← Ελλάδα

ΑΠ 1095/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1095 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών. Περίληψη: άρθρ. 1 Α.Ν. 86/1967 - Εισφορές ΙΚΑ. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας διότι αναγνώσθηκαν ορισμένα έγγραφα, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβάνεται και η αναφερόμενη στο διατακτικό του Δικαστηρίου ΠΕΕ ή ΚΔ. Το έγγραφο αυτό όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των έγγραφων της δικογραφίας, είναι διαδικαστικό έγγραφο υποβληθέν με τη μηνυτήρια αναφορά του ΙΚΑ και δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωση του στο ακροατήριο, ο δε εκπροσωπήσας τον απόντα κατηγορούμενο συνήγορος του είχε τη δυνατότητα να ζητήσει από τη διευθύνουσα τη συζήτηση και να λάβει γνώση του περιεχομένου αυτού, υπάρχοντος στη δικογραφία, οποτεδήποτε πράγμα που δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε για να αντικρούσει την κατηγορία, προβάλλοντας τις τυχόν παρατηρήσεις του. δεν ήταν δε υποχρεωμένη η διευθύνουσα τη συζήτηση, χωρίς αυτός να το ζητήσει, να επιδείξει ιδιαίτερα σε αυτόν το άνω διαδικαστικό έγγραφο που αναφερόταν και στο κατηγορητήριο. Αριθμός 1095/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της 14699/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1622/2009. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που τον βαρύνουν (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών

(3)μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δρχ. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές αυτών που εργάζονται σ' αυτόν με σκοπό να τις αποδώσει στους άνω Οργανισμούς και δεν τις καταβάλλει ή δεν τις αποδίδει στους Οργανισμούς αυτούς μέσα σε ένα μήνα αφότου κατέστησαν απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι
(6)μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Δεν αποτελεί στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως των εν λόγω εγκλημάτων, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποίοι ήταν αυτοί και πόσο χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές καθενός εξ αυτών. Απαιτείται, όμως, το υποκείμενο των εγκλημάτων αυτών να έχει την ιδιότητα του εργοδότη και σαν τέτοιος νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό οφείλει προσφέρει την υπηρεσία του. Πρόκειται για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε τριάντα
(30)ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, που παρασχέθηκε η εργασία. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων είναι κρίσιμος, μόνον όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 14699/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, ως εργοδότης, για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ απασχοληθέντος προσωπικού σε επιχείρηση ανώνυμης εταιρείας παροχής υπηρεσιών φυλάξεως, της οποίας ήταν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 15 μηνών και χρηματική ποινή 1500 ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, τα εξής: "Σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων των άρθρων 349 και 352 παρ.3 του ΚΠΔ, το Δικαστήριο μπορεί και εξ επαγγέλματος ή κατόπιν αιτήματος του εισαγγελέως ή των διαδίκων να διατάξει την αναβολή της υποθέσεως λόγω σημαντικών αιτίων, καθώς και για ισχυρότερες αποδείξεις. Εν προκειμένω όμως, που οι κατηγορούμενοι, δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, επιζητούν να παραμείνει εκκρεμής η υπόθεση, μετά μάλιστα δύο αναβολές στον πρώτο βαθμό και τρεις αναβολές της συζητήσεώς της, στον παρόντα βαθμό προκειμένου αυτοί να προέλθουν σε ρύθμιση των οφειλών τους κατεύθυνση όμως προς την οποία δεν ενήργησαν επί έξι και πλέον συναπτά έτη. αφού οι οφειλές τους χρονολογούνται από του έτους 2002, ενώ ήδη έχει πτωχεύσει η εταιρία τους και επικαλούνται ότι θα προβούν σε ρύθμιση με ευνοϊκούς όρους εφόσον ισχύσει μια τέτοια ρύθμιση, προδήλως δεν συντρέχει περίπτωση αναβολής της υποθέσεως για τις προεκτεθείσες αιτίες, αφού η άνευ πειστικής δικαιολογίας επί μακρόν αδράνεια των κατηγορουμένων να προέλθουν σε ενέργεια προς την κατεύθυνση άρσεως των συνεπειών της πράξεώς τους ή του αδίκου της, δεν μπορεί να θεμελιώσει αίτημα αναβολής της υποθέσεως. Επομένως, το αντίστοιχο, προβληθέν δια του συνηγόρου τους, αίτημα των κατηγορουμένων πρέπει ν' απορριφθεί. Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, και από την υπόλοιπη συζήτηση της υποθέσεως, σε συνδυασμό και με τις απολογία του β' κατηγορούμενου, σημειωμένου ότι δεν υπάρχει απολογία των α' και γ' κατηγορούμενων λόγω της εκπροσώπησης τους από συνήγορο, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος. ... (εννοείται ο αναιρεσείων), τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι αυτός στη ..., την 1-2-2003 έως και 2-1-2004 ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας επιχείρησης "Υπηρεσίες Φύλαξης-ΕΛΛΑΣ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΥ (...) (δ/νση επιχείρησης ...) και με την ιδιότητα του εργοδότη, για το χρονικό διάστημα απασχόλησης των εργαζομένων στην επιχείρηση του από 12/2 μέχρι 30-11-2003 δεν κατέβαλε τις βαρύνουσες τον ίδιο εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές στο Ι.Κ.Α. ύψους 31.290,61 ευρώ. μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές, ήτοι μέσα σε 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία, ενώ επίσης αν και παρακράτησε τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων στην επιχείρησή του (εργατικές) ύψους 15.645.31 ευρώ, με σκοπό να τις αποδώσει στον παραπάνω οργανισμό δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν (Οργανισμό) μέσα σ' ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές, και έτσι έγινε υπαίτιος για υπεξαίρεση του ποσού αυτού, Επομένως, ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σ' αυτόν αξιοποίνων πράξεων της παράβασης του Α.Ν. 86/
