Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1108 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα. Περίληψη: Δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και δεν είναι αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, όπως το σώμα της ακάλυπτης επιταγής, επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπιση του κατ' αυτής. Κατά τη σαφή διάταξη του άρθρου 333 παρ. 2 και 364 παρ. 1 του ΚΠΔ, η μη ανάγνωση στο ακροατήριο των αναφερομένων σ' αυτό εγγράφων και η μη απάντηση σε ορισμένο αυτοτελή ισχυρισμό ή αίτημα του κατηγορουμένου, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της διαδικασίας, μόνον αν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζητήθηκε η ανάγνωση ορισμένου εγγράφου από τον Εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά με την αίτηση που υποβλήθηκε για το σκοπό αυτό, οπότε δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' εδ. β΄ του ΚΠΔ. Αριθμός 1108/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μιχαλόπουλο, περί αναιρέσεως της 76813/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 423/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι στερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο και ταυτόχρονα παραβιάζεται η αρχή της προφορικότητας της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. γ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ' αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης 76813/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της εκδόσεως της με αριθμ. ...επιταγής της τράπεζας Πειραιώς, μη πληρωθείσας ελλείψει αντικρύσματος στην άνω πληρώτρια τράπεζα, δεν συμπεριλαμβάνεται και εν λόγω τραπεζική επιταγή. Η επιταγή όμως αυτή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για την έρευνα του προβαλλομένου σχετικού λόγου αναιρέσεως, δεν είναι έγγραφο της αποδεικτικής διαδικασίας και συνιστά το υλικό αντικείμενο της εν λόγω αξιοποίνου πράξεως, αναφέρεται στην κατηγορία, υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών με την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντος ... και συμπεριλαμβάνεται στη σχηματισθείσα σε βάρος του κατηγορουμένου δικογραφία και δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωση της στο ακροατήριο, ο δε αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα, δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν στη δίκη συνηγόρου του, να ζητήσει από την διευθύνουσα τη συζήτηση και να λάβει γνώση του περιεχομένου της επιταγής αυτής, οποτεδήποτε, πράγμα που δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε ώστε να αντικρούσει την κατηγορία, προβάλλοντας τις τυχόν παρατηρήσεις του, δεν ήταν δε υποχρεωμένη η διευθύνουσα τη συζήτηση, χωρίς αυτός να το ζητήσει, να επιδείξει ιδιαίτερα σε αυτόν το άνω διαδικαστικό έγγραφο και ο σχετικός, από το άρθρο 51 0 παρ. 1 στοιχ. Α και Γ του ΚΠοινΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, όσο και για παραβίαση της αρχής της προφορικότητας της διαδικασίας πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει την άδεια στους διαδίκους, όπως και στους συνηγόρους τους, όταν το ζητήσουν, για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την υπόθεση που συζητείται, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 335 παρ.2 του ΚΠοινΔ, εναντίον των διατάξεων που εκδίδονται από τον πρόεδρο κατά τα άρθρα 141 παρ.2, 333, 334, της παρ. 1 αυτού του άρθρου και των άρθρων 337 παρ.2 και 359, μπορεί να ασκηθεί αμέσως προσφυγή σε ολόκληρο το δικαστήριο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 και 3 του ΚΠοινΔ, "o εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώρηση (στα πρακτικά συνεδριάσεως) κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, και να παραδίδουν γραπτώς σ' αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους που αναπτύχθηκαν προφορικά. Η απόφαση του δικαστηρίου που αρνείται ή περιορίζει την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων η οποία εκδίδεται μετά από προσφυγή κατά της άρνησης του διευθύνοντος τη συζήτηση, προσβάλλεται με τα ένδικα μέσα που επιτρέπονται εναντίον της οριστικής απόφασης και μόνο μαζί με αυτήν. Τα πρακτικά ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 140 και με αυτό το άρθρο". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι έχουν ορισμένο αίτημα και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, ήτοι αιτήσεις ή ενστάσεις, που έχουν έννομη σημασία και πρέπει να απαντηθούν από το Δικαστήριο. Αν ζητήθηκε η κατάθεση αυτοτελών ισχυρισμών από τον κατηγορούμενη το συνήγορό του, η τυχόν άρνηση από το διευθύνοντα τη συζήτηση να δεχθεί την κατάθεσή τους, δεν συνιστά απόλυτη ακυρότητα κατ' αρθρ. 171 παρ. 1δ' του ΚΠΔ, αλλά παρέχει στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 335 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο προς άσκηση του δικαιώματος καταθέσεως τούτων, σε περίπτωση δε αρνήσεως αποφάσεως από το δικαστήριο στο οποίο προσέφυγε ή παρά το νόμο απορρίψεως του σχετικού αιτήματος του κατηγορουμένου, πράγμα που πρέπει να προκύπτει αποκλειστικά από τα πρακτικά συνεδριάσεως, υφίσταται έλλειψη ακροάσεως και δημιουργείται λόγος αναιρέσεως κατά τα άρθρα 170 παρ.2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' εδ. β' του ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι "δια του συνηγόρου μου υπέβαλα αίτηση στο δικαστήριο για να καταθέσω αυτοτελείς ισχυρισμούς σχετικούς με την ποινική μου μεταχείριση, καθώς και να ζητήσω την ανάγνωση της επίδικης επιταγής, κατ' αρχήν η πρόεδρος και στη συνέχεια το δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγα, κατ' άρθρο 335 ΚΠοινΔ, διαπίστωσαν μεν ότι θέλω να καταθέσω αυτοτελείς ισχυρισμούς, ουδέποτε όμως απάντησαν στο αίτημα μου αυτό, παραβιάζοντας και στερώντας μου το δικαίωμα ακρόασης". Από την επισκόπηση, όμως, των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και την επί της κατηγορίας πρόταση του εισαγγελέα της έδρας και την αγόρευση του συνηγόρου πολιτικής αγωγής, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, λαβών το λόγο, "ζήτησε να καταθέσει αυτοτελείς ισχυρισμούς μετά την πρόταση του εισαγγελέα και μετά την αγόρευση της πολιτικής αγωγής. Όλοι οι παράγοντες της δίκης συμφώνησαν ότι σ' αυτό το στάδιο της δίκης ήθελε να καταθέσει τους ισχυρισμούς", στη συνέχεια δε ανέπτυξε την κατηγορία και ζήτησε την αθώωση του πελάτη του. Από τα πρακτικά αυτά, τα οποία δεν προσβάλλονται για πλαστότητα, ούτε και διορθώθηκαν, προκύπτει, ότι μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας ο συνήγορος του κατηγορουμένου, κατά την αγόρευση του επί της κατηγορίας, ζήτησε απλώς να καταθέσει αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους δεν προσδιόρισε, ούτε τελικά και κατέθεσεν, όπως είχε δικαίωμα, ζητών ταυτόχρονα την καταχώρηση τους στα πρακτικά, ενώ δεν προκύπτει ότι αρνήθηκε η διευθύνουσα τη συζήτηση να κατατεθούν, ούτε προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου, μετά την άρνηση της διευθύνουσας, ρητή ή σιωπηρή, προσέφυγε στο Δικαστήριο, όπως διατείνεται, ώστε το Δικαστήριο να είναι υπόχρεο να απαντήσει επί της προσφυγής του. Επομένως ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' εδ. β' του ΚΠοινΔ, για ακυρότητα από έλλειψη ακροάσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5 Μαρτίου 2010 αίτηση - δήλωση του ... περί αναιρέσεως της 76813/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.