Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1095 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως. Περίληψη: Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι. Απαράδεκτη αναίρεση. ΑΡΙΘΜΟΣ 1095/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1.4.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 94/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ
- Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαϊου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1271/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 52/5.2.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 10-5-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ' αριθμ. 94/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης, εκθέτω τα εξής: Εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 474 §2, 476 §1, 484 §1 και 510 §1 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεων ή βουλευμάτων είναι οι περιεχόμενοι σ' αυτή λόγοι αναιρέσεως να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Άλλως η αίτηση είναι απαράδεκτη. Απλή επανάληψη του κειμένου της διατάξεως η οποία προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών τα οποία θεμελιώνουν την επικαλουμένη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμελείας, δεν αρκεί. Από την ως άνω αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως, δεν εξαιρείται ο προβλεπόμενος στα άρθρα 484 §1 στοιχ. δ' και 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δια το ορισμένο του οποίου πρέπει: α) αν ελλείπη παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτή εν σχέσει προς συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και β) αν υπάρχη αιτιολογία αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επί πλέον, εις τί συνίσταται η έλλειψη αυτή εν σχέσει προς το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες ή αντιφάσεις ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εξετιμήθησαν από το συμβούλιο ή το δικαστήριο (Ολομ. Α.Π. 2/2002, Ολομ. Α.Π. 19/2001, Α.Π. 406/2006, Α.Π. 354/2006). Περαιτέρω, απαράδεκτος είναι και ο λόγος αναιρέσεως, στο μέτρο που δι' αυτού πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου ή του συμβουλίου, αφού αυτός δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των εις τα άρθρ. 484 §1 και 510 §1 Κ.Π.Δ. αναφερομένων λόγων αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, αντιστοίχως (Α.Π. 354/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ/887). Στην προκειμένη περίπτωση, δια της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, πλήττεται το ανωτέρω βούλευμα, δια του οποίου ο αναιρεσείων παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης (Κακουργημάτων), δια να δικασθή δι' απάτη εκ της οποίας η ζημία, ιδιαιτέρως μεγάλη, και το σκοπούμενο περιουσιακό όφελος υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 Ευρώ. Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων αποδίδει στο προσβαλλόμενο βούλευμα την πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ισχυριζόμενος ότι αυτό "δεν έχει:α) ειδική και ανεπτυγμένη αιτιολογία, όπως επιβάλλουν τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κωδ. Ποιν. Δικον., β) δεν εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία και τα οποία συνιστούν τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που προβλέπει και τιμωρεί το άρθρο 292 παρ. 1 και 2 Π.Κ., γ) δεν περιέχει τις αποδείξεις στις οποίες στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου, καθώς και τους νομικούς λόγους που δικαιολογούν την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην παραπάνω ποινική διάταξη. Ειδικότερα δέχτηκε ότι: Οι κατ' αριθμό ποσό και λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία αναφερόμενες στην έγκληση του Ψ1 τραπεζικές επιταγές, εμφανίστηκαν από μέρους του αναιρεσείοντα και πληρώθηκαν από μέρους του εγκαλούντα καίτοι ο αναιρεσείων το αμφισβήτησε από την πρώτη στιγμή και η οποία πληρωμή των επιταγών αυτών από τον μηνυτή δεν αποδείχτηκε από κανένα προσκομισθέν έγγραφο. Το γεγονός ότι ο μηνυτής παρέδωσε στον αναιρεσείοντα τις τραπεζικές αυτές επιταγές δεν σημαίνει αυτοδίκαια κι αυτονόητα, ότι τις πλήρωσε κιόλας. Αντιθέτως οι τραπεζικές αυτές μεταχρονολογημένες επιταγές παραδόθηκαν μεν από τον μηνυτή στον αναιρεσείοντα και δεν πληρώθηκαν από τον μηνυτή, ο οποίος ακόμη και στο βασικό στοιχείο της μηνύσεως ο μηνυτής ψεύδεται ασύστολα. Ο αναιρεσείων, παραπλάνησε τον μηνυτή, αγνοώντας