← Ελλάδα

ΑΠ 1104/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Πλαστογραφία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1104 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Πλαστογραφία. Περίληψη: Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήση και (πλημμεληματική) απάτη κατ' εξακολούθηση. Στοιχεία του εγκλήματος της πλαστογραφίας. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Έννοια άρθρου 393 § 2 ΠΚ. Ο δράστης της πλημμεληματικής απάτης δεν απαλλάσσεται αν ικανοποιήσει τον παθόντα μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή πριν μεν από αυτήν, αλλά εν μέρει (π. χ. αν καταβάλει μόνο το κεφάλαιο, όχι και τους τόκους), αλλά η τοιαύτη καταβολή συνεκτιμάται είτε ως ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2 περ. δ΄ ΠΚ είτε στα πλαίσια του άρθρου 79 § 3 περ. δ΄ του ίδιου Κώδικα, κατά την επιμέτρηση της ποινής. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για εκ πλαγίου παράβαση της διατάξεως αυτής. Αριθμός 1104/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Στρουγγάρη, περί αναιρέσεως της 3025/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους

  1. Ψ1,
  2. Ψ2 και
  3. Ψ3, που δεν παραστάθηκαν. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 113/
  4. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή, αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου
  5. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 393§2 ΠΚ, όπως ισχύει, "ο υπαίτιος των πράξεων των άρθρων...386, ..., εφόσον δεν τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος,..., απαλλάσσεται από κάθε ποινή, αν ικανοποιήσει πλήρως τον ζημιωθέντα μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την καταβολή του κεφαλαίου και των τόκων υπερημερίας και δηλώσουν τούτο ο παθών ή οι κληρονόμοι του". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αν ο δράστης της (πλημμεληματικής) απάτης ικανοποιήσει τον παθόντα μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή πριν μεν από αυτήν, αλλά εν μέρει (π. χ. μόνο κατά το κεφάλαιο), δεν απαλλάσσεται, αλλά η τοιαύτη καταβολή συνεκτιμάται είτε ως ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2 περ. δ ΠΚ είτε στα πλαίσια του άρθρου 79§3 περ. δ του ίδιου Κώδικα, κατά την επιμέτρηση της ποινής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο από το άρθρο 393§2 ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην απαλλαγή του κατηγορουμένου για πλημμεληματική απάτη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 3035/2009 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα πλημμεληματικής απάτης και πλαστογραφίας με χρήση κατ` εξακολούθηση, πράξεις που τέλεσε με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του προτέρου εντίμου βίου, του ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του και του ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις πράξεις του, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 9 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τ` ακόλουθα: Οι μηνυτές Ψ1, Θ, Ψ3, Ψ2 και Ξ, κατά μήνα Ιανουάριο 2002 ανέθεσαν στον κατηγορούμενο, υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρου, να προβεί στις αναγκαίες νομικές ενέργειες προκειμένου να υποχρεωθεί η ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία...να επιστρέψει τα καταβληθέντα από καθένα αυτών χρηματικά ποσά ως επένδυση στην εν λόγω εταιρία κατά μήνα Νοέμβριο 2001, λόγω αναστολής με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς της λειτουργίας της. Ο κατηγορούμενος ενεργώντας με πρόθεση στις 28.5.2002 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος παρέστησε διαδοχικά ψευδώς στους μηνυτές με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτόν του παράνομο περιουσιακό όφελος και βλάψει αντίστοιχα την περιουσία τους, ότι κατέθεσε για λογαριασμό καθένα αυτών αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής με τίτλους τις αποδείξεις είσπραξης από την τελευταία του καταβληθέντος από τον καθένα ποσού και έπρεπε κατά συνέπεια να καταβληθεί το αναλογούν για το αιτούμενο από τον καθένα ποσό τέλος δικαστικού ενσήμου και έτσι τους έπεισε να του καταβάλουν δια χειρός της Ζ, συζύγου του εκ των μηνυτών Ψ1 τα κάτωθι ποσά 1) 473 € για λογαριασμό του Θ, 2) 3215 € για λογαριασμό Ψ3, 3) 432 € για λογαριασμό Ψ2 και 4) 448 € για λογαριασμό Ξ, τελών εν γνώσει της αναληθείας των όσων πιο πάνω παρέστησε, αφού δεν είχε καταθέσει καμιά αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, ζημιώνοντας με αυτό τον τρόπο την περιουσία των ως ανωτέρω παθόντων κατά το αντίστοιχο ποσό που ένας έκαστος εξ αυτών του κατέβαλε με αντίστοιχη δική του ωφέλεια. Ακολούθως, στις 12.7.2002 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων. Συγκεκριμένα, κατήρτισε στην ... εξ ολοκλήρου τις με αριθμό 4967, 48512, 48513 και 48514 από 12.7.2002 διαταγές πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών θέτοντας ως αριθμούς εκδόσεως τους 4967, 48512, 48513 και 48514, ημερομηνία έκδοσης την 12.7.2002, το όνομα των δικαστών που δήθεν τις εξέδωσαν και πλαστές υπογραφές τους και σφραγίδες του Πρωτοδικείου Αθηνών. Περαιτέρω, κατήρτισε εξ ολοκλήρου τις με αριθμό 7605/2002, 7607/2002 και 7608/2002 εκθέσεις επιδόσεως στις οποίες ανέγραψε το όνομα του δήθεν επιδόσαντος αυτές δικαστικού επιμελητού ... και έθεσε πλαστές τις υπογραφές του ως άνω δικαστικού επιμελητού και του αρμοδίου υπαλλήλου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (...) ο οποίος εφέρετο ότι παρέλαβε ακριβές απόγραφο εκτελεστό των με αριθμό 48512/2002, 48513/2002 και 48514/2002 διαταγών πληρωμής. Των ως άνω πλαστών εγγράφων ο κατηγορούμενος έκανε στη συνέχεια χρήση αφού παρέδωσε φωτοτυπίες αυτών στους ανωτέρω μηνυτές - παθόντες με σκοπό παραπλάνησής τους ότι τα έγγραφα αυτά είναι γνήσια ως προς όλα τα στοιχεία τους. Για τα πραγματικά αυτά περιστατικά σαφής είναι η κατάθεση της εκ των μαρτύρων κατηγορίας Ζ...