Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1118 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παραγραφή. Περίληψη: Φοροδιαφυγή δια εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ’ εξακολούθηση (19 παρ. 1, 4 Ν. 2523/1997). Παραγραφή αδικήματος άρθρο 19 ν. 2523/
- Έναρξη χρόνου παραγραφής. Απορρίπτει ισχυρισμό περί παραγραφής. Λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης. Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 1118/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 57/1.4.2008 Πράξη του Προέδρου Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της με αριθμό 11.305/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Δημήτριος Χαχάνης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 36/
- Αφ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Ο ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή τη υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18), και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19) . Ειδικότερα το άρθρο 19 παρ.1 του πιο πάνω νόμου(όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 40 παρ.1 του ν.3220/2004), ορίζει ότι. "
- Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. ...
- Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου.
- Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου.
- Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου, "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ίσχυε και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκούταν άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 12 παρ. 3 του ν. 2753/1999, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Με τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ''για την αντικειμενικοποίηση του φορολογικού ελέγχου κ.λ.π.'', μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη κατά την οποία, "ειδικά όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή, στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται, α') με φυλάκιση τουλάχιστον ενός
(1)έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β') με κάθειρξη μέχρι δέκα
(10)ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ". Η ρύθμιση όμως αυτή είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο της προηγούμενης και δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 ''περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.'', στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001, λαμβανομένου υπόψη ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν την έναρξη και τη διάρκεια της παραγραφής (όχι πότε και πως λαμβάνεται αυτή υπόψη από το Δικαστήριο), είναι ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Η διάταξη δε του άρθρου 2 παρ. 9 του ίδιου νόμου (2954/2001), κατά την οποία η αμέσως ανωτέρω διάταξη, ισχύει ανάλογα ''και για τα αδικήματα των περιπτώσεων ζ' και η' της παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 1591/1986, για τα οποία κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, δεν έχει επέλθει παραγραφή, κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα'', δεν έχει (ανάλογη) εφαρμογή και στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, για τα οποία ισχύει πάντοτε ο επιεικέστερος αυτός νόμος σε σχέση με το χρόνο έναρξης της παραγραφής και δεν τίθεται ζήτημα συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής τους, προ της ισχύος του νόμου. Εξάλλου η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι όπως αναφέρθηκε θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του Π.