Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1102 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αποχή αποφάσεως. Περίληψη: Απέχει να αποφανθεί μέχρι υποβολής εισαγγελικής προτάσεως. Αριθμός 1102/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια και Ιωάννη Παπουτσή (ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ... και 4) Χ4, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2569/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 31 Δεκεμβρίου 2007 και 7 Ιανουαρίου 2008 (τρεις τον αριθμό) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 116/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, με αριθμό 205/18-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ. τις υπ'αριθμ. 307/2007, 3/2008, 4/2008 και 2/2008 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ... και 4) Χ4, κατοίκου ..., αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθμ. 2569/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και εκθέτω τα εξής: Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών, με το υπ'αριθμ. 3071/2003 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους ως άνω τρεις πρώτους κατηγορουμένους, Χ1, Χ2 και Χ3 για απάτη από κοινού και κατ'εξακολούθηση με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη υπερβαίνουσα το ποσό των 25.000.000 δραχμών και τον τελευταίο Χ4 για άμεση συνέργεια σε απάτη από κοινού και κατ'εξακολούθηση με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνουσα το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Επί πλέον δε τον πρώτο Χ1 για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας τελεσθείσα κατ'εξακολούθηση, από διαχειριστή ξένης περιουσίας και παράβαση του αρ. 56 εδ. α' και γ' του ν.2190/
- Κατά του βουλεύματος αυτού οι ανωτέρω κατηγορούμενοι άσκησαν, αντιστοίχως, τις υπ'αριθμ. 652/03, 654/03, 673/03 και 688/03 εφέσεις τους , οι οποίες έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ'ουσία με το υπ'αριθμ. 429/04 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατόπιν αιτήσεων αναιρέσεως που άσκησαν οι κατηγορούμενοι κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 190/05 απόφαση του δικαστηρίου σας, με την οποία αναιρέθηκε το υπ'αριθμ. 429/04 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για αρνητική υπέρβαση εξουσίας ως προς το έγκλημα της απάτης γιατί δεν απεφάνθη για την πράξη αυτή, όπως διαμορφώθηκε με την συμπληρωματική δίωξη ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης αυτής, για όλους τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους και για εκ πλαγίου παράβαση των σχετικών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων ως προς το έγκλημα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση για τον αναιρεσείοντα Χ
- Έπαυσε δε οριστικώς λόγω παραγραφής την κατά του τελευταίου ασκηθείσα ποινική δίωξη για παράβαση του αρ. 56 εδ. α' και γ' του ν.2190/20, και η υπόθεση παραπέμφθηκε για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συντιθέμενο από δικαστικές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Μετά ταύτα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 225/06 βούλευμά του, διέταξε περαιτέρω κυρία ανάκριση, μετά το πέρας της οποίας εξέδωσε το υπ' αριθμ. 2569/2007 βούλευμά του, με το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις παραπάνω εφέσεις των κατηγορουμένων κατά του υπ'αριθμ. 3071/03 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το διατακτικό του οποίου διόρθωσε και συμπλήρωσε ως εξής: Διορθώνει-συμπληρώνει το προσβαλλόμενο βούλευμα και παραπέμπονται οι εκ των κατηγορουμένων α) Χ1, οικονομολόγος - νομικός, κάτοικος ..., β) Χ2, σύμβουλος επιχειρήσεων, κάτοικος ... και γ) Χ3, δικηγόρος, κάτοικος ..., ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι: Στην ... εντός τoυ χρονικού διαστήματoς από 20.2.1998 μέχρι 30.6.1999 με περισσότερες πράξεις οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος από κοινού με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντες κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων, ενεργούν δε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια την πράξη της κατ' εξακολούθηση απάτης με όφελος και αντιστοίχως, προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνοθ6α συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 EURO. Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, υπό την ιδιότητα - ως Γενικός Διευθυντής ο πρώτος Χ1, ως Πρόεδρος ο τρίτος Χ3 και ως αντιπρόεδρος ο Χ2, της εταιρίας με την επωνυμία "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε.", η οποία είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών από το έτος 1934 και από κοινού παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στο επενδυτικό κοινό, με τη δημοσίευση την 20/2/98 και 13/2/99 αντίστoιχα των ισολογισμών των χρήσεων των ετών 1997 και 1998, ότι η ανωτέρω εταιρεία κατά τις χρήσεις των ετών αυτών (1997 και 1998) είχε θετική καθαρή θέση ποσού 615.358.884 δραχμών και 1.685.232.072 δρχ. αντίστοιχα, ενώ στην πραγματικότητα ήταν αρνητική και είχε διαμορφωθεί στα ποσά των 387.983.873 δρχ. και 408.943.914 δρχ. αντίστοιχα. Περαιτέρω με την από 29.1.99 επιστολή τους προς το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.) επιβεβαίωσαν δημοσίευμα της εφημερίδας Χρηματιστήριο, με ημερομηνία 22/1/99, σύμφωνα με το οποίο η "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε." σημείωσε οριακά κέρδη για το έτος 1988, πληροφορίες τις οποίες υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους έδωσαν στην εν λόγω εφημερίδα ενώ στην πραγματικότητα η ως άνω εταιρία κατά τη χρήση του 1998 δεν είχε παραγωγική και επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία είχε σταματήσει από τον Ιούλιο του 1997, και επιπλέον για τη χρήση του 1998 είχε ζημίες 140.000.000 δρχ· Στη συνέχεια μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά ποσό 1.210.000.000 δρχ., που πραγματοποίησε η ως άνω εταιρία με την από 15/1/98 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, μετά από εξουσιοδότηση της από 30.6.97 Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, με έκδοση 11.000.000 μετοχών ονομαστικής αξίας 110 δρχ. η κάθε μία με δικαίωμα προτίμησης υπέρ των παλαιών μετοχών, υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους δεν εχρησιμοποίησαν το ποσό της αύξησης όπως είχαν δεσμευτεί στο από Μαΐου 1998 Ενημερωτικό Δελτίο που ενέκρινε το Χ.Α.Α., ούτε ενημέρωσαν το επενδυτικό κοινό σχετικά με τη μεταβολή στη χρήση των κεφαλαίων. Συγκεκριμένα, ενώ σύμφωνα με το Ενημερωτικό Δελτίο τα κεφάλαια που θα αντλούντο από την αύξηση θα χρησιμοποιούντο ως εξής: Εθνική Τράπεζα 350.000.000 δρχ. Ασφαλιστικά Ταμεία 250.000.000 δρχ. Προμηθευτές -Πιστωτές 120.000.000 δρχ. Επενδύσεις 460.000.000 δρχ. Έξοδα Αύξησης 30.000.000 δρχ. στην πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά και ειδικότερα στην Εθνική Τράπεζα δόθηκαν 320.000.000 δρχ., στα Ασφαλιστικά Ταμεία 72.000.000 δρχ. σε Προμηθευτές - πιστωτές 116.000.000 δρχ. στο Ελληνικό Δημόσιο 302.000.000 δρχ. στο προσωπικό 94.000.000 δρχ., για έξοδα αύξησης 30.000.000 δρχ. και στην εταιρία ΟΙΚΟΒΟ 276.000.000 δρχ., ενώ για επενδύσεις δεν δόθηκε κανένα ποσό. Επιπλέον το τελευταίο τρίμηνο του 1998 υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους προέβησαν σε εξαγορά της εταιρίας με την επωνυμία "Οινοπνευματική Βόλου" (ΟΙΝΟΒΟ) την οποία η Θεσσαλική είχε πωλήσει το 1997 και στη συνέχεια κατέβαλαν στην ΟΙΚΟΒΟ υπό μορφή "οικονομικής ενίσχυσης" ποσό 709.000.000 δραχμών, χωρίς να ενημερώσουν το επενδυτικό κοινό ούτε για τις παραπάνω ενέργειες ούτε για την προέλευση των κεφαλαίων που διατέθηκαν στην ΟΙΝΟΒΟ. Κατ' αυτόν τον τρόπο απέκρυψαν αθέμιτα από το επενδυτικό κοινό γεγονότα που ενδιαφέρουν άμεσα το επενδυτικό κοινό, καθόσον έχουν επίπτωση στην περιουσιακή και οικονομική κατάσταση της εταιρείας και μπορούν να προκαλέσουν σημαντική διακύμανση των τίτλων των μετοχών της ως άνω εταιρίας "Θεσσαλικής Οινοπνευματικής Α.Ε.". Με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και τις αθέμιτες αποκρύψεις των αληθινών γεγονότων, υπό την ως άνω ιδιότητα τους, εκμεταλλευόμενοι και το κλίμα που επικρατούσε στην ελληνική κοινή γνώμη, το οποίο ήταν άκρως ευνοϊκό για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο, έπεισαν τους συναλλασσόμενους επενδυτές να προβούν κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/99 μέχρι και 2/7/99, που ανεστάλη η διαπραγμάτευση της εν λόγω μετοχής στο Χ.Α.