανάγονται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, παρατηρείται ασάφεια ή αντίφαση, είτε μεταξύ των εκτιθεμένων στην αυτοτελή αιτιολογία της αποφάσεως, είτε μεταξύ αυτών και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό της αποφάσεως, εφόσον τα τελευταία και εκείνα της αυτοτελούς αιτιολογίας αποτελούν παραδοχές της αποφάσεως, στις οποίες στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 21/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που δίκασε κατ' έφεση, ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία μετά χρήσεως διότι: "Στην ....., την 28.3.2001, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να νοθεύσει ο τελευταίος έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, και εν συνεχεία να κάνει χρήση του εγγράφου αυτού, πράγμα που ο τελευταίος έκανε. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, με προς τούτο θέληση και σκοπό και γνωρίζοντας ότι έτσι τόσον αυτός όσον και άλλος διαπράττει τις αξιόποινες αυτές πράξεις, αφού έλαβε από την Ληξίαρχο του Δήμου Κορινθίας το από ...... Ιατρικό Πιστοποιητικό Θανάτου - το οποίο είχε ο ίδιος εκδώσει προς πιστοποίηση του θανάτου του αβάπτιστου θήλεος νεογνού ....... και το οποίο είχε υποβληθεί στην ανωτέρω Ληξίαρχο, για την σύνταξη της αντίστοιχης Ληξιαρχικής Πράξης θανάτου, από τον πατέρα του νεογνού, Γ1, έδωσε σχετική εντολή στον υπάλληλό του Ζ1 και αυτός με προς τούτο θέληση και σκοπό και γνωρίζοντας ότι διαπράττει την αξιόποινη αυτή πράξη, προέβη στην αλλοίωση του περιεχομένου του εγγράφου αυτού, διορθώνοντας την αναγεγραμμένη επ' αυτού ώρα θανάτου από "18.33" σε "18.30" και του αναγεγραμμένου ως χρόνο ζωής του νεογνού από "03" λεπτά της ώρας σε "00" λεπτά, έτσι ώστε να εμφαίνεται στο εν λόγω πιστοποιητικά ότι η ώρα γέννησης (18.30) συμπίπτει με τον χρόνο θανάτου. Ακολούθως επίσης με προς τούτο θέληση και σκοπό και γνωρίζοντας ότι διαπράττει την αξιόποινη αυτή πράξη, έδωσε σχετική εντολή στον ανωτέρω υπάλληλό του και εκείνος, ομοίως με προς τούτο σκοπό και γνωρίζοντας ότι διαπράττει την αξιόποινη αυτή πράξη, το ανωτέρω νοθευμένο έγγραφο επανυπέβαλε στον Ληξίαρχο του Δήμου Κορινθίων με σκοπό να παραπλανήσει αυτόν ως προς τον αληθινό χρόνο θανάτου του τέκνου και να πετύχει έτσι να βεβαιωθεί στην αντίστοιχη Ληξιαρχική Πράξη Γεννήσεως και Θανάτου ότι το νεογνό γεννήθηκε νεκρό, ήτοι γεγονός το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες". Στο σκεπτικό της αποφάσεως, αφού αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το Δικαστήριο, εκτίθενται τα εξής, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά: "Στις 27.3.2001 και περί ώρα 15.00' προσήλθε στη μαιευτική κλινική του κατηγορουμένου ιατρού μαιευτήρος γυναικολόγου που αυτός διατηρούσε και λειτουργούσε στην......., η έγκυος και επίτοκος ........ Περί ώρα 18.10' έως 18.15' και ενώ είχε αρχίσει φυσιολογικώς η διαδικασία εξωθήσεως από το μητρικό σώμα του υπό της εγκύου αυτής κυοφορούμενου, η τελευταία ενεφάνισε έντονο βήχα με μικρή αιμόπτυση με αποτέλεσμα περί ώρα 1.15' έως 1.30' της επομένης ημέρας να αποβιώσει στην μονάδα εντατικής θεραπείας του νοσοκομείου ΙΑΣΩ των Αθηνών, όπου εν τω μεταξύ μεταφέρθηκε. Πριν όμως γίνει τούτο (μεταφορά της ανωτέρω εγκύου στο ως άνω νοσοκομείο) και ενώ αυτή ευρίσκετο στην ως άνω κλινική του κατηγορουμένου και είχε κατά τα εκτεθέντα αρχίσει, η διαδικασία του τοκετού και εμφανίσει τα ανωτέρω συμπτώματα, ο κατηγορούμενος και οι προς βοήθεια αυτού κληθέντες και προσδραμόντες ιατρός γυναικολόγος Β1 και παιδίατρος ......., κρίναντες ότι τούτο ενδείκνυται, συνέχισαν την διαδικασία του τοκετού και περί ώρα 18.30' γεννήθηκε ζων το κυοφορούμενο, το οποίο όμως ενεφάνιζε μειωμένους σφυγμούς και εκτεταμένη εισρόφηση αμνιακού υγρού στους πνεύμονες, γεγονός που είχε ως συνέπεια μετά τρίλεπτο και δη στις 18.33' της αυτής ως άνω ημέρας ...... εκ της ανωτέρω αιτίας το νεογνό αυτό να αποβιώσει. Ότι γεννήθηκε ζων το ως άνω κυοφορούμενο και έζησε τρία

(3)λεπτά αποδεικνύεται από την επ' ακροατηρίου του δικαστηρίου τούτου κατάθεση του αυτόπτη κατά τα εκτεθέντα μάρτυρα και συνδραμόντος στον τοκετό μαιευτήρα - γυναικολόγου Β1 και την επίσης επ' ακροατηρίου του δικαστηρίου τούτου απολογία του κατηγορουμένου, που αδιστάκτως ομολογεί και παραδέχεται τούτο. Μετά τούτο και ως είχε νομική υποχρέωση, έδωσε εντολή στον υπάλληλο του λογιστηρίου της εν λόγω κλινικής του Ζ1, ως αρμόδιο προς τούτο, να συντάξει και να παραδώσει στον Γ1 για να υποβάλει ο τελευταίος στον αρμόδιο ληξίαρχο του Δήμου Κορινθίων προς σύνταξη της σχετικής ληξιαρχικής πράξεως, το μεν την σχετική δήλωση γεννήσεως του εν λόγω νεογνού αναγράφοντας ως ώρα, γεννήσεως του την 18.30', το δε το επίσης σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου αναγράφοντας μεταξύ άλλων ως ημερομηνία γεννήσεως την ...... και ως ώρα θανάτου την 18.30", με τις επί πλέον ενδείξεις "κορίτσι νεκρό" και "διάρκεια ζωής 00,03'". Ότι συνετάγησαν υπό το εκτεθέν, κατά τις ανωτέρω ενδείξεις, περιεχόμενο τα, σημειωτέον ενταύθα και παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον κατηγορούμενο, όντα, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ, πρόσφορα να αποδείξουν τα έχοντα έννομη συνέπεια γεγονότα της γεννήσεως νεκρού ή ζώντος του ανθρώπου και της διάρκειας της μετά τον τοκετό ζωής του, έγγραφα αυτά, αποδεικνύεται από την επ' ακροατηρίου του δικαστηρίου τούτου κατάθεση της μάρτυρος και αρμοδίας υπαλλήλου του ληξιαρχείου Κορίνθου Στυλιανής Τσολάκη - Γιαννόπουλου, η οποία υπό την ανωτέρω ιδιότητά της παρέλαβε τα έγγραφα αυτά, για να συντάξει την σχετική ληξιαρχική πράξη, ως όντα απαραίτητα προς τούτο. Διότι όμως η υπάλληλος αυτή διαπίστωσε ότι υπήρχε αντίφαση ως προς τον χρόνο γεννήσεως του εν λόγω νεογνού, του χρόνου που έζησε και του χρόνου θανάτου του, αφού ενεφανίζετο ότι, καίτοι γεννήθηκε νεκρό στις 18.33', εν τούτοις έζησε τρία
