← Ελλάδα

ΑΠ 1117/2009 — Αναιρέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1117 / 2009 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Βούλευμα: Το δικαίωμα του κατηγορούμενου να ασκήσει αναίρεση περιορίζεται επί αποφάσεων που απορρίπτουν το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και δεν παρέχεται τέτοιο δικαίωμα και επί των βουλευμάτων. Όταν το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκήθηκε μεταξύ εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει απ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Απορρίπτει. ΑΡΙΘΜΟΣ 1117/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.110/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Με συγκατηγορούμενη την .... Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιανουαρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 302/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 279/20-5-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 1/24.1.2008 αίτηση αναιρέσεως του ..., κατά του υπ'αριθμ. 110/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε το άρθρο 476 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή και όταν ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος, για το οποίο δεν προβλέπεται . Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 του αυτού ως άνω Κώδικα, που, πριν από την τροποποίηση της με το άρθρο 38 Ν.3160/2003, όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και μετά την εν λόγω τροποποίηση απαλείφθηκε η φράση "ή του βουλεύματος" προκύπτει ότι δεν προβλέπεται πλέον αναίρεση κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο (ΑΠ 641/2007,ΑΠ 445/2007). Πρέπει στο σημείο αυτό να τονισθεί ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ, που, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 38 Ν.3160/02003, περιορίζει το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως εναντίον βουλεύματος που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, συμπορεύεται με τα άρθρα 4 παρ.1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού ούτε άνιση ρύθμιση περιέχει, που να συνεπάγεται δυσμενή μεταχείριση ορισμένων διαδίκων, ούτε στερεί τον διάδικο από το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, δοθέντος μάλιστα και του ότι ο κοινός νομοθέτης δεν υποχρεούται από το Σύνταγμα να θεσπίζει ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων και, ως εκ τούτου ο διάδικος μπορεί και οφείλει να υπολογίζει, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως του, ότι είναι ενδεχόμενο η μέλλουσα να εκδοθεί απόφαση (ή βούλευμα) να μην υπόκειται σε ένδικα μέσα, παρά το γεγονός ότι αυτά επιτρέπονταν κατά την έναρξη και κατά τη διάρκεια της δίκης (ή της ποινικής διώξεως). Όπου κρίθηκε αναγκαίο η καθιέρωση ενδίκου μέσου υπήρξε ρητή αποτύπωση της βουλήσεως του συντακτικού νομοθέτη με τις ειδικές προβλέψεις των άρθρων 95 παρ.1 β'(αναίρεση τελεσιδίκων αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου) και 96 παρ.2 Συντάγματος (έφεση στο αρμόδιο τακτικό δικαστήριο κατά των αποφάσεων αστυνομικών αρχών και αρχών αγροτικής ασφάλειας). Δεν είναι δε αντίθετες οι ανωτέρω διατάξεις και προς το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει την αρχή της δίκαιης δίκης από την οποία δεν συνάγεται υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για καθιέρωση ενδίκων μέσων , αλλά ούτε και στο άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών (ΑΠ 1486/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ.110/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 12/13.9.2007 έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου ... κατά του υπ'αριθμ. 100/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, με το οποίο, αυτός και η συγκατηγορουμένη του ... παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι των αξιοποίνων πράξεων της υπεξαιρέσεως κατά συναυτουργία σε βαθμό κακουργήματος και της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση, σε βαθμό επίσης κακουργήματος. Κατά του εν λόγω όμως υπ' αριθμ. 110/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να ασκηθεί αναίρεση. Με τα δεδομένα αυτά καθίσταται φανερό ότι ο αναιρεσείων άσκησε αναίρεση κατά βουλεύματος, εναντίον του οποίου δεν επιτρέπεται να ασκηθεί τέτοια ένδικο μέσο, δηλαδή άσκησε μη επιτρεπόμενο σ'αυτόν ένδικο μέσο. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α)Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 1/24.1.2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..., κατά του υπ' αριθμ. 110/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και Β)Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 7 Απριλίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.2 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ασκήσει αναίρεση περιορίσθηκε μόνον επί αποφάσεων που απορρίπτουν το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και δεν παρέχεται πλέον τέτοιο δικαίωμα και επί των βουλευμάτων. Εξάλλου, κατά το άνω άρθρο 476 παρ.1 του Κ.Π.Δ, όταν το ένδικο μέσο και συνεπώς και αυτό της αναιρέσεως ασκήθηκε μεταξύ άλλων περιπτώσεων και από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα προς τούτο ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει απ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως. Εν προκειμένω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος ...στρέφεται κατά του 110/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), η έφεση του κατά του 100/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, με το οποίο αυτός και η συγκατηγορουμένη του ..., παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι των αξιόποινων πράξεων της υπεξαιρέσεως κατά συναυτουργία σε βαθμό κακουργήματος και της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, σε βαθμό επίσης κακουργήματος. Σύμφωνα, όμως, με τα προαναφερόμενα, εφόσον το πληττόμενο βούλευμα απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά του βουλεύματος αυτού είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και νακαταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 1/24 Ιανουαρίου 2007 αίτηση του κατηγορουμένου ... για αναίρεση του 110/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου
  1. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.