Α σε αθρόες αγορές, μετοχών της Θεσσαλικής Οινοπνευματικής, με αποτέλεσμα να παρουσιάσει η μετοχή κατά το ως άνω χρονικό διάστημα υψηλή εμπορευσιμότητα, και η τιμή της που την 1/1/99 ανερχόταν στο ποσό των 185 δραχμών να διαμορφωθεί το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου του 1999 στο ποσό των 1.200 δραχμών ενώ στις 2/7/99 που ανεστάλη η διαπραγμάτευση της στο ποσό των 702 δραχμών. Στις ως άνω αγορές μετοχών δεν θα προέβαιναν οι επενδυτές αν γνώριζαν ότι η "Θεσσαλική Οινοπνευματική ΑΕ" α) είχε σταματήσει την "παραγωγική και επιχειρηματική της δραστηριότητα από τον Ιούλιο του 1997, β) είχε ζημίες και όχι κέρδη, γ) η καθαρή της θέση για τις χρήσεις των ετών 1997 και 1998 ήταν αρνητική και όχι θετική, και δ) το ποσό που αντλήθηκε από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου είχε διατεθεί για άλλους σκοπούς από αυτούς που αναγράφοντο στο εγκριθέν από το Χ.Α.Α. ενημερωτικό δελτίο και κυρίως δεν είχε διατεθεί καν για επενδύσεις, όπως αρχικά είχε προβλεφθεί. Προέβησαν δε στην ανωτέρω πράξη με σκοπό να αποκομίσει η εταιρία "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε." παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο συνίσταται στη βελτίωση της οικονομικής θέσης της ως άνω εταιρίας και συγκεκριμένα στη βελτίωση της φήμης και αξιοπιστίας της, στην αθέμιτη αύξηση της τιμής της μετοχής της, και στη δυνατότητα της για ευχερέστερο διακανονισμό των χρεών της, για ευχερέστερη δανειοληψία και για εξαγορά άλλων εταιριών. Έβλαψαν δε την περιουσία 8.131 επενδυτών, κατόχων 20.740.350 μετοχών της Θεσσαλικής Οινοπνευματικής, οι οποίοι πείστηκαν στις ως άνω ψευδείς, παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις των αληθινών γεγονότων και προέβησαν σε αθρόες αγορές μετοχών της ως άνω εταιρίας, και οι οποίοι όταν την 2/7/1999 ανεστάλη η διαπραγμάτευση της μετοχής, παρέμειναν εγκλωβισμένοι και δεν είναι σε θέση να διαπραγματευτούν την πώληση της μετοχής αυτής, η ζημία δε που προξενήθηκε σ' αυτούς είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών και ανέρχεται στο ποσό των 14.559.725.700 δραχμών (20.740.350 μετοχές Χ 702 δρχ.). Η υποδομή την οποίαν είχαν διαμορφώσει και η επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής της απάτης δηλαδή κατ' εξακολούθηση με όφελος και αντιστοίχως προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνοντα συνολικώς το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ΕΥΡΩ, η κατάρτιση σχεδίου, η δημοσίευση ψευδών ισολογισμών, η διοχέτευση ψευδών πληροφοριών στον "τύπο" η αποστολή επιστολής με ψευδές περιεχόμενο στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, αποδεικνύουν το σκοπό αυτών προς πορισμό εισοδήματος και τη σταθερή ροπή των στη " διάπραξη της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας των. Τέλος ο τέταρτος τούτων Χ4, λογιστής, κάτοικος ..., για να δικασθεί επί του ότι με πρόθεση παρέσχε στους ανωτέρω συγκατηγορουμένους του Χ1, Χ3 και Χ2, Γενικό Διευθυντή, Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο αντίστοιχα της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών εταιρείας με την επωνυμία "Θεσσαλική Οινοπνευματική ΑΕ" την άμεση συνδρομή του κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση του εγκλήματος το οποίο οι ανωτέρω διέπραξαν ως περιγράφεται ακριβώς κατά τα άνω περιγραφόμενα και δη έχων την ιδιότητα τού λογιστή της ανωτέρω εταιρείας παρείχε την άμεση συνδρομή του κατά το χρόνο τελέσεως της. Ειδικότερα εκτελών εντολές των συγκατηγορουμένων του άνω αναφερομένων αφ' ενός μεν υπέγραψε τους ψευδείς ισολογισμούς των ετών 1997 και 1997, γνωρίζοντας ότι το περιεχόμενο τους ως προς την καθαρή θέση της εταιρείας ήταν ψευδές, αφ' ετέρου δε επιβεβαίωσε την ακρίβεια των στοιχείων, τα οποία περιείχε το από Μαΐου 1998 ενημερωτικό δελτίο για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, στο οποίο όμως δεν υπήρχε πρόβλεψη για καταβολή ποσού 276.000.000 δραχμών προς την εταιρεία "ΟΙΝΟΒΟ" από την διαχείριση των κεφαλαίων της αυξήσεως και επιπλέον υπήρχε ψευδής πρόβλεψη για διάθεση από το ποσό αυξήσεως ποσού 460.000.000 δραχμών για επενδύσεις. Η κατά τα ανωτέρω συνδρομή του ήτο καίρια και αναγκαία, προκειμένου να ολοκληρωθεί το έγκλημα της απάτης και να παραπλανηθεί το επενδυτικό κοινό τόσο για την οικονομική θέση και κατάσταση της εταιρείας, όσο και για τον τρόπο διαθέσεως των κεφαλαίων τα οποία θα αντλούντο από την αύξηση του κεφαλαίου, από τα οποία σημαντικό μέρος αυτών, θα διετίθετο δήθεν για επενδύσεις, οι οποίες θα βελτίωναν την οικονομική θέση και κατάσταση της εταιρείας, έλαβε δε χώρα η συνδρομή του κατά την εκτέλεση της κυρίας πράξεως της απάτης κατά τα ανωτέρω (κατ' επάγγελμα και συνήθεια) και κατ' εξακολούθηση υπό κατ' επάγγελμα και συνήθεια δρώντων με όφελος και προξενηθείσα ζημία τα οποία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 EURO, εκ μέρους των συγκατηγορουμένων του. Επικυρώνει κατά τα λοιπά το προσβαλλόμενο βούλευμα. Κατά του ανωτέρω υπ'αριθμ. 