και παραλείποντας να λάβει υπ' όψιν καίτοι απεδείχθη από την κατάθεση του Γ1 την οποία έλαβε επιλεκτικά και αποσπασματικά μόνον υπ' όψιν του προσβαλλόμενο βούλευμα, ότι οι συζητήσεις με τον μηνυτή διήρκεσαν άνω του ενός έτους, στη διάρκεια του οποίου έκανε φύλλο φτερό τα βιβλία της ΣΥΛΦΕΝ ΔΟΜΙΚΗ ΑΕ, ότι μηνυτής και αναιρεσείων ήταν καθημερινά μαζί και γνώριζε και για την αίτηση πτωχεύσεως που κατατέθηκε και συζητήθηκε στην πορεία αλλά και το γεγονός ότι ο μηνυτής είναι ένας πανέξυπνος άνθρωπος και απόλυτα επιτυχημένος επαγγελματίας και επιχειρηματίας, γνωστός σε όλη τη ...... γι' αυτό και δεν θα έκανε ποτέ κίνηση εάν δεν βεβαιώνονταν προηγούμενα από τα στοιχεία που θα ερευνούσε". Και καταλήγει "Με αυτά τα δεδομένα σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με αυτά που δέχθηκε δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία διότι δεν υφίσταται αδίκημα και κατά συνέπεια είναι αναιρετέο". Όμως, με το ως άνω περιεχόμενο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις είναι αόριστες, αφού δεν προσδιορίζεται εις τι συνίσταται η έλλειψη "ειδικής και ανεπτυγμένης αιτιολογίας" ή η έλλειψη σαφηνείας και πληρότητος κατά την έκθεση των προκυψάντων από την διαδικασία πραγματικών περιστατικών, ούτε ποιες αποδείξεις στις οποίες εστηρίχθη η κρίση του συμβουλίου, ή ποιοί νομικοί λόγοι, δικαιολογούντες την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, δεν περιέχονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ενώ συγχρόνως πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του συμβουλίου και εκτίμηση των αποδείξεων, ως η αξιολόγηση της μαρτυρικής καταθέσεως του Γ1, δια της αορίστου αιτιάσεως, ότι αυτή ελήφθη υπ' όψιν μόνο επιλεκτικώς και αποσπασματικώς (βλ. Α.Π. 23/2007). Επομένως, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθή ως απαράδεκτη και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω Να απορριφθή η από 10-5-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ' αριθμ. 94/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης, και Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 26 Νοεμβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 του Κ.Π.Δ, προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως εκ τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 484 παρ.1 στοιχείο β και δ, ή 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε'του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος ή αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως. Στην κρινόμενη με αριθμό 4/10-5-2007 έκθεση αναιρέσεως, κατά του υπ' αριθμό 94/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με το οποίο, αφού μεταρρύθμισε το υπ' αριθμό 288/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας, για να δικασθεί για την πράξη της κακουργηματικής απάτης, από την οποία η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, το δε περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ,(άρθρο 386 παρ.1 β-α και 3 εδ. β του Π.Κ), ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους παρακάτω λόγους, και συγκεκριμένα: α) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως επιβάλλουν τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, β) γιατί δεν εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία και τα οποία συνιστούν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, που προβλέπει και τιμωρεί το άρθρο 292 παρ.1 και 2 του Π.Κ, και γ) γιατί δεν περιέχει τις αποδείξεις στις οποίες στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, καθώς και τους νομικούς κανόνες που δικαιολογούν την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην παραπάνω ειδική διάταξη. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων, προς υποστήριξη της αιτήσεώς του, ισχυρίζεται τα παρακάτω κατά πιστή μεταφορά: " ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ': ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ
- Όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας που το εξέδωσε, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο ουχί ορθώς απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του αναιρεσείοντα, διότι από το σύνολο του συλλεγέντος και ευρισκομένου στη σχηματισθείσα δικογραφία των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν και είναι συνημμένα στη δικογραφία, σε συνδυασμό με την απολογία του αναιρεσείοντα και το κατατεθέν υπόμνημά του, προέκυψε ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ.