(3)λεπτά της ώρας, απέστειλε τα έγγραφα αυτά στον κατηγορούμενο, ώστε να διευκρινισθεί τι ακριβώς είχε γίνει. Μετά τούτο ο τελευταίος έδωσε εντολή στον ως άνω υπάλληλό του Ζ1 και ο τελευταίος, ενεργώντας υπό τις οδηγίες και εντολές του πρώτου, διόρθωσε στο ανωτέρω πιστοποιητικό θανάτου τον χρόνο ζωής του νεογνού από τρία
(3)λεπτά, που ήταν το ορθό, σε μηδέν
(0)λεπτά, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται ψευδώς ότι το εν λόγω νεογνό είχε γεννηθεί στις 18.30' νεκρό και όχι ζωντανό, που ήταν το αληθές, και εν συνεχεία απέστειλε το έγγραφο αυτό στον ανωτέρω ληξίαρχο για να συνταχθεί η σχετική ληξιαρχική πράξη, η οποία έχει έννομες συνέπειες ως αποδεικτικό του ότι το εν λόγω νεογνό τέχθηκε ζων ή τεθνεός και εντεύθεν γεννώνται ή όχι κληρονομικά δικαιώματα και υφίστανται ή όχι νόμιμοι κληρονόμοι του. Ότι ο κατηγορούμενος έδωσε τις ανωτέρω εντολές αλλοιώσεως των εν λόγω γεγονότων στο ανωτέρω ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου του προαναφερομένου νεογνού και αποστολής αυτού στο ως άνω ληξίαρχο προς τον ρηθέντα σκοπό, αποδεικνύεται από την από 25-8-2003 προανακριτική ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κορίνθου κατάθεση του Ζ1, ο οποίος ρητώς και ευθέως καταθέτει καταφατικώς περί τούτων, η οποία (κατάθεση αυτή) δεν αναιρείται από άλλα αποδεικτικά μέσα, ουδέ από τις επ' ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και του δικαστηρίου τούτου καταθέσεις αυτού, αφού, ενόψει του εγκεφαλικού επεισοδίου, που ο ίδιος επικαλείται ότι υπέστη δύο μήνες μετά τον επίδικο κρίσιμο χρόνο, ήτοι περί το τέλος Μαΐου 2001, και της έκτοτε απώλειας της μνήμης του, πειστική και ανταποκρινόμενη στο πράγματι γενόμενο είναι η εγγύτερη προς τον ως άνω χρόνο κατάθεσή του και όχι οι επ' ακροατηρίου ως άνω τοιαύτες. Επομένως, υπό τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος με προς τούτο θέληση και γνωρίζοντας ότι διαπράττει την αξιόποινη αυτή πράξη όντας προϊστάμενος του ως άνω υπαλλήλου έδωσε εντολή σ' αυτόν, το μεν να προβεί στην ανωτέρω νόθευση του προαναφερομένου εγγράφου ως προς το περιστατικό της γεννήσεως του εν λόγω νεογνού ως νεκρού και όχι ζώντος όπως ήταν το αληθές, σκοπεύοντας έτσι να παραπλανήσει με την χρήση του τον αρμόδιο ληξίαρχο Κορίνθου και να συντάξει ο τελευταίος την σχετική ληξιαρχική πράξη θανάτου του (νεογνού αυτού) υπό το ψευδές γεγονός ότι ετέχθη νεκρό και όχι ζων όπως ήταν το αληθές, το δε, προς τον ίδιο σκοπό, να αποστείλει το έγγραφο αυτό στην ανωτέρω ληξίαρχο, προκειμένου κατά τα εκτεθέντα να συνταχθεί η σχετική ληξιαρχική πράξη υπό το εκτεθέν κατά το γεγονός της γεννήσεως του νεογνού ζώντος ή νεκρού. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι τελούσε σε συγγνωστή πλάνη, συνισταμένη στο ότι έδωσε εντολή νοθεύσεως κατά τα εκτεθέντα του εν λόγω πιστοποιητικού θανάτου του νεογνού για τον λόγο ότι η ανωτέρω δημοτική υπάλληλος του Ληξιαρχείου Κορίνθου Στυλιανή Τσολάκη - Γιαννόπουλου, το ζήτησε, δεν αποδεικνύεται ως ουσία βάσιμος, γιατί όπως η ανωτέρω υπάλληλος κατέθεσε επ' ακροατηρίου αυτή δεν ζήτησε την διόρθωση, αλλά την διευκρίνιση ενόψει της κατά τα εκτεθέντα αντιφάσεως που ενεφανίζετο. Ορθώς και νομίμως επομένως αυτός πράττων και γνωρίζοντας υπό την ανωτέρω ιδιότητά του και αρμοδιότητά του για την σύνταξη των σχετικών πιστοποιητικών τις υποχρεώσεις του, περί των οποίων άλλωστε δεν επικαλέσθηκε άγνοια, μπορούσε να διορθώσει τα ανωτέρω στοιχεία στο ορθό, ήτοι ότι το εν λόγω νεογνό γεννήθηκε ζων στις 18.30', έζησε τρία
(3)λεπτά και απεβίωσε στις 18.33', όπως και πράγματι εγένετο και όχι, σκοπεύοντας να παραπλανήσει την εν λόγω υπάλληλο αλλά και τους άλλους που είχαν έννομο συμφέρον, να εμφανίσει αυτό ως τεχθέν νεκρό. Επομένως, υπό τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος τέλεσε κατά την υποκειμενική και αντικειμενική της υπόσταση την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην υπό του ανωτέρω μάρτυρος πλαστογραφία μετά χρήσεως, υπό την μορφή της νοθεύσεως, του προαναφερομένου πιστοποιητικού θανάτου του εν λόγω νεογνού, και επομένως επιτρεπτής ούσης της μεταβολής της κατηγορίας, καθ' όσον αφορά το είδος της συμμετοχής στο αδίκημα του κατηγορουμένου, και συνεπώς πρέπει αυτός κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από αυτουργός πλαστογραφίας μετά χρήσεως να κηρυχθεί ένοχος ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία μετά χρήσεως (ΠΚ 1, 14, 16, 18, 26 παρ. Ι' εδ. α', 27 παρ. 2, εδ. β', 46 παρ.1 εδ. α', 53, 216 παρ. Ι, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό". Από τις παραδοχές αυτές σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως προκύπτει αντίφαση που στερεί την απόφαση της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Συγκεκριμένα, ενώ στο σκεπτικό γίνεται δεκτό ότι στο πιστοποιητικό θανάτου, κατά την αρχική του διατύπωση, το νεογνό φέρεται ότι πέθανε την 18.30' ώρα της ....., αφού έζησε 3 λεπτά της ώρας, δηλαδή φέρεται ότι γεννήθηκε ζων την 18.30' ώρα, στο διατακτικό ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος διότι έδωσε εντολή διορθώσεως της επί του πιστοποιητικού αυτού αναγεγραμμένης ώρας θανάτου από 18.33' σε 18.30' και του επ' αυτού αναγεγραμμένου ως χρόνου ζωής του νεογνού από 3 λεπτά της ώρας σε μηδέν λεπτά, αντίφαση η οποία επιτείνεται από την περαιτέρω παραδοχή στο σκεπτικό ότι η ληξίαρχος, στην οποία υποβλήθηκε το εν λόγω πιστοποιητικό, διαπίστωσε αντίφαση μεταξύ του χρόνου γεννήσεως και του χρόνου θανάτου του νεογνού από το γεγονός ότι αυτό ενεφανίζετο ότι "γεννήθηκε νεκρό στις 18.33' και εν τούτοις έζησε 3 λεπτά της ώρας". Επομένως, είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και για την ανωτέρω πλημμέλειά της και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών μερικωτέρων αιτιάσεων του ίδιου (μοναδικού) λόγου αναιρέσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 21/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Απριλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.