2569/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στρέφονται ήδη οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι με τις υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες έχουν ασκηθεί νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, από πρόσωπα δικαιούμενα σε άσκηση αναιρέσεως, αφού παραπέμπονται για κακούργημα, και περιέχουν συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως, ήτοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και επί πλέον η αναίρεση του τρίτου Χ3, της απόλυτης ακυρότητας (αρ. 462, 463, 473, 474, 482 § 1 στοιχ. α' και 484 § ι στοιχ. α', β' και δ' Κ.Π.Δ.). Συνεπώς, είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το από το άρθρο 484 § ιδ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί, βάσει των οποίων το συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, αρκεί η γενική κατά το είδος αναφορά τούτων, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για να μορφώσει την κρίση του, όλα τα αποδεικτικά μέσα -και όχι μόνο μερικά από αυτά- όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ. ΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε τα ακόλουθα: Για τους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση, οι οποίοι είναι νόμιμοι και βάσιμοι και στους οποίους το παρόν Συμβούλιο πλήρως αναφέρεται για την αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμες οι υπ' αριθμ. 652/2003, 654/2003, 673/2003 και 688/2003 ασκηθείσες αντιστοίχως εφέσεις των κατηγορουμένων, Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4, κατά του υπ' αριθμ. 3071/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, να διορθωθεί - συμπληρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθούν οι εκ των κατηγορουμένων α) Χ1, οικονομολόγος - νομικός, κάτοικος ..., β) Χ2, σύμβουλος επιχειρήσεων, κάτοικος ... και γ) Χ3, δικηγόρος, κάτοικος ..., ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι: Στην ... εντός του χρονικού διαστήματος από 20.2.1998 μέχρι 30.6.1999 με περισσότερες πράξεις οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος από κοινού με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντες κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων, ενεργούν δε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια την πράξη της κατ' εξακολούθηση απάτης με όφελος και αντιστοίχως, προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνουσα συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 EURO. Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, υπό την ιδιότητα - ως Γενικός Διευθυντής ο πρώτος ΑΑ, ως Πρόεδρος ο τρίτος Χ3 και ως αντιπρόεδρος ο Χ2, της εταιρίας με την επωνυμία "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε.", η οποία είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών από το έτος 1934 και από κοινού παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στο επενδυτικό κοινό, με τη δημοσίευση την 20/2/98 και την 13/2/99 αντίστοιχα των ισολογισμών των χρήσεων των ετών 1997 και 1998, ότι η ανωτέρω εταιρεία κατά τις χρήσεις των ετών αυτών (1997 και 1998) είχε θετική καθαρή θέση ποσού 615.358.884 δραχμών και 1.685.232.072 δρχ. αντίστοιχα, ενώ στην πραγματικότητα ήταν αρνητική και είχε διαμορφωθεί στα ποσά των 387.983.873 δρχ. και 408.943.914 δρχ. αντίστοιχα. Περαιτέρω με την από 29.1.99 επιστολή τους προς το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.) επιβεβαίωσαν δημοσίευμα της εφημερίδας Χρηματιστήριο, με ημερομηνία 22/1/99, σύμφωνα με το οποίο η "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε." σημείωσε οριακά κέρδη για το έτος 1988, πληροφορίες τις οποίες υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους έδωσαν στην εν λόγω εφημερίδα ενώ στην πραγματικότητα η ως άνω εταιρία κατά τη χρήση του 1998 δεν είχε παραγωγική και επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία είχε σταματήσει από τον Ιούλιο του 1997, και επιπλέον για τη χρήση του 1998 είχε ζημίες 140.000.000 δρχ· Στη συνέχεια μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά ποσό 1.210.000.000 δρχ., που πραγματοποίησε η ως άνω εταιρία με την από 15/1/98 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, μετά από εξουσιοδότηση της από 30.6.97 Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, με έκδοση 11.000.000 μετοχών ονομαστικής αξίας 110 δρχ. η κάθε μία με δικαίωμα προτίμησης υπέρ των παλαιών μετοχών, υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους δεν εχρησιμοποίησαν το ποσό της αύξησης όπως είχαν δεσμευτεί στο από Μαΐου 1998 Ενημερωτικό Δελτίο που ενέκρινε το Χ.