← Ελλάδα

ΑΠ 1101/2008 — Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1101 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Μετά την τροποποίηση του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ με το άρθρο 38 του Ν. 3160/2003 δεν επιτρέπεται πλέον αναίρεση κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών με το οποίο απορρίπτεται η έφεση κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος ως απαράδεκτη (για οποιοδήποτε λόγο). Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως για το λόγο αυτό. Αριθμός 1101/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Χαράλαμπο Δημάδη, ορισθέντα με την υπ' αριθ. 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2349/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22.11.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2018/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 129/12.3.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 22-11-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου X1, κατά του υπ'αριθμ. 2349/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα εξής: Κατά το άρθρ. 476 § 1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνη σχετικώς, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθή και την καταδίκη στα έξοδα του ασκήσαντος αυτό. Εξ άλλου, κατά μεν το άρθρ. 482 § 1 Κ.Π.Δ., ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήση την αναίρεση του βουλεύματος όταν α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και β) παύει προσωρινώς την ποινική δίωξη εναντίον του, κατά δε την παράγρ. 2 του ανωτέρω άρθρ. 476, ως αντικ. δι'άρθρ. 38 Ν.3160/2003, κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Εκ των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι κατά του βουλεύματος του συμβουλίου εφετών, το οποίο απορρίπτει, ως απαράδεκτη, την ασκηθείσα έφεση κατά βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών, ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται να ασκήση το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως. Σημειωτέον ότι, προ της ως άνω αντικαταστάσεως της παραγρ. 2 του άρθρ. 476 Κ.Π.Δ., αναίρεση επετρέπετο, όχι μόνο κατά της αποφάσεως, αλλά και κατά του βουλεύματος το οποίο απέρριπτε το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, διά της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, περί της οποίας η από 22-11-2007 σχετική έκθεση, προσβάλλεται από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το υπ'αριθμ. 2349/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, διά του οποίου απερρίφθη ως απαράδεκτη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμ. 3748/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. 'Όμως, συμφώνως προς τα προεκτεθέμενα, κατά του προσβαλλομένου ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δεν προβλέπεται πλέον η άσκηση του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως από τον κατηγορούμενο. Επομένως, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη, και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω Να απορριφθή η από 22-11-2007 αίτηση αναιρέσεως του X1, κατά του υπ'αριθμ. 2349/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 8 Φεβρουαρίου 2008Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου ΠάγουΔημήτριος-Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.2 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 38 του ν.3160/2003, κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ασκήσει αναίρεση περιορίσθηκε μόνον επί αποφάσεων που απορρίπτουν το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και δεν παρέχεται πλέον τέτοιο δικαίωμα και επί των βουλευμάτων. Εξάλλου, κατά το άνω άρθρο 476 παρ.1 του Κ.Π.Δ, όταν το ένδικο μέσο και συνεπώς και αυτό της αναίρεσης ασκήθηκε μεταξύ άλλων περιπτώσεων και από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα προς τούτο ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει απ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού άκουσε τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προβληθέντος βουλεύματος ή απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος X1 στρέφεται κατά του υπ' αριθμ.2.349/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), η έφεσή του κατά του υπ' αριθμ. 3.748/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, που τον παρέπεμπε για από κοινού ηθική αυτουργία σε κακουργηματική απάτη. Σύμφωνα, όμως, με τα προαναφερόμενα, εφόσον το πληττόμενο βούλευμα απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεσή του, η ένδικη αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου κατά του βουλεύματος αυτού είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22 Νοεμβρίου 2007 αίτηση του X1, για αναίρεση του υπ' αριθμ.2.349/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου
  1. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.