← Ελλάδα

ΑΠ 1115/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1115 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών. Περίληψη: Ασφαλιστικές εισφορές, Α.Ν. 86/67 Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και γ) απόλυτης ακυρότητας. Επάρκεια αιτιολογίας, ως προς την ιδιότητα του οφειλέτη, το ύψος των οφειλόμενων εργοδοτικών και εργατικών εισφορών. Αιτιολογείται η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Δεν επάγεται ακυρότητα, από το γεγονός ότι στην εκκαλούμενη απόφαση, που αναγνώσθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αναφέρεται από προφανή παραδρομή, ότι αναγνώσθηκαν και τα σε αυτή έγγραφα. Απορρίπτει. Αριθμός 1115/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την με αριθμό 57/1.4.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μπατσολάκη, για αναίρεση της με αριθμό 13.997/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαΐου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 846/

  1. Α φ ο ύ ά κ ο υ σε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, τιμωρείται με τις αναφερόμενες ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές) με σκοπό αποδόσεώς τους στους Οργανισμούς της παρ. 1 και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του Α.Ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία ευθύνεται η εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης και κατά τις ως άνω διατάξεις κατά το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951 ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Εξ' άλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως, λόγο αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, η ανωτέρω αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Χαρακτήρα αυτοτελούς ισχυρισμού έχει και το αίτημα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, για επιβολή μειωμένης ποινής στην περίπτωση του άρθρου 84 παρ.2α και 2β του Π.Κ, της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων (άρθρο 84 του Π.Κ), πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται καθόλου ή παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε μη υποβληθέντα ή απαράδεκτο προβληθέντα ισχυρισμό. 'Ετσι, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στο διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει, ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής του. Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το Δικαστήριο, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν.(Ολ. ΑΠ 2/2005). Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, συντρέχει, όχι μόνο, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. Α.Π. 1778/1993). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι αποδείχθηκε ότι στη Νέα Φιλαδέλφεια Αττικής, όπου διατηρούσε επιχείρηση, ήτοι βιοτεχνία εσωρούχων-εξωρούχων με την επωνυμία ΑΛΛΟΡΑ ΑΒΕΕ, της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, αν και απασχόλησε κατά τη χρονική περίοδο από 2/1999 έως 4/1999 προσωπικό, ήτοι 37 μισθωτούς με σύνολο αποδοχών 19.814.964 δραχ., ασφαλισμένους στο Ι.Κ.Α, προς το οποίο έπρεπε να καταβάλει εισφορές, μέσα σε μηνιαία προθεσμία αφότου ήταν απαιτητές, ενεργώντας με πρόθεση, α) δεν κατέβαλε 5.974.000 δραχμές (εργοδοτικές εισφορές) και β) παρακράτησε 2.897.000 δραχμές (εργατικές) που αφορούσαν ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι είχε αποχωρήσει από την εταιρεία, αφορά μεταγενέστερο της ανωτέρω υποχρέωσης πληρωμής των εισφορών, διάστημα(βλ. από .......πρακτικό συνεδριάσεως έκτακτης καθολικής γενικής συνέλευσης) που σε κάθε περίπτωση δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό 9423 ΦΕΚ τον Οκτώβριο του
  2. Ουδεμία άλλωστε, επιρροή ασκεί το καταγραφόμενο στην εν λόγω συνέλευση και φερόμενο ως λεχθέν, κατά την εισήγηση του Παναγ. Κατσήρη, ότι αυτός είναι ο ουσιαστικός και αληθινός νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας και αυτός διευθύνει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της εταιρείας, στοιχείο που επικαλέσθηκε η υπεράσπιση, προκειμένου να αχθεί σε διαφορετική κρίση το δικαστήριο. Θα πρέπει συνεπώς, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω, το δικαστήριο κρίνει, ότι δεν συντρέχει λόγος αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίπτωσης του προτέρου εντίμου βίου (βλ. αναγνωσθέν στο σημείο αυτό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου), ούτε του ότι ωθήθηκε στην πράξη του από αίτια μη ταπεινά, αφού δεν προέκυψε κάποιο στοιχείο, που να συνηγορεί γι' αυτό. Θα πρέπει συνεπώς να απορριφθεί το αίτημα για αναγνώριση ελαφρυντικών." Στη συνέχεια, το Δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης 11 μηνών, που μετέτρεψε σε χρηματική ποινή και σε χρηματική ποινή 1400 ευρώ. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1, 94 παρ.1 και 375 του Π.Κ, και άρθρο 1 και 2 του Α.Ν 86/1967, 31 του ν.δ 1160/1972 και 1 του ν. 362/1976, και 26 παρ.3 του ν. 1846/1951, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αιτιολογείται: α) η ιδιότητα του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου, που αυτός είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο, και συγκεκριμένα, όχι μόνο του νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία ΑΛΛΟΡΑ ΑΒΕΕ, αλλά και αυτή (ιδιότητα), του Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου αυτής, β) η υποχρέωση καταβολής από μέρους του, των χρηματικών ποσών από 5.974.000 και 2.897.000 δραχμές αντίστοιχα, που αφορούσαν τις εργοδοτικές και εργατικές εισφορές, τις οποίες με πρόθεση αυτός παρακράτησε, παρόλο που παρήλθε η προθεσμία του μήνα, αφότου αυτές κατέστησαν απαιτητές, γ) η νομική μορφή της εταιρείας και συγκεκριμένα αυτή της ανώνυμης εταιρείας. Αιτιολογείται, επίσης, η παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του, για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων και συγκεκριμένα, αυτής α) του προτέρου εντίμου βίου και β) ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια. Τούτο, γιατί όσον αφορά την απόρριψη της πρώτης ελαφρυντικής περιστάσεως, το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του αυτή, έλαβε υπόψη του και το δελτίο του Ποινικού του Μητρώου, προσέτι δε, διέλαβε σ' αυτήν αιτιολογία, ότι στην πράξη του, ωθήθηκε από αίτια μη ταπεινά, συνεκτιμώντας για την κρίση του αυτή και τις προσκομισθείσες από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, με αριθμούς 150747/2005 και 8137/2005 αποφάσεις του Μονομελούς και Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι οποίες, δέχθηκαν τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως. Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.ΠΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, η αιτίασή του, με την οποία, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και ειδικότερα, ότι η συμμετοχή του στην εταιρεία ήταν κατά φαινόμενο και εικονική, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη. Εξ' άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331 παρ.2, 333,358, 364 και 369 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1Α ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο στήριξε την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, σε έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, γιατί έτσι ο κατηγορούμενος στερείται του υπερασπιστικού δικαιώματος που του παρέχει ο νόμος, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το έγγραφο αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στήριξε την περί ενοχής κρίση του, κατά του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, για την πράξη της παράλειψης της έγκαιρης καταβολής εισφορών του Ι.Κ.Α (Α.Ν. 86/67) και στα μνημονευόμενα στο σκεπτικό της αποφάσεως έγγραφα, μεταξύ άλλων δε και στην εκκαλούμενη υπ' αριθμό 54370/2001 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και στα αναφερόμενα σε αυτήν (εκκαλούμενη) έγγραφα. Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και ειδικότερα από την μνημονευθείσα, ως άνω απόφαση, του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει, ότι από προφανή παραδρομή αναφέρθηκε ότι αναγνώσθηκαν και τα σε αυτήν, αναφερόμενα έγγραφα, τα οποία δεν υφίσταντο. Η παραδοχή, λοιπόν, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός της εκκαλούμενης και τα σε αυτή έγγραφα, χωρίς να υπάρχουν και πολύ περισσότερο χωρίς να έχουν αναγνωσθεί, δεν επέφερε οποιαδήποτε ακυρότητα στα υπερασπιστικά του δικαιώματα. Ανάλογη ακυρότητα, δεν επήλθε, επίσης, από το γεγονός που αυτός επικαλείται και συγκεκριμένα, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, το αντίγραφο του δελτίου του Ποινικού του Μητρώου, που υπήρχε στη δικογραφία, κατά το στάδιο της διάσκεψης, χωρίς να έχει αναγνωσθεί προηγουμένως, δημόσια στο ακροατήριο, παρά το γεγονός ότι, όπως ο ίδιος δέχεται στην αίτηση αναιρέσεώς του, ζήτησε την αναγνώριση στο πρόσωπό του, της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ. Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α'του Κ.Π.Δ, πρώτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3 Μαΐου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμό 13.997/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2008 και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.