- α. Κατά την διάταξη του αρ. 386 παρ. 1 ΠΚ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς βεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του και τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. β. Το βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα αρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, από το αρ. 484 παρ. 1 στοιχ. ε ΚΠΔ ιδίου κώδικα όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και στηρίζουν την κρίση του Συμβουλίου για την ύπαρξη αποχρωσών ενδείξεων ενοχής, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε, υπάγονται αυτά στην ουσιαστική διάταξη που εφάρμοσε, ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη. Ειδικότερα προκειμένου περί βουλεύματος με το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος για να δικαστεί, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που θεσπίζεται από την διάταξη του αρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των δικαιωμάτων του Ανθρώπου (νδ 53/74) έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στο βούλευμα πραγματικά περιστατικά είτε όταν το Συμβούλιο δεν αιτιολογεί πως κατέληξε στην κρίση περί υπάρξεως αποχρωσών ενδείξεων περί παραπομπής του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει. γ. Εν προκειμένω το προσβαλλόμενο βούλευμα με βάση το οποίο ο κατηγορούμενος παραπέμπεται να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ως κατηγορούμενος για την πράξη της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ, δεν έχει: α) ειδική και ανεπτυγμένη αιτιολογία, όπως επιβάλλουν τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κωδ. Ποιν. Δικον., β) δεν εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία και τα οποία συνιστούν τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που προβλέπει και τιμωρεί το άρθρο 292 παρ. 1 και 2 Π.Κ., γ) δεν περιέχει τις αποδείξεις στις οποίες στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου, καθώς και τους νομικούς λόγους που δικαιολογούν την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην παραπάνω ποινική διάταξη. Ειδικότερα δέχτηκε ότι: Οι κατ' αριθμό ποσό και λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία αναφερόμενες στην έγκληση του Ψ1 τραπεζικές επιταγές, εμφανίστηκαν από μέρους του αναιρεσείοντα και πληρώθηκαν από μέρους του εγκαλούντα καίτοι ο αναιρεσείων το αμφισβήτησε από την πρώτη στιγμή και η οποία πληρωμή των επιταγών αυτών από τον μηνυτή δεν αποδείχτηκε από κανένα προσκομισθέν έγγραφο. Το γεγονός ότι ο μηνυτής παρέδωσε στον αναιρεσείοντα τις τραπεζικές αυτές επιταγές δεν σημαίνει αυτοδίκαια κι αυτονόητα, ότι τις πλήρωσε κιόλας. Αντιθέτως οι τραπεζικές αυτές μεταχρονολογημένες επιταγές παραδόθηκαν μεν από τον μηνυτή στον αναιρεσείοντα και δεν πληρώθηκαν από τον μηνυτή, ο οποίος ακόμη και στο βασικό στοιχείο της μηνύσεως ο μηνυτής ψεύδεται ασύστολα. Ο αναιρεσείων, παραπλάνησε τον μηνυτή, αγνοώντας και παραλείποντας να λάβει υπ' όψιν καίτοι απεδείχθη από την κατάθεση του Γ1 την οποία έλαβε επιλεκτικά και αποσπασματικά μόνον υπ' όψιν του προσβαλλόμενο βούλευμα, ότι οι συζητήσεις με τον μηνυτή διήρκεσαν άνω του ενός έτους, στη διάρκεια του οποίους έκανε φύλλο φτερό τα βιβλία της ΣΥΛΦΕΝ ΔΟΜΙΚΗ ΑΕ, ότι μηνυτής και αναιρεσείων ήταν καθημερινά μαζί και γνώριζε και για την αίτηση πτωχεύσεως που κατατέθηκε και συζητήθηκε στην πορεία αλλά και το γεγονός ότι ο μηνυτής είναι ένας πανέξυπνος άνθρωπος και απόλυτα επιτυχημένος επαγγελματίας και επιχειρηματίας, γνωστός σε όλη τη ...... γι' αυτό και δεν θα έκανε ποτέ κίνηση εάν δεν βεβαιώνονταν προηγούμενα από τα στοιχεία που θα ερευνούσε. Με αυτά τα δεδομένα σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με αυτά που δέχθηκε, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία διότι δεν υφίσταται αδίκημα και κατά συνέπεια είναι αναιρετέο". Έτσι, όμως, όπως έχουν διατυπωθεί οι λόγοι αναιρέσεως, χωρίς να προσδιορίζονται σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας, σε σχέση με τις κρίσιμες παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, σε ποια συγκεκριμένα κεφάλαια αυτού ανάγονται και ποια πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτό, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, λόγω παντελούς αοριστίας αυτών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, με αριθμό 4/10-5-2007, αίτηση, του Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθμό 94/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου
- Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