← Ελλάδα

ΑΠ 1091/2015 — Αναιρέσεως προθεσμία άσκησης

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1091 / 2015 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως προθεσμία άσκησης. Περίληψη: Ποινική Δικονομία. Απόρριψη εφέσεως ως εκπρόθεσμης. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη αιτιολογίας. Αναφέρεται στην απόφαση η χρονολογία επιδόσεως της αποφάσεως, το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως κλπ. Ο αναιρεσείων επικαλείται με την έφεση ότι ήταν γνωστής διαμονής χωρίς να διευκρινίζει ποια ήταν η γνωστή διεύθυνση του. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 1091/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Καπελούζο, Πάνο Πετρόπουλο και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Παπανδρέου, για αναίρεση της υπ’ αριθ.52522/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 281/2015. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση των ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Τέλος, κατά τις διατάξεις, του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναίρεσης, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ,Ι στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και το χρόνο ασκήσεως της έφεσης, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (Ολ.ΑΠ 6/1994 και 4/1995). Σε περίπτωση, όμως, που με την έφεση αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, που συνεπάγεται αδυναμία γνώσης της επίδοσης, και προβάλλεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απορριπτική απόφαση σχετική αιτιολογία, αλλιώς ιδρύεται ο ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση και επί των οποίων, εφόσον προβάλλονται, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην απορριπτική της εφέσεως απόφαση πλήρη αιτιολογία, είναι και ότι η επίδοση ως αγνώστου διαμονής έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση γίνεται, ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α’ προσώπων, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η ως άνω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Τόπος δε κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ’ αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Κατ’ ορθή ερμηνεία των διατάξεων αυτών, του ΚΠΔ, εάν ο κατηγορούμενος δεν έχει δηλώσει διεύθυνση κατοικίας κατά το άρθρο 273 του ΚΠΔ, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άγνωστης διαμονής, από μόνο το γεγονός ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε, διότι, διαφορετικά, ενδέχεται η γνωστοποιηθείσα από το μηνυτή διεύθυνση της κατοικίας του κατηγορουμένου να είναι εσφαλμένη, με συνέπεια ο τελευταίος να αγνοεί την σε βάρος του ποινική διαδικασία, η οποία έτσι διεξάγεται ερήμην του, κατά παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης που θεσπίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, περιεχόμενο της οποίας είναι, η διασφάλιση της ακώλυτης πρόσβασης στο δικαστήριο και της επαρκούς δικαστικής ακρόασης. Τα παραπάνω ισχύουν και όταν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ’ αυτήν, και, σε περίπτωση μεταβολής της κατοικίας του, αυτός δεν έχει δηλώσει στην Εισαγγελική Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο τη νέα διεύθυνση της κατοικίας του. Δηλαδή και στην τελευταία περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άγνωστης διαμονής από μόνο το γεγονός ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε. Συνακόλουθα, εφόσον με την έφεση του κατηγορουμένου προβάλλεται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ο ισχυρισμός ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης της απόφασης ήταν γνωστής διαμονής, αφού διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση διαφορετική από εκείνη στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε, και ως εκ τούτου η επίδοση της απόφασης ως άγνωστης διαμονής είναι άκυρη, το Εφετείο έχει την υποχρέωση να ερευνήσει κατ’ ουσία τον εν λόγω ισχυρισμό, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας όλα τα προσκομιζόμενα από τον κατηγορούμενο στοιχεία (έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων κ.λ.π.) από τα οποία προκύπτει η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνση του κατηγορουμένου και να μη βασισθεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως της απόφασης. ( Ολ.Α.Π. 2/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, με την υπ’ αριθμό 107593/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάσθηκε, πρωτοδίκως, ερήμην, σε ποινή φυλάκισης οκτώ