  1. γιατί αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τόσο την αντικειμενική όσο και την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών". Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 94 παρ. 1 του ΠΚ και 1 παρ. 1,2 του α.ν. 86/1967 σε συνδ. με 375 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές, ώστε να στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, λεκτέα τα εξής: α) αναφέρεται, εκτός των άλλων, στο άνω αιτιολογικό συμπληρούμενο και από το διατακτικό, ως ενιαίο σύνολο, το ύψος των προς το ΙΚΑ οφειλομένων εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, η επιχείρηση που απασχόλησε τους μισθωτούς με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, (εκ του οποίου χρόνου απασχολήσεως, προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως), σημειώνεται η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως εργοδότη, προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας που απασχόλησε το προσωπικό, β) δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορίζεται ειδικότερα, για την επάρκεια της αιτιολογίας, η συνδρομή του δόλου του κατηγορουμένου, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, εξυπακούεται δε η ύπαρξη του από την πραγμάτωση αυτών, γ) όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως, δεν προβλήθηκε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, από το συνήγορο που εκπροσώπησε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στη δίκη, ισχυρισμός περί αδυναμίας καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ συνεπεία πτωχεύσεως της ανώνυμης εταιρείας και επομένως το Δικαστήριο δε μπορούσε να απαντήσει σε ισχυρισμό και αίτημα που δεν υποβλήθηκε, αδιάφορα του ότι η πτώχευση αυτή προέκυπτε από τα αποδεικτικά στοιχεία και την απολογία του συγκατηγορουμένου του ... και γίνεται αναφορά αυτής στο αιτιολογικό απορρίψεως του αιτήματος αναβολής της δίκης, δ) το περί αναβολής αίτημα του κατηγορουμένου για κρείσσονες αποδείξεις, που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο δια του συνηγόρου του, που τον εκπροσωπούσε στη δίκη και διατυπώθηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, "για να γίνει ρύθμιση των οφειλών, τον Νοέμβριο αναμένεται η ευνοϊκή ρύθμιση του ΙΚΑ, ο σύνδικος εκποιεί τα οχήματα για να τακτοποιήσει τις οφειλές του", ήταν παντελώς αόριστο, μη συνοδευόμενο με συγκεκριμένα στοιχεία περί της δυνατότητας ρυθμίσεως των οφειλών από το ΙΚΑ κατά το μήνα Νοέμβριο και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στο αόριστο αυτό αίτημα, παρά ταύτα το Δικαστήριο με ειδική και επαρκή αιτιολογία απέρριψε το εν λόγω αίτημα αναβολής ως αβάσιμο. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου με εκ πλαγίου παράβαση, με τις αντίθετες πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσεως του για την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματος του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Όμως, δεν είναι αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπιση του κατ' αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για να καταλήξει στην καταδικαστική, για τις αξιόποινες πράξεις της καθυστερήσεως καταβολής εισφορών προς το ΙΚΑ, κρίση του, έλαβε υπόψη και τα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως, δεν συμπεριλαμβάνεται και η αναφερόμενη στο διατακτικό του ΠΕΕ ή ΚΔ 77/
  2. Το έγγραφο, όμως, αυτό, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για την έρευνα του σχετικού λόγου αναιρέσεως, είναι διαδικαστικό έγγραφο, υποβληθέν με τη μηνυτήρια αναφορά του ΙΚΑ και δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωσή του στο ακροατήριο, δε εκπροσωπήσας τον απόντα κατηγορούμενο συνήγορός του είχε τη δυνατότητα να ζητήσει από τη διευθύνουσα τη συζήτηση και να λάβει γνώση του περιεχομένου αυτού, υπάρχοντος στη δικογραφία, οποτεδήποτε, πράγμα που δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε για να αντικρούσει την κατηγορία, προβάλλοντας τις τυχόν παρατηρήσεις του, δεν ήταν δε υποχρεωμένη η διευθύνουσα τη συζήτηση, χωρίς αυτός να το ζητήσει, να επιδείξει ιδιαίτερα σε αυτόν το άνω διαδικαστικό έγγραφο που αναφερόταν και στο κατηγορητήριο. Επομένως, ο αντίθετος, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠοινΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, τρίτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Οκτωβρίου 2009 αίτηση-δήλωση του ... περί αναιρέσεως της 14699/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.