Α.Α., ούτε ενημέρωσαν το επενδυτικό κοινό σχετικά με τη μεταβολή στη χρήση των κεφαλαίων. Συγκεκριμένα, ενώ σύμφωνα με το Ενημερωτικό Δελτίο τα κεφάλαια που θα αντλούντο από την αύξηση θα χρησιμοποιούντο ως εξής: Εθνική Τράπεζα 350.000.000 δρχ. Ασφαλιστικά Ταμεία 250.000.000 δρχ. Προμηθευτές-Πιστωτές 120.000.000 δρχ. Επενδύσεις 460.000.000 δρχ. Έξοδα Αύξησης 30.000.000 δρχ. στην πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά και ειδικότερα στην Εθνική Τράπεζα δόθηκαν 320.000.000 δρχ., στα Ασφαλιστικά Ταμεία 72.000.000 δρχ. σε Προμηθευτές - πιστωτές 116.000.000 δρχ. στο Ελληνικό Δημόσιο 302.000.000 δρχ. στο προσωπικό 94.000.000 δρχ., για έξοδα αύξησης 30.000.000 δρχ. και στην εταιρία ΟΙΚΟΒΟ 276.000.000 δρχ., ενώ για επενδύσεις δεν δόθηκε κανένα ποσό. Επιπλέον το τελευταίο τρίμηνο του 1998 υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους προέβησαν σε εξαγορά της εταιρίας με την επωνυμία "Οινοπνευματική Βόλου" (ΟΙΝΟΒΟ) την οποία η Θεσσαλική είχε πωλήσει το 1997 και στη συνέχεια κατέβαλαν στην ΟΙΝΟΒΟ υπό μορφή "οικονομικής ενίσχυσης" ποσό 709.000.00 δραχμών, χωρίς να ενημερώσουν το επενδυτικό κοινό ούτε για τις παραπάνω ενέργειες ούτε για την προέλευση των κεφαλαίων που διατέθηκαν στην ΟΙΝΟΒΟ. Κατ' αυτόν τον, τρόπο απέκρυψαν αθέμιτα από το επενδυτικό κοινό γεγονότα που ενδιαφέρουν άμεσα το επενδυτικό κοινό, καθόσον έχουν επίπτωση στην περιουσιακή και οικονομική κατάσταση της εταιρείας και μπορούν να προκαλέσουν σημαντική διακύμανση των τίτλων των μετοχών της ως άνω εταιρίας "Θεσσαλικής Οινοπνευματικής Α.Ε.". Με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και τις αθέμιτες αποκρύψεις των αληθινών γεγονότων, υπό την ως άνω ιδιότητα τους, εκμεταλλευόμενοι και το κλίμα που επικρατούσε στην ελληνική κοινή γνώμη, το οποίο ήταν άκρως ευνοϊκό για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο, έπεισαν τους συναλλασσόμενους επενδυτές να προβούν κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/99 μέχρι και 2/7/99, που ανεστάλη η διαπραγμάτευση της εν λόγω μετοχής στο Χ.Α.Α σε αθρόες αγορές μετοχών της Θεσσαλικής Οινοπνευματικής, με αποτέλεσμα να παρουσιάσει η μετοχή κατά το ως άνω χρονικό διάστημα υψηλή εμπορευσιμότητα, και η τιμή της που την 1/1/99 ανερχόταν στο ποσό των 1.85 δραχμών να διαμορφωθεί το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου του 1999 στο ποσό των 1.200 δραχμών ενώ στις 2/7/99 που ανεστάλη η διαπραγμάτευση της στο ποσό των 702 δραχμών. Στις ως άνω αγορές μετοχών δεν θα προέβαιναν οι επενδυτές αν γνώριζαν ότι η "Θεσσαλική Οινοπνευματική ΑΕ" α.) είχε σταματήσει την παραγωγική και επιχειρηματική της δραστηριότητα από τον Ιούλιο του 1997, β) είχε ζημίες και όχι κέρδη, γ) η καθαρή της θέση για τις χρήσεις των ετών 1997 και 1998 ήταν αρνητική και όχι θετική, και δ) το ποσό που αντλήθηκε από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου είχε διατεθεί για άλλους σκοπούς από αυτούς που αναγράφοντο στο εγκριθέν από το Χ.Α.Α. ενημερωτική δελτίο και κυρίως δεν είχε διατεθεί καν για επενδύσεις, όπως αρχικά είχε προβλεφθεί. Προέβησαν δε στην ανωτέρω πράξη με σκοπό να αποκομίσει η εταιρία "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε." παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο συνίσταται στη βελτίωση της οικονομικής θέσης της ως άνω εταιρίας και συγκεκριμένα στη βελτίωση της φήμης και αξιοπιστίας της, στην αθέμιτη αύξηση της τιμής της μετοχής της, και στη δυνατότητα της για ευχερέστερο διακανονισμό των χρεών της, για ευχερέστερη δανειοληψία και για εξαγορά άλλων εταιριών. Έβλαψαν δε την περιουσία 8.131 επενδυτών, κατόχων 20.740.350 μετοχών της Θεσσαλικής Οινοπνευματικής, οι οποίοι πείστηκαν στις ως άνω ψευδείς παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις των αληθινών γεγονότων και προέβησαν σε αθρόες αγορές μετοχών της ως άνω εταιρίας, και οι οποίοι όταν