(8)μηνών για παράβαση του Ν. περί επιταγής. Κατά της παραπάνω απόφασης ο κατηγορούμενος άσκησε την υπ’ αριθμό 5920/28-5-2014 έφεση, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, η 12-12-2014. Κατά τη δικάσιμο αυτή ο κατηγορούμενος ήταν απών, εκπροσωπήθηκε, από την πληρεξούσια δικηγόρο του, Ευαγγελία Παπανδρέου και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμό 52522/2014, απόφαση του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της, η παραπάνω υπ’ αριθμό 5920/2014 έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά της υπ’ αριθμό 107593/2006 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με την παραπάνω έφεσή του, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του ισχυρίσθηκε επί λέξει, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, "δήλωσε δε ότι την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως διότι του επεδόθη ως αγνώστου διαμονής ενώ ήταν γνωστής διαμονής". Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως αιτιολογία για την απόρριψη της έφεσης αυτής δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε με την υπ’ αριθμ.107593/2006 ερήμην απόφαση του Α’ Αυτοφ.Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία και επιδόθηκε σ’ αυτόν ως αγνώστου διαμονής την 11/5/2009, όπως αποδεικνύεται από το από ίδια ημερομηνία αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα του Α.Τ.... Α. Ι.. Έκτοτε δε και μέχρι την άσκηση της υπό κρίση έφεσης του κατά της ανωτέρω απόφασης, η οποία ασκήθηκε με την υπ’ αριθμ.5920/28-5-2014 έκθεση έφεσης, παρήλθε η νόμιμη προθεσμία των 30 ημερών προς άσκηση αυτής. Δε αποδείχθηκε δε ότι αυτός κατά τον κρίσιμο χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης είχε γνωστή σε οποιαδήποτε αρχή διαμονή διαφορετική από εκείνη στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε (οδός ..., Αγ.Παρασκευή), ούτε άλλωστε αναφέρει στην έκθεση εφέσεως, συγκεκριμένη διεύθυνση διαμονής κατά τον ως άνω χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης. Κατόπιν τούτων η έφεσή του ασκήθηκε εκπρόθεσμα και πρέπει να απορριφθεί". Η αιτιολογία αυτή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ’ αριθμό 107593/2006 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, σύμφωνα και με όσα στην εν αρχή νομική σκέψη αναφέρθηκαν, αφού σ’ αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν, ως αναγκαία, για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επίδοσης της εκκαλούμενης υπ’ αριθμό 107593/2006 καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών και διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσής της (11-5-2000), το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση αυτή (του Αρχιφύλακα του Α.Τ. ... Α. Ι.), καθώς και το χρόνο άσκησης της έφεσης (28-5-2014). Βέβαια με την έκθεση εφέσεως, ο εκκαλών κατηγορούμενος, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, ισχυρίσθηκε ότι την άσκησε εκπρόθεσμα διότι η προσβαλλομένη απόφαση του επιδόθηκε, κατά πιστή αντιγραφή από το Εφετήριο, "ως αγνώστου διαμονής ενώ ήταν γνωστής διαμονής". Ο ανωτέρω όμως ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ο οποίος στρέφεται κατά του κύρους της επιδόσεως, είναι αόριστος, εφόσον ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ποια ήταν η γνωστή διεύθυνση της κατοικίας του κατά το χρόνο επίδοσης, δεν επικαλέστηκε δηλαδή ότι είχε γνωστή διαμονή σε συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση, μη αρκούσης της αναφοράς ότι "ήταν γνωστής διαμονής". Ως εκ τούτου, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του ισχυρισμού αυτού. Η μεταγενέστερη, και δη με το αναιρετήριο, προβολή το πρώτον του ισχυρισμού ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν άγνωστης διαμονής στην οδό που φέρεται να αναζητήθηκε και δεν ανευρέθηκε ήτοι στην οδό ... στην Αγία Παρασκευή, αλλά γνωστής διαμονής, αφού διέμενε κατά τον χρόνο επίδοσης στην οδό αυτή, είναι απαράδεκτη αφού ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να διαλαμβάνεται στην έκθεση Εφέσεως. Ανεξάρτητα όμως από την αοριστία του παραπάνω ισχυρισμού, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ενώ εμφανίστηκε στο δικαστήριο η συνήγορος του κατηγορούμενου-αναιρεσείοντα, Παπανδρέου Ευαγγελία και τον εκπροσώπησε, εν τούτοις, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, αρκέστηκε να επικαλεστεί ότι ο κατηγορούμενος δεν έλαβε ποτέ γνώση και η επίδοση έγινε ως άγνωστης διαμονής, χωρίς όμως και πάλι να εξειδικεύσει τη γνωστή διαμονή του, και χωρίς να προσκομίσει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, μάρτυρα ή έγγραφο, για την απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού, περί ακυρότητας της επίδοσης, λόγω του ότι αυτή έγινε ως άγνωστης διαμονής ενώ ήταν γνωστής, και συνεπώς το δικαστήριο, δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην προσβαλλομένη απόφασή του, αιτιολογία περί του ισχυρισμού του αυτού, σύμφωνα και με όσα στην εν αρχή νομική σκέψη αναφέρθηκαν και η ανωτέρω παρατεθείσα αιτιολογία είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ σχετικός λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ΚΠΔ όπου ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι εάν η υπόθεση που αναφέρεται σε ορισμένο έγκλημα πέρασε και από τους δύο βαθμούς ουσιαστικής κρίσεως, με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και κάθε λόγος αναιρέσεως που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση είναι απαράδεκτος. Συνεπώς οι εκ του άρθρου 510 Παρ.1 Α’ και Η’ , κατ’ εκτίμηση, λόγοι αναίρεσης, που αναφέρονται σε σφάλματα της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ήτοι στο ότι καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, καίτοι η έγκληση ήταν εκπρόθεσμη και στο ότι στο κλητήριο θέσπισμα και στην απόφαση δεν αναφέρεται η σχετική ποινική διάταξη είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον, κατά τα εκτεθέντα, η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ήταν εκκλητή όπως απαγγέλθηκε, κατά το άρθρο 489 παρ. 1 εδ. β του ΚΠΔ., και συνεπώς οποιαδήποτε ακυρότητα της αποφάσεως αυτής καλύφθηκε με την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία και μόνο προσβάλλεται με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως για τις δικές της μόνο παραλείψεις και πλημμέλειες. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-2-2015 υπ’ αριθμό 15/2015 αίτηση του Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 52522/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα
(250)Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.