← Ελλάδα

ΑΠ 1094/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Εξακολουθούν έγκλημα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1094 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Εξακολουθούν έγκλημα. Περίληψη: Καταδίκη του αναιρεσείοντος για: α΄) Πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση και β΄) απάτη κατ' εξακολούθηση. Το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 και 386 παρ. 1 ΠΚ. Όχι υποχρέωση απαντήσεως σε αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς και συνεπώς είναι απορριπτέοι οι σχετικοί περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄, Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτει. Αριθμός 1094/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5.12.2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Ευθυμιάδη, περί αναιρέσεως της 275/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αρτέμιο Κυριαζή. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6.3.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 452.2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος η άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών' και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος, και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως η χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν η το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων , αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή, και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία μεταβίβαση, ή κατάργηση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ίδιου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο που μπορεί να χρησιμεύσει συνήθως για τέτοιους σκοπούς ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους η με χρηματική ποινή". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αντικείμενο του εν λόγω εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού μπορεί να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (άρθρο 13 εδ. γ' ΠΚ), που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών, όπως είναι, μεταξύ άλλων, και βεβαιώσεις σπουδών ή πιστοποιητικά που αναφέρονται στην οικογενειακή κατάσταση, την υγεία, τα προσόντα ή τις ιδιότητες προσώπων, πρέπει δε ο σκοπός του δράστη να στοχεύει στο να διευκολύνει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ή μαρτυρικού την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού ή άλλου, δηλαδή να έχει κάποια ωφέλεια αυτός ή άλλος σχετικά με τις συγκεκριμένες βιοτικές ανάγκες, χωρίς, όμως, εντεύθεν να βλάπτεται άλλος ευθέως στις έννομες σχέσεις του, και όχι στο να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οπότε έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 275/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην ... και στους παρακάτω αναφερομένους χρόνους, ο κατηγορούμενος με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, κατάρτισε πλαστά έγγραφα και ακολούθως έκανε χρήση των εγγράφων αυτών. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε συνάψει με την ασφαλιστική εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ ΑΕ" σύμβαση πρακτορεύσεως που ίσχυε μέχρι της 25.2.1999, οπότε λύθηκε με καταγγελία εκ μέρους της εταιρείας α) στις 6-4-1999 κατήρτισε, χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικό υπολογιστή, το ειδικό σήμα ασφάλισης αυτοκινήτων της "ΦΟΙΝΙΞ ΑΕ", με αριθμό ..., με το οποίο φαινόταν ότι το υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητο, στο όνομα AA, ήταν ασφαλισμένο στην ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία, ενώ με το γνήσιο σήμα με τον ίδιο αριθμό είναι ασφαλισμένο το υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητο στο όνομα BB, και β) στις 15.2.1999, με τον ίδιο πιο πάνω τρόπο, κατήρτισε