Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1112 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Έκδοση. Περίληψη: Έκδοση. Έφεση εκζητουμένης κατά απόφασης συμβουλίου εφετών, με την οποία απεφάσισε την εκτέλεση του εκδοθέντος εντάλματος σύλληψης του ανακριτή της περιοχής Φρούνζε του Μίνσκ, της Λευκορωσίας. Δεν εφαρμόζεται η σύμβαση δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ Ελληνικής Δημοκρατίας και της άλλοτε ΕΣΣΔ, στις σχέσεις της Ελλάδος και της Λευκορωσίας. Έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ΚΠΔ. Πρέπει να επισυνάπτονται με την αίτηση εκδόσεως όσα έγγραφα απαιτούνται ώστε να βεβαιωθεί ότι υπάρχουν ενδείξεις ενοχής, επαρκείς για να παραπεμφθεί σε δίκη εκείνος για τον οποίο ζητείται η έκδοση. Απάτη κατά το ποινικό δίκαιο της Λευκορωσίας. Δεν αντιστοιχεί στις διατάξεις του ελληνικού ΠΚ (386 ΠΚ). Ελλείψει του διττού αξιοποίνου δεν είναι επιτρεπτή η έκδοση. Δέχεται την έφεση. Γνωμοδοτεί κατά της έκδοσης. Αριθμός 1112/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε σύμφωνα με την 57/01.04.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Ανδρέα Τσόλια και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 και 22 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση της εκκαλούσας -εκζητουμένης Χ1, ήδη προσωρινά κρατούμενης στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Στειρόπουλο, κατά της υπ' αριθμ. 15/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεώς της στο Κράτος της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας. Κατά της αποφάσεως αυτής η εκζητούμενη και τώρα εκκαλούσα, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 53/14.03.2008 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, Διαμαντή Δημητρόπουλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 522/
- Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε την εκζητούμενη και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση της εκζητουμένης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινομένη 53/14-3-32008 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 15/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στις Αρχές της Λευκορωσίας της εκζητούμενης - εκκαλούσης υπηκόου της Χ1 , που διώκεται με το από 26.11.2003 ένταλμα σύλληψης του ανακριτή της περιοχής Φρούνζε του Μίνσκ, προκειμένου να δικαστεί για το έγκλημα της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ' ουσία (άρθρο 451 παρ. 1 του ΚΠΔ). Κατά το άρθρο 436 παρ. 1 ΚΠΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της έκδοσης, αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων. Μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας δεν υφίσταται σύμβαση δικαστικής συνεργασίας σε θέματα εκδόσεως, ενώ δεν ισχύει μεταξύ των Χωρών αυτών η σύμβαση δικαστικής αρωγής μεταξύ της Ελλάδος και της πρώην ΕΣΣΔ σε αστικές και ποινικές υποθέσεις που υπογράφηκε στην Αθήνα στις 21/5/1981 (ν. 1242/1982) και ρυθμίζει, μεταξύ άλλων και τα θέματα έκδοσης. Ειδικότερα στο πλαίσιο της συμφωνίας για τη διπλωματικών σχέσεων μεταξύ της Ελλάδος και της Λευκορωσίας, η οποία πραγματοποιήθηκε με ανταλλαγή των 1150.10/10 από 26.2.1992 και 772/5.3.1992 Ρηματικών Διακοινώσεων μεταξύ της Πρεσβείας της Ελλάδος στη Μόσχα και του Υπουργείου Εξωτερικών της Λευκορωσίας, αντίστοιχα, η πλευρά της Λευκορωσίας στην από 5.3.1992 Ρηματική Διακοίνωση της διατήρησε το δικαίωμα να διεξαγάγει ειδικές