Υπό τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων της απάτης κατ` εξακολούθηση...και της πλαστογραφίας κατ` εξακολούθηση με χρήση και πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος των αξιοποίνων αυτών πράξεων, απορριφθεί δε ως αβάσιμος κατ` ουσία ο από τον κατηγορούμενο προβληθείς αυτοτελής αυτού ισχυρισμός περί απαλλαγής του από κάθε ποινή σε σχέση με την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ` εξακολούθηση..., κατ` εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 393§2 ΠΚ, λόγω της συνδρομής των τασσομένων στη διάταξη αυτή προϋποθέσεων και δη της πλήρους ικανοποίησης των εξαπατηθέντων ως άνω παθόντων μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφού, όπως με σαφήνεια κατετέθη από την εξετασθείσα ως άνω μάρτυρα κατηγορίας Ζ η καταβολή (επιστροφή) από τον κατηγορούμενο του ληφθέντος ως άνω, από καθένα των μηνυτών ποσού για την προεκτεθείσα αιτία, πραγματοποιήθηκε στη ..., δια χειρός του φιλικού προσώπου του κατηγορουμένου ... μετά την εκδίκαση της υπόθεσης πρωτοβαθμίως, γεγονός, που δεν αμφισβητεί άλλωστε ο κατηγορούμενος με τα όσα απολογούμενος καταθέτει υποστηρίζων πραγματοποίηση της καταβολής πριν την εκδίκαση της υπόθεσης πρωτοβαθμίως στο φιλικό του παραπάνω πρόσωπο, πλην την πραγματοποίηση της καταβολής από τον τελευταίο, το απόγευμα της εκδίκασης της υπόθεσης πρωτοβαθμίως ή την επομένη. Άλλωστε και σε κάθε περίπτωση η ικανοποίηση των μηνυτών παθόντων δεν υπήρξε πλήρης, αφού, όπως κατηγορηματικά η αυτή ως άνω μάρτυς κατέθεσε, ουδέν ποσό πέραν του κεφαλαίου κατεβλήθη και δη για τόκους υπερημερίας...". Με αυτά που δέχθηκε, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της απάτης και της πλαστογραφίας κατ` εξακολούθηση, για τα οποία πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, ως προς την πλαστογραφία κατ` εξακολούθηση προσδιορίζεται η ταυτότητα των πλαστών εγγράφων (διαταγών πληρωμής και εκθέσεων επιδόσεως) που κατάρτισε ο αναιρεσείων, ο σκοπός του τελευταίου να παραπλανήσει με τη χρήση των πλαστών άλλους (τους μηνυτές) σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες (ότι, δηλαδή, οι διαταγές πληρωμής και οι εκθέσεις επιδόσεως ήταν πράγματι γνήσιες και ότι, επομένως, μπορούσε να επιδιωχθεί η εκτέλεση των διαταγών), καθώς και η χρήση των πλαστών, την οποία έκανε, παραδίδοντας στους παθόντες φωτοτυπίες των πλαστών εγγράφων. Αιτιολογείται, ακόμη, επαρκώς η απορριπτική κρίση για τον αυτοτελή ισχυρισμό περί εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 393§2 ΠΚ όσον αφορά το έγκλημα της απάτης, αφού το Δικαστήριο της ουσίας δέχεται ότι η επιστροφή στους παθόντες των ποσών που είχαν καταβάλει αυτοί στον αναιρεσείοντα έγινε μετά την πρωτοβάθμια εκδίκαση της υποθέσεως, σε κάθε δε περίπτωση αυτή δεν ήταν πλήρης, δεδομένου ότι περιελάμβανε μόνο το κεφάλαιο, όχι και τους τόκους υπερημερίας. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 περ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το καταδικαστικό μέρος της πλαστογραφίας με χρήση και για εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 393§2 ΠΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται ότι τα βεβαιούμενα στα πλαστά έγγραφα γεγονότα ήταν απαραίτητα στοιχεία για να πεισθούν οι μηνυτές να του καταβάλουν τα ζητηθέντα ποσά για την καταβολή του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου είναι αβάσιμη και για τον πρόσθετο λόγο ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η καταβολή των ποσών που απαιτούντο δήθεν για το δικαστικό ένσημο έλαβε χώραν πριν από την τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας. Η αιτίαση ότι, για την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού, δεν συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα η απολογία του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, όπου περιέχεται η κατάθεση του μάρτυρα Ψ2, είναι αβάσιμη, καθόσον, από τη ρητή μνεία στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, της απολογίας του κατηγορουμένου, καθώς και των αναγνωσθέντων πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι αυτά λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ενώ γίνεται ειδική μνεία του τι προέκυψε από την απολογία του κατηγορουμένου. Η αυτή αιτίαση, κατά το μέρος που με αυτήν υποστηρίζεται ότι εκτιμήθηκαν εσφαλμένα τα αποδεικτικά μέσα, είναι απαράδεκτη, γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 113/ 30.12.2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ` αριθ. 3025/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.