το ειδικό σήμα της πιο πάνω εταιρείας, με αριθμό ..., στο οποίο φέρεται ότι είναι ασφαλισμένο το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο στο όνομα ΓΓ, ενώ με το γνήσιο σήμα που φέρει το ίδιο αριθμό είναι ασφαλισμένο το υπ' αριθμ. ... ΕΙΧ αυτοκίνητο στο όνομα ΔΔ. Στις πράξεις αυτές προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό να παραπλανήσει τους πιο πάνω ασφαλισμένους, ότι δήθεν τα σήματα αυτά ασφάλισης, που τους παρέδωσε είναι γνήσια και ότι τα οχήματά τους είναι ασφαλισμένα στην προαναφερθείσα εταιρεία, γεγονός που η τελευταία αγνοούσε. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος έκανε χρήση των πλαστών αυτών ειδικών σημάτων, παραδίδοντας αυτά στους φερόμενους ασφαλισμένους κατά τις ανωτέρω χρονολογίες, εισπράττοντας τα ανάλογα ασφάλιστρα και συγκεκριμένα από τον ΑΑ 80.885 δρχ. και από τον ΓΓ 54.696 δρχ. Συνεπώς, πρέπει ο κατηγορούμενος για τις ανωτέρω πράξεις να κηρυχθεί ένοχος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στον παραπάνω τόπο, κατά την 15/2/1999 και 6/4/1999, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος παρέστησε ψευδώς στον ΓΓ και στον ΑΑ, αντίστοιχα, ότι είχε ασφαλίσει τα οχήματά τους στην ασφαλιστική εταιρεία ΦΟΙΝΙΞ ΑΕ με έγκυρη σύμβαση ασφαλίσεως και, παραδίδοντας σ' αυτούς τα ανωτέρω πλαστά ειδικά σήματα, τους έπεισε να του καταβάλουν τα ποσά που αντιστοιχούσαν στα ασφάλιστρα και ανέρχονταν σε δραχμές 54.696 και 80.885, αντίστοιχα, και συνολικά σε 135.581 δρχ. Έτσι, παραπλανώντας αυτούς, εισέπραξε το εν λόγω ποσό των 135.581 δρχ., ζημιώνοντας αντιστοίχως την ασφαλιστική εταιρεία και το οποίο βέβαια δεν της κατέβαλε, αφού ήταν τα ως άνω ειδικά σήματα πλαστά. Συνεπώς, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των ανωτέρω πράξεων κατ' εξακολούθηση". Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, X του ότι: "Α) Στην ... και κατά τους παρακάτω αναφερομένους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Ακολούθως έκανε και χρήση των εγγράφων αυτών. Συγκεκριμένα: α) Στις 6/4/99 κατήρτισε το ειδικό σήμα ασφάλισης αυτοκινήτων της ασφαλιστικής εταιρείας ΦΟΙΝΙΞ με αριθμό ..., με το οποίο φαίνεται ότι είναι ασφαλισμένο το ... αυτοκίνητο στο όνομα ΑΑ, ενώ το γνήσιο με τον ίδιο αριθμό είναι ασφαλισμένο το υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητο στο όνομα ΒΒ, β) Στις 15/2/99 κατήρτισε το ειδικό σήμα της άνω εταιρείας με αριθμό ..., στο οποίο φέρεται ασφαλισμένο το υπ' αριθμ. ... ΕΙΧ αυτοκίνητο στο όνομα ΓΓ, ενώ το γνήσιο που φέρει τον ίδιο αριθμό είναι ασφαλισμένο το υπ' αριθμ. ... ΕIX αυτοκίνητο στο όνομα ΔΔ. Και όλα τα ανωτέρω έπραξε εν γνώσει του και εν αγνοία και χωρίς τη βούληση της εκδότριας εταιρίας, με σκοπό να παραπλανήσει τους ανωτέρω ασφαλισμένους ότι δήθεν τα ειδικά σήματα ασφάλισης είναι γνήσια, γεγονότα που έχουν έννομες συνέπειες σε βάρος της ασφαλιστικής εταιρείας ΦΟΙΝΙΞ. Ακολούθως έκανε και χρήση των εγγράφων αυτών, παραδίδοντας κατά τις ανωτέρω χρονολογίες τα πλαστά ειδικά σήματα στα ανωτέρω ασφαλιζόμενα πρόσωπα. Και στους άνω τόπο και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, και ειδικότερα στις 6/4/99 και στις 15/2/99 παρέστησε ψευδώς στα αναγραφόμενα στα πλαστά ειδικά σήματα πρόσωπα, ότι τους είχε ασφαλίσει τα ανωτέρω περιγραφόμενα οχήματά τους στην ασφαλιστική εταιρεία ΦΟΙΝΙΞ, παραδίδοντας σ' αυτούς τα ανωτέρω πλαστά ειδικά σήματα και έτσι τους έπεισε να του καταβάλουν το ποσό που αντιστοιχούσε ως ασφάλιστρο, με σκοπό να τους παραπλανήσει και να λάβει το αντίστοιχο χρηματικό ποσό ασφαλίστρων των οχημάτων που ανέρχεται στο ποσό των 135.581 δρχ. (ήτοι 54.696 δρχ. για το πρώτο όχημα και 80885 δρχ. για το όχημα του ΑΑ), ενώ η αλήθεια ήταν ότι τα ειδικά σήματα ήταν πλαστά και το ποσό που αντιστοιχούσε στα ασφάλιστρα δεν καταβλήθηκε στην εταιρεία ΦΟΙΝΙΞ και όλα τα ανωτέρω έπραξε με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας της μηνυτρίας εταιρείας ΦΟΙΝΙΞ, που ζημιώθηκε κατά το εν λόγω χρηματικό ποσό". Στη συνέχεια δε, το Δικαστήριο της ουσίας, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' ΠΚ, του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά

(7)μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1 και 386 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω, σε σχέση με τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, λεκτέα τα εξής: α) αφού, κατά τα δεκτά γενόμενα από την απόφαση πραγματικά περιστατικά, με την κατάρτιση των αναφερομένων πλαστών ειδικών σημάτων ασφαλίσεως αυτοκινήτων της ασφαλιστικής εταιρείας "ΦΟΙΝΙΞ ΑΕ" και τη χρήση τους στη συνέχεια με την παράδοσή τους στους ανωτέρω ασφαλισμένους, σκόπευε ο αναιρεσείων να παραπλανήσει τους τελευταίους ότι δήθεν τα εν λόγω ειδικά σήματα ήταν γνήσια, γεγονός που είχε έννομες συνέπειες εις βάρος της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας, σκοπός ο οποίος βέβαια δεν εμπίπτει στα διαγραφόμενα από το άρθρο 217 ΠΚ πλαίσια της άμεσης συντηρήσεως, της κινήσεως και της κοινωνικής προόδου του αναιρεσείοντος, εφαρμοστέα ήταν η διάταξη του άρθρου 216 και όχι του άρθρου 217 ΠΚ, και από τα μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα από την περικοπή της "... από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά ...", προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, άρα και τα αναφερόμενα στα πρακτικά με τους αριθμούς 3, 4 και 9 (αναγνωσθέντα) έγγραφα, ήτοι την "καταγγελία συμβάσεως ΦΟΙΝΙΚΑ με ημερομηνία 18.1.99", την "από 15.7.99 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα ΑΑ" και το "φωτοαντίγραφο έκθεσης επίδοσης με ημερομηνία 25.2.1999 της "ΦΟΙΝΙΞ" κλπ κατά X", αντίστοιχα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων κατέθεσε δια του συνηγόρου του, προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, "αίτηση - δήλωση", που ανέπτυξε και προφορικώς και με την οποία προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό της παραγραφής των μερικοτέρων πράξεων της πλαστογραφίας και της απάτης κατ' εξακολούθηση, που φέρονταν ότι τελέσθηκαν στις 5.1.1999 και 28.12.1998, τον οποίο (ισχυρισμό) δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως και κατ' ουσίαν βάσιμο και στη συνέχεια έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, την ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για τις εν λόγω μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίας και της απάτης, ενώ κατά τα λοιπά οι περιεχόμενοι στην ειρημένη "αίτηση - δήλωση" του κατηγορουμένου ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς αλλά αρνητικοί της άνω κατηγορίας και κατά συνέπεια το Δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούτο να απαντήσει σε αυτούς τους ισχυρισμούς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, εντεύθεν δε είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β', Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ακροάσεως, β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και γ) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές δε, στην κρινόμενη αίτηση διαλαμβανόμενες, αιτιάσεις πλήττουν υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6 Μαρτίου 2007 (υπ' αριθ. πρωτ. 543/7.3.2007) αίτηση του X για αναίρεση της υπ' αριθ. 275/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα α) στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ, και β) στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας, εκ πεντακοσίων
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου
  1. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣΟ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.