διαβουλεύσεις με την ελληνική πλευρά, προκειμένου να διαπιστωθεί ποιες από τις διεθνείς συμφωνίες, που είχε συνάψει η πρώην ΕΣΣΔ, είναι εφαρμόσιμες για τη Δημοκρατία της Λευκορωσίας και ποιες όχι. Δεδομένου ότι οι σχετικές διαβουλεύσεις δεν έχουν ολοκληρωθεί, δεν τίθεται ζήτημα αναγνώρισης της ισχύος της σύμβασης δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της άλλοτε ΕΣΣΔ, στις σχέσεις της Ελλάδος και της Λευκορωσίας (βλ. από ..... έγγραφο της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας του Τμήματος Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδος). Άλλωστε, η έλλειψη ειδικής συνθήκης για την έκδοση, ρητώς μνημονεύεται στο 25/425-2007 από 22-1-2008 αίτημα της Ανώτερης Εισαγγελίας της Λευκορωσικής Δημοκρατίας. Επομένως, στην εξεταζόμενη υπόθεση, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 437 έως 456 του ΚΠΔ. Σύμφωνα με το άρθρο 437 περ. α' ΚΠΔ, η έκδοση αλλοδαπού επιτρέπεται όταν αυτός κατηγορείται για αξιόποινη πράξη εναντίον της οποίας απειλείται και από τον ελληνικό ποινικό νόμο και από το νόμο του κράτους που ζητεί την έκδοση στερητικής της ελευθερίας ποινή, της οποίας το ανώτατο όριο είναι δύο έτη και πάνω, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 438 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, η έκδοση απαγορεύεται αν, σύμφωνα με τους νόμους του κράτους που ζητεί την έκδοση ή του ελληνικού κράτους ή του κράτους που τελέστηκε το έγκλημα, έχει προκύψει ήδη πριν από την απόφαση για την έκδοση νόμιμος λόγος που εμποδίζει τη δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 443 παρ. 1 εδ. πρώτο και τρίτο, αν πρόκειται για την περίπτωση του άρθρου 437 στοιχ. α', στην αίτηση που διαβιβάζεται με την διπλωματική οδό πρέπει να επισυνάπτονται το κατηγορητήριο, το ένταλμα σύλληψης ή οποιαδήποτε άλλη δικαστική πράξη που έχει το ίδιο κύρος με αυτά και (αν δεν υπάρχει συνθήκη που να το εμποδίζει) όσα έγγραφα απαιτούνται ώστε να βεβαιωθεί ότι υπάρχουν ενδείξεις ενοχής επαρκείς για να παραπεμφθεί σε δίκη εκείνος για τον οποίο ζητείται η έκδοση. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να διαβιβάζεται ταυτόχρονα αντίγραφο του νόμου, ο οποίος ισχύει στο κράτος που ζητεί την έκδοση και τιμωρεί την πράξη, ακόμη, συνοπτική περιγραφή των περιστατικών του εγκλήματος και, τέλος, ακριβής περιγραφή των χαρακτηριστικών εκείνου για τον οποίο ζητείται η έκδοση, μαζί με τη φωτογραφία του και τα δακτυλικά του αποτυπώματα, αν αυτό είναι δυνατό. Όλα αυτά τα έγγραφα μπορούν να προσκομίζονται και σε αντίγραφα επικυρωμένα από το δικαστήριο ή από οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή του κράτους που ζητεί την έκδοση. Τέλος, το συμβούλιο εφετών, το οποίο επιλαμβάνεται σε πρώτο βαθμό της αίτησης για έκδοση και συνακόλουθα και ο Άρειος Πάγος όταν δικάζει κατ' έφεση (άρθρο 451 ΚΠΔ), εξετάζει, σύμφωνα με το άρθρο 450 παρ. 2 του ΚΠΔ, αν δεν κωλύεται από τη συνθήκη, αν υπάρχουν ενδείξεις για τη βασιμότητα της κατηγορίας που αποδίδεται σ' εκείνον που έχει συλληφθεί, με βάση τα προσαγόμενα επίσημα αποδεικτικά στοιχεία από το κράτος που ζητεί την έκδοση, και αποφαίνεται αν αυτά θα επέτρεπαν τη σύλληψη και την παραπομπή του σε δίκη στην Ελλάδα, αν το έγκλημα είχε τελεσθεί σε ελληνικό έδαφος. Το συμβούλιο μπορεί, για να σχηματίσει γνώμη στην ουσία της περίπτωσης, να προβεί με ένα από τα μέλη του στη συλλογή κάθε χρήσιμου αποδεικτικού υλικού, αναβάλλοντας την υπόθεση το πολύ για δέκα πέντε ημέρες. Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσαν η παραστάσα εκζητούμενη και ο συνήγορός της προφορικώς και με το ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου έγγραφο υπόμνημά τους, προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Κράτος της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας υπέβαλε δια της διπλωματικής οδού το υπ' αριθ. 25/425-2007 από 22-1-2008 αίτημα της Ανώτερης Εισαγγελίας της χώρας αυτής (σχετ. έγγραφο υπ' αριθ. 13152 ΦΕΑ 1194/19.2.2008 του Υπουργείου Δικαιοσύνης), με το οποίο ζητείται η έκδοση της υπηκόου της Χ1, προκειμένου να δικαστεί στη Λευκορωσία για την αξιόποινη πράξη για την οποία διώκεται με το από 26.11.2003 ένταλμα σύλληψης- κατηγορητήριο υπό την ιδιότητα της κατηγορουμένης ("Διάταξη για την δήλωση αναζήτησης του κατηγορουμένου, για την κράτησή του και για την δήλωση της κατηγορίας και για την έκδοση") του Ανακριτή της περιοχής Φρούνζε του Μινσκ της Λευκορωσίας, υπολοχαγού της αστυνομίας Τερεστσένκο Α.Β. Από το έγγραφο αυτό, καθώς και από το συνυποβαλλόμενο με την αίτηση εκδόσεως από 16/1/2008 ένταλμα κράτησης ("Διάταξη για την κράτηση υπό την ιδιότητα της κατηγορουμένης") του Ανακριτή της περιοχής Φρούνζε του Μινσκ της Λευκορωσίας υπολοχαγού της αστυνομίας Εβλας Α.Β, προκύπτει ότι η εκζητούμενη κατηγορείται, από τις αρχές της Λευκορωσίας, ότι τέλεσε την πράξη, που χαρακτηρίζεται στα πιο πάνω εντάλματα και στην αίτηση εκδόσεως, ως απάτη, την οποία η εκζητούμενη τέλεσε κατ' εξακολούθηση και από την οποία η ζημία που προκλήθηκε είναι υπερβολικά μεγάλη. Ειδικότερα, η πράξη αυτή περιγράφεται λεπτομερώς στα παραπάνω εντάλματα, στα οποία συγκεκριμένα αναφέρεται, ότι αυτή, κατά το χρονικό διάστημα από του μηνός Μαρτίου 2000 μέχρι του μηνός Μαΐου 2003, με περισσότερες πράξεις που τελέστηκαν διαδοχικά κατά τους μήνες Μάρτιο 2000, Δεκέμβριο 2000, Ιούλιο 2001, Ιούλιο 2001, Οκτώβριο 2001, Απρίλιο 2002, Μάρτιο 2003, Απρίλιο 2003, και Μάιο 2003 και συνιστούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα της απάτης, ως υπεύθυνη επιχείρησης με την επωνυμία ".......", που εδρεύει στο Μινσκ, με πρόθεση να περιέλθει στην ιδιοκτησία της ξένη περιουσία χωρίς την καταβολή του σχετικού αντιτίμου και με το πρόσχημα συμβάσεων πωλήσεως, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να εκπληρώσει τη συμβατική της υποχρέωση, πήρε στην κατοχή της "από την απάτη και την κατάχρηση της εμπιστοσύνης" μεγάλες ποσότητες διαφόρων ποτών (κρασιού, βότκας, νερού κ.λ.π.) συνολικής αξίας 146.039.890 ρουβλίων της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας, με αντίστοιχη ζημία των πωλητριών εταιρειών, που είναι υπερβολικά μεγάλη. Με βάση δε τα περιστατικά αυτά, ο πιο πάνω Ανακριτής της περιοχής του Φρούνζε του Μινσκ της Λευκορωσίας, έκρινε, ότι η εκζητούμενη διέπραξε απάτη, δηλαδή αφαίρεση ξένης περιουσίας μέσω εξαπάτησης και κατάχρηση εμπιστοσύνης συνολικού ποσού 146.039.890 ρουβλίων της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας, που είναι "υπερβολικά μεγάλο μέγεθος", πράξη η οποία προβλέπεται και τιμωρείται όπως αναφέρθηκε από τη διάταξη του άρθρου 209 παρ. 4 του Ποινικού Κώδικα της Λευκορωσίας. Από την παράθεση όμως των ως άνω πραγματικών περιστατικών, προκύπτει ότι οι πράξεις που αποδίδονται στην εκζητούμενη δεν στοιχειοθετούν κατά το Ελληνικό ποινικό δίκαιο την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης (386 ΠΚ), δοθέντος ότι, από τα προσημειωθέντα ως άνω στοιχεία της κατηγορίας, δεν προκύπτει ότι η εκκαλούσα προέβη σε παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων ή, άλλως, σε πράξεις εξαπάτησης των πωλητριών εταιρειών, προκειμένου να πωλήσουν στην επιχείρηση ".......", της οποίας διευθύντρια ήταν η εκζητούμενη, τα αναφερόμενα στο ένταλμα εμπορεύματα. Η μη καταβολή του οφειλόμενου τιμήματος από τον αγοραστή, έστω και αν αυτός προέβη στην αγορά με σκοπό να μη εκπληρώσει την συμβατική αυτή υποχρέωσή του, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης του άρ. 386 του ΠΚ. Εξάλλου, τα πιο πάνω πραγματικά αυτά περιστατικά, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι στοιχειοθετούν, κατά την ελληνική ποινική νομοθεσία, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της καταδολίευσης δανειστών ή της παρακώλυσης άσκησης δικαιώματος που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 397 και 399 Π.Κ., αντίστοιχα, με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, δεν θα ήταν επιτρεπτή η έκδοση, διότι η απειλούμενη για τις πράξεις αυτές ποινές, δεν υπερβαίνει το όριο των δύο ετών, που θέτει το άρθρο 437 στοιχ. α ΚΠΔ, ως ελάχιστο όριο για το επιτρεπτό της εκδόσεως αλλοδαπού. Κατά συνέπεια δεν συντρέχει το διττό αξιόποινο, όπως αυτό απαιτείται από το άρθρο 437 του ΚΠΔ. Ανεξαρτήτως δε αυτού, όπως ήδη αναφέρθηκε σύμφωνα με το άρθρο 443 παρ. 1 εδ. πρώτο και τρίτο του ΚΠΔ, στην αίτηση για την έκδοση της εκκαλούσας, που κατηγορείται για τις πιο πάνω πράξεις, πρέπει να επισυνάπτονται, πλην άλλων, όσα έγγραφα απαιτούνται ώστε να βεβαιωθεί ότι υπάρχουν ενδείξεις ενοχής επαρκείς για να παραπεμφθεί σε δίκη. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, ουδέν αποδεικτικό έγγραφο, που να αποδεικνύει, ή έστω, να παρέχει ενδείξεις ενοχής της εκζητουμένης για τις πιο πάνω πράξεις έχει επισυναφθεί. Επομένως, η πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε α) ότι η σύμβασης δικαστικής αρωγής μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της άλλοτε Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, η οποία κυρώθηκε με το νόμο 1242/1982, έχει εφαρμογή και ως προς τη Δημοκρατία της Λευκορωσίας, και, κατ' εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης αυτής, έκρινε ότι δεν ερευνάται η βασιμότητα των αποδιδόμενων στην εκζητούμενη κατηγοριών και β) ότι συντρέχει η προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου και, ακολούθως, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως της εκζητουμένης, έσφαλε και πρέπει, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων εφέσεως, να εξαφανισθεί και να γνωμοδοτήσει το παρόν Συμβούλιο ότι δεν συντρέχει, νόμιμη περίπτωση εκδόσεως της εκζητουμένης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την έφεση. Εξαφανίζει την 15/2008 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Γνωμοδοτεί κατά της εκδόσεως στο Κράτος της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας της εκζητούμενης Χ1, που γεννήθηκε την 17.4.1947 στην πόλη Minsk της Λευκορωσίας, η οποία διώκεται με το από 26.11.2003 ένταλμα συλλήψεως του Ανακριτή της περιοχής Φρούνζε της πόλεως Minsk της Λευκορωσίας, προκειμένου να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της απάτης ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου
- O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