την 2/7/1999 ανεστάλη η διαπραγμάτευση της μετοχής, παρέμειναν εγκλωβισμένοι και δεν είναι σε θέση να διαπραγματευτούν την πώληση της μετοχής αυτής, η ζημία δε που προξενήθηκε σ' αυτούς είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών και ανέρχεται στο ποσό των 14.559.725.700 δραχμών (20.740.350 μετοχές Χ 702 δρχ.). Η υποδομή την οποίαν είχαν διαμορφώσει και η επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής της απάτης δηλαδή κατ' εξακολούθηση με όφελος και αντιστοίχως προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνοντα συνολικώς το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ΕΥΡΩ, η κατάρτιση σχεδίου, η δημοσίευση ψευδών ισολογισμών, η διοχέτευση ψευδών πληροφοριών στον "τύπο" η αποστολή επιστολής με ψευδές περιεχόμενο στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, αποδεικνύουν το σκοπό αυτών προς πορισμό εισοδήματος και την σταθερή ροπή των στη διάπραξη της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας των. Τέλος ο τέταρτος τούτων Χ4, λογιστής, κάτοικος ..., για να δικασθεί επί του ότι με πρόθεση παρέσχε στους ανωτέρω συγκατηγορουμένους του ΑΑ, Χ3 και Χ2, Γενικό Διευθυντή, Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο αντίστοιχα της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών εταιρείας με την επωνυμία "Θεσσαλική Οινοπνευματική ΑΕ" την άμεση συνδρομή του κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση του εγκλήματος το οποίο οι ανωτέρω διέπραξαν ως περιγράφεται ακριβώς κατά τα άνω περιγραφόμενα και δη έχων την ιδιότητα του λογιστή της ανωτέρω εταιρείας παρείχε την άμεση συνδρομή του κατά τον χρόνο τελέσεως της. Ειδικότερα εκτελών εντολές των συγκατηγορουμένων του άνω αναφερομένων αφ' ενός μεν υπέγραψε τους ψευδείς ισολογισμούς των ετών 1997 και 1997, γνωρίζοντας ότι το περιεχόμενο τους ως προς την καθαρή θέση της εταιρείας ήταν ψευδές, αφ' ετέρου δε επιβεβαίωσε την ακρίβεια των στοιχείων, τα οποία περιείχε το από Μαΐου 1998 ενημερωτικό δελτίο για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, στο οποίο όμως δεν υπήρχε πρόβλεψη για καταβολή ποσού 276.000.000 δραχμών προς την εταιρεία "ΟΙΝΟΒΟ" από τη διαχείριση των κεφαλαίων της αυξήσεως και επιπλέον υπήρχε ψευδής πρόβλεψη για διάθεση από το ποσό αυξήσεως ποσού 460.000.000 δραχμών για επενδύσεις. Η κατά τα ανωτέρω συνδρομή του ήτο καίρια και αναγκαία, προκειμένου να ολοκληρωθεί το έγκλημα της απάτης και να παραπλανηθεί το επενδυτικό κοινό τόσο για την οικονομική θέση και κατάσταση της εταιρείας, όσο και για τον τρόπο διαθέσεως των κεφαλαίων τα οποία θα αντλούντο από την αύξηση του κεφαλαίου, από τα οποία σημαντικό μέρος αυτών, θα διετίθετο δήθεν για επενδύσεις, οι οποίες θα βελτίωναν την οικονομική θέση και κατάσταση της εταιρείας, έλαβε δε χώρα η συνδρομή του κατά την εκτέλεση της κυρίας πράξεως της απάτης κατά τα ανωτέρω (κατ' επάγγελμα και συνήθεια) και κατ' εξακολούθηση υπό κατ' επάγγελμα και συνήθεια δρώντων με όφελος και προξενηθείσα ζημία τα οποία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.00Q δρχ. ή 73.000 EURO, εκ μέρους των συγκατηγορουμένων του, να επικυρωθεί κατά τα λοιπά το προσβαλλόμενο βούλευμα, να διαταχθεί η σύλληψη και, όταν αυτό επιτευχθεί η προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου ΑΑ, διατηρούμενης συνάμα της ισχύος του σε βάρος του εκδοθέντος υπ' αριθμ. 9/2006 εντάλματος συλλήψεως του Ανακριτού 19ου Τακτ. Τμήματος Πλημ/κών Αθηνών και τέλος να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα και τέλη της παρούσης διαδικασίας εξ EURO 210 σε βάρας ενός εκάστου των εκκαλεσάντων κατηγορουμένων. Όμως, πουθενά στο βούλευμα δεν γίνεται μια γενική αναφορά των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη, ενώ από την αναφορά του βουλεύματος ότι "Για τους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση, οι οποίοι είναι νόμιμοι και βάσιμοι και στους οποίους το παρόν Συμβούλιο πλήρως αναφέρεται για την αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων" δεν προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1/2002, ΑΠ 97/2002), ούτε, επίσης, η αποδοχή από το Συμβούλιο Εφετών των λόγων που εκτίθενται στην εισαγγελική πρόταση καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν γίνεται καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, αλλά μόνον ως προς τους λόγους, δηλαδή ως προς τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες οι εφέσεις των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων (Συμ. ΑΠ 1554/01, Συμ. ΑΠ 1608/01). Επικουρικώς, στο σημείο αυτό, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί από το Συμβούλιό σας ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει την ειδική αιτιολογία ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, το Συμβούλιο Εφετών με αυτά που διέλαβε παραπάνω, αφενός αιτιολογημένα κατέληξε σε παραπεμπτική κρίση ως προς τις πράξεις της απάτης κατ' εξακολούθηση και της άμεσης συνέργειας σ' αυτή κατ' εξακολούθηση σε βαθμό, αμφότερες, κακουργήματος, αφού εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν αντικειμενικά και υποκειμενικά τις ως άνω πράξεις, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε ότι προέκυψαν αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, αφετέρου, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις οικίες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 § 2,45,46 § ιβ, 98 και 386 § 1,3 εδ. α', β' Π.Κ., χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, απορριπτομένων έτσι των προβαλλομένων από τους αναιρεσείοντες συναφώς λόγων αναιρέσεως. Περαιτέρω, με τις παραπάνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών δεν απεφάνθη για την πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος για την οποία ασκήθηκε νόμιμη ποινική δίωξη και για την οποία ο αναιρεσείων ΑΑ κρίθηκε παραπεμπτέος με το πρωτόδικο 3071/03 βούλευμα, το οποίο και επικύρωσε ως προς την παραπεμπτική για την πράξη αυτή διάταξή του, αφού δεν εκθέτει καθόλου τα πραγματικά περιστατικά για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εν λόγω εγκλήματος, ούτε αναφέρεται στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος ως προς το έγκλημα αυτό. Έτσι, όμως υπερέβη αρνητικά την εξουσία του ως προς την πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα ΑΑ. Τέλος, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Χ3 υπέβαλε αίτημα περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του στο Συμβουλίου Εφετών. Συνεπώς ο προβαλλόμενος απ' αυτόν λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε σιωπηρά το σχετικό αίτημά του είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Κατά ακολουθία αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του προσβαλλομένου από τους αναιρεσείοντες λόγου αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και του αυτεπαγγέλτως ερευνωμένου λόγου της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω να γίνουν δεκτές οι υπ'αριθμ. 307/2007, 3/2008, 4/2008 και 2/2007 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) ΑΑ, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθμ. 2569/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο αυτό ως άνω Συμβούλιο Εφετών συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Αθήνα 25 Φεβρουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά του αυτού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (υπ' αριθ. 2569/2007), οι υπό κρίση τέσσερις αιτήσεις αναιρέσεως 1) από 31-12-2007 του Χ1, 2) από 7-1-2008 του Χ4, 3) από 7-1-2008 του Χ2 και 4) από 7-1-2008 του Χ3, ασκηθείσες με δηλώσεις των αναιρεσειόντων στο Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, για τις οποίες συντάχθηκαν οι 307/2007 και 2,3 και 4/2008 εκθέσεις, αντιστοίχως. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως απ' αυτό προκύπτει, απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά του 3071/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αφού διορθώθηκε και συμπληρώθηκε το πρωτόδικο αυτό βούλευμα, έτσι ώστε παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Αθηνών οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, οι μεν Χ1, Χ2 και Χ3 για από κοινού απάτη κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουσα το ποσόν των 73.000 ευρώ, ο δε Χ4 για άμεση συνέργεια κατ' εξακολούθηση στην κακουργηματική απάτη των ανωτέρω τριών συγκατηγορουμένων του, επικυρωθέντος κατά τα λοιπά του εν λόγω πρωτοδίκου βουλεύματος, με το οποίο ο εκ των αναιρεσειόντων Χ1 έχει παραπεμφθεί, επιπλέον, και για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, τελεσθείσα από διαχειριστή ξένης περιουσίας. Αιτιολογώντας το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών την απορριπτική των ανωτέρω εφέσεων κρίση του, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά λέξη, "για τους λόγους που αναπτύσσοντα στην εισαγγελική πρόταση, οι οποίοι είναι νόμιμοι και βάσιμοι και στους οποίους το Συμβούλιο πλήρως αναφέρεται για την αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες οι εφέσεις των κατηγορουμένων ..., να διορθωθεί-συμπληρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθούν οι κατηγορούμενοι ... για να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι ...", παρέθεσε δε, περαιτέρω, στο σκεπτικό του βουλεύματος την, κατά διόρθωση-συμπλήρωση του πρωτοδίκου βουλεύματος, κατηγορία ως προς την πράξη της κακουργηματικής απάτης και της άμεσης σ' αυτήν συνέργεια, καθώς και την περί επικυρώσεως του πρωτοδίκου βουλεύματος κατά τα λοιπά σκέψη, τα οποία επανέλαβε στο διατακτικό. Με την επιτρεπτή αυτή αναφορά του Συμβουλίου, προς αιτιολόγηση του βουλεύματος, στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, η οποία (αναφορά) καλύπτει και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων που γίνεται στην πρόταση, έτσι ώστε δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι τα αποδεικτικά αυτά μέσα λήφθηκαν υπόψη, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών σαφώς αποδέχθηκε τα διαλαμβανόμενα στην εισαγγελική πρόταση, τα οποία, όπως απ' αυτήν προκύπτει, αναφέρονται τόσον στην ως άνω απάτη και άμεση συνέργεια, όσον και στην υπεξαίρεση, για την οποία έχει παραπεμφθεί με το πρωτόδικο βούλευμα, που επικυρώθηκε κατά τούτο, όπως προεκτέθηκε, ο αναιρεσείων Χ
- Ο τελευταίος, με την κρινόμενη αίτησή του αναιρέσεως, πλήττει το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς όλα τα κεφάλαια του, για τους εκ του άρθρου 484 § 1 στοιχ. β' και δ' Κ.Ποιν.Δ λόγους της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, εκείνο δε (κεφάλαιο), ειδικότερα, που αφορά στην παραπομπή του για κακουργηματική υπεξαίρεση, με τους τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους της ως άνω αιτήσεως. Επί των λόγων αυτών, σε σχέση με την κακουργηματική υπεξαίρεση, ο προτείνων Εισαγγελέας ουδέν διαλαμβάνει στην υποβληθείσα στο Δικαστήριο τούτο (ως Συμβούλιο) από 25-2-2008 πρότασή του. Αντιθέτως, με την πρόταση αυτή ο Εισαγγελέας, ο οποίος προτείνει κυρίως την αναίρεση του προσβαλλομένου βουλεύματος στο σύνολό του για έλλειψη αιτιολογίας, εγκείμενη στη μη αναφορά των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, επειδή εκτιμά ότι η ως άνω αναφορά του Συμβουλίου στην εισαγγελική πρόταση δεν είναι καθολική ώστε να καλύπτει και τα εκεί αποδεικτικά μέσα, (άποψη αποκρουόμενη κατά τα προεκτεθέντα), προτείνει περαιτέρω, θεωρώντας ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν αποφάνθηκε για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, την αναίρεση κατά τούτο (επικουρικώς) του προσβαλλομένου βουλεύματος, για την πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, αυτεπαγγέλτως ερευνώμενη. Έτσι, όμως, δεν υπάρχει πρόταση του Εισαγγελέα προς το Συμβούλιο τούτο επί της βασιμότητας των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως αναφορικά με την πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως και πάντως, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι υπάρχει πρόταση, ως προς το λόγο της ελλείψεως αιτιολογίας, ενόψει της κατά τα ανωτέρω, προτεινόμενης αναιρέσεως του βουλεύματος λόγω μη αναφοράς των αποδεικτικών μέσων, (αν και η έλλειψη αιτιολογίας εκ της μη αναφοράς των αποδεικτικών μέσων σαφώς διαστέλλεται της ελλείψεως αιτιολογίας από τη μη αναφορά των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου ή του Συμβουλίου), δεν υπάρχει πρόταση επί των λοιπών ως άνω λόγων. Κατόπιν αυτών και ενόψει των οριζομένων στα άρθρα 32 § 1 και 138 § 2,3 Κ.Ποιν.Δ, τα οποία επιτάσσουν, για το κύρος του εκδιδομένου βουλεύματος, την προηγούμενη υποβολή έγγραφης εισαγγελικής προτάσεως, πρέπει το Δικαστήριο τούτο (ως Συμβούλιο) να απόσχει να αποφανθεί επί των συνεκδικαζομένων αιτήσεων μέχρι να υποβληθεί, κατά τη νέα συζήτηση της υποθέσεως που θα ορισθεί αρμοδίως, πρόταση κατά τα προεκτεθέντα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απέχει να αποφανθεί επί των συνεκδικαζομένων αιτήσεων, περί αναιρέσεως του 2569/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, μέχρι την υποβολή εισαγγελικής προτάσεως, κατά το σκεπτικό. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου
- Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