Κ., πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και πολύ περισσότερο όταν προβάλλεται (με αυτοτελή ισχυρισμό), η αιτιολογία δε της καταδικαστικής απόφασης, όταν τίθεται ζήτημα παραγραφής της πράξεως, πρέπει να εκτείνεται και στα περιστατικά, που αφορούν την έναρξη και τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής. Διαφορετικά ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 11305/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορουμένος σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της παράβασης του άρθρου 19 του ν. 2523/1997 κατ' εξακολούθηση (έκδοση εικονικών τιμολογίων κατ' εξακολούθηση), σε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη. Από τα πρακτικά της απόφασης αυτής προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο συνήγορος του κατηγορούμενου προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό για παραγραφή της πράξεως. Το Δικαστήριο με τις αυτές, κατά βάση, σκέψεις, απέρριψε, κατά πλειοψηφία, τον ισχυρισμό αυτό, με την εξής, περαιτέρω αιτιολογία:"Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ. αριθμ. 9176/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος για την πράξη της παράβασης του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997 κατ' εξακολούθηση (έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων), σε φυλάκιση 2 ετών, πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1998 έως και 2001. Με βάση τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ο αυτοτελής ισχυρισμός που υπέβαλε ο συνήγορος του κατηγορουμένου-όπως αυτός εκτιμάται από το Δικαστήριο-περί παραγραφής των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος και δη, αυτών που φέρονται ότι τελέστηκαν στις 15.12.1998 με την έκδοση των με αριθμ. .... και ...... τιμολογίων, λόγω παρόδου οκταετίας από την τέλεση τους, μέχρι τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, δεδομένου ότι το πόρισμα του φορολογικού ελέγχου από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠΕΕ) της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κεντρικής Μακεδονίας του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας αυτής, ....... την 9.12.2005, παρέπεται ότι ενόψει και της προς τον κατηγορούμενο επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος την 19.10.2006, δεν τίθεται θέμα μερικής παραγραφής κατά τα άρθρα 111 ΠΚ και 113 ΠΚ, του αποδιδόμενου σ'αυτόν εγκλήματος και η συναφής ένσταση του τυγχάνει απορριπτέα, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου τούτου". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης από τον κατηγορούμενο εικονικών τιμολογίων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρηση του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου και με την παραδοχή της ότι μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο δεν είχε παρέλθει πενταετία για τις μερικότερες πράξεις του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος, σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου τις παραβίασε με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. ΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγησή τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για το λόγο που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών που προκύπτει απ'αυτήν, ο δε νόμος στην προκείμενη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου είτε αμέσου είτε ως ενδεχομένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 11305/2007 αποφάσεώς του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Ο Ζ1 έκανε έναρξη στη ΣΤ' Δ.Ο.Υ Θεσσαλονίκης την .... ατομικής επιχείρησης, με έδρα τη ..... και με αντικείμενο εργασιών την εμπορία αγροτικών προϊόντων. Στις 13.7.1998 δηλώθηκε μεταφορά της έδρας της επιχείρησης αυτής στον...... Θεσσαλονίκης. Όμως η άνω επιχείρηση στην ουσία της δεν λειτούργησε ποτέ, ήταν ανύπαρκτη, αφού ούτε υλικοτεχνική υποδομή είχε, ούτε έδρα καθώς στον ...... Θεσσαλονίκης, όπου φερόταν η έδρα της, υπήρχε μόνο η οικία του Γ1, ο οποίος και έπεισε τον Ζ1 να ιδρύσει την άνω επιχείρηση. . Επειδή ο Γ1 δεν είχε γνωριμίες και προσβάσεις στην περιοχή των ......, βρέθηκε ως κατάλληλο πρόσωπο ο κατηγορούμενος, Χ1, που ήταν από χρόνια έμπορος, μεσίτης αγροτικών προϊόντων στην περιοχή .... Σερρών και πέραν της πείρας του διέθετε πολλές γνωριμίες με αγρότες της περιοχής οι οποίοι του παρέδιδαν τα προϊόντα τους κι έτσι με τη θέληση του έγινε ο απαραίτητος συνεργάτης του . Οι Γ1 και ο Χ1 έγιναν υποκρυπτόμενοι της παραπάνω επιχείρησης και χρησιμοποίησαν τον φερόμενο επιχειρηματία, Ζ1, -που ήταν άτομο βιολογικά ανίκανο να ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα, αφού λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε (σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο) νοσηλευόταν στο θεραπευτήριο χρόνιων παθήσεων Δράμας, τουλάχιστον μέχρι την 23.4.2002-προκειμένου να στήσουν στην περιοχή .... Σερρών, με τη συνεργασία και του ...... ένα κύκλωμα αγοραπωλησίας αγροτικών προϊόντων με εικονικές συναλλαγές, ώστε να ιδιοποιηθούν παράνομα τον παρακρατηθέντα ΕΛΓΑ και επιστραφέντα ΦΠΑ, χρησιμοποιώντας τιμολόγια, είτε εικονικά στο σύνολο τους, είτε εν μέρει . Οι περισσότερες συναλλαγές έγιναν στην έδρα του κατηγορουμένου και ειδικότερα, κατά τη χρήση των ετών 1998 1999, 2000 και 2001, ο κατηγορούμενος εξέδωσε στο όνομα της επιχείρησης "Ζ1", ενεργώντας μετά του προαναφερόμενου Γ1, υπό την ιδιότητα του υποκρυπτόμενου, τα αναλυτικά περιγραφόμενα στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσας 335 εικονικά τιμολόγια, τα οποία είναι εικονικά αφού η ατομική επιχείρηση του Ζ1, δεν υφίστατο, οι δε αγοραπωλησίες δεν πραγματοποιήθηκαν, είτε εν όλω (αφού οι αναγραφόμενοι σ'αυτά αγρότες ουδέποτε παρέδωσαν στον κατηγορούμενο ή σε άλλο προϊόντα), είτε εν μέρει (αφού παραδόθηκε ποσότητα μικρότερη από την αναγραφόμενη), ενώ πολλά εκ των οποίων ήταν υπερτιμολογημένα (τιμή ανά κιλό μεγαλύτερη από τη συμφωνηθείσα), σύμφωνα και με τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Ο κατηγορούμενος εισέπραττε 3% επί της συνολικής αξίας του κάθε τιμολογίου Η εικονικότητα δε των άνω τιμολογίων ανέρχεται σε 5.270.000 ευρώ, 150.000 ευρώ, όσον αφορά τον ΕΛΓΑ και 350.000 ευρώ, όσον αφορά τον αναλογούντα ΦΠΑ. Ο κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε, την εκ μέρους του έκδοση από κοινού με τον Γ1 των άνω τιμολογίων, ισχυρίσθηκε όμως, ότι είχε την άποψη πως ο Γ1 ήταν ο Ζ1 και πως ενήργησε ως μεσίτης για αγροτικών προϊόντων, γεγονός που κρίνεται αβάσιμο, καθόσον στην περίπτωση αυτή όφειλε να εξέδιδε δικά του δελτία ποσοτικής παραλαβής, τα οποία και είχε και τα χρησιμοποιούσε σε περιπτώσεις που λειτουργούσε ως μεσίτης .Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, της πράξης που με το κατηγορητήριο του αποδίδεται, και στο διατακτικό της παρούσας αναγράφεται". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διεξαχθείσα αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου 19 του ν.2523/1997 κατ'εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε (άρθρο 19 του ν.2523/1997), ούτε δε το πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που να καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης (λόγω ασαφειών και αντιφάσεων), διότι, όπως αυτός υποστηρίζει . Α) Αναφέρει συλλήβδην ότι τα επίδικα 335 τιμολόγια είναι εικονικά χωρίς να εξειδικεύει ποια ακριβώς από τα παραπάνω τιμολόγια αφορούν συναλλαγές εξ ολοκλήρου ανύπαρκτες, ποια αφορούν συναλλαγές εν μέρει ανύπαρκτες και ποια, τέλος, από τα παρατιθέμενα στο διατακτικό της τιμολόγια είναι υπερτιμολογημένα. Β) Δεν εξειδικεύει σε ποια από τα 335 τιμολόγια που παραθέτει στο διατακτικό της αντιστοιχούν οι συναλλαγές που έλαβαν χώρα στην έδρα του κατηγορουμένου, καθώς και σε ποια έδρα έλαβαν χώρα οι υπόλοιπες συναλλαγές και σε ποια τιμολόγια αυτές αντιστοιχούν και γ) Ενώ γίνεται αρχικά δεκτό στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "η άνω επιχείρηση στην ουσία της δεν λειτούργησε ποτέ, ήταν ανύπαρκτη, αφού ούτε υλικοτεχνική υποδομή είχε... ", καθώς και ότι τα επίδικα 335 τιμολόγια "είναι εικονικά αφού η ατομική επιχείρηση του Ζ1, δεν υφίστατο", εντούτοις, στη συνέχεια γίνεται δεκτό, εντελώς αντιφατικά, ότι οι σχετικές "αγοραπωλησίες δεν πραγματοποιήθηκαν, είτε εν όλω, είτε εν μέρει, ενώ πολλά εκ των τιμολογίων ήταν υπερτιμολογημένα. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, διότι, κατά τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τα 335 τιμολόγια ήταν εικονικά, διότι η ατομική επιχείρηση του Ζ1, από την οποία φέρονται ότι εκδόθηκαν, ήταν εικονική (ανύπαρκτη), δράστης δε των εικονικών αυτών συναλλαγών ήταν ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, ο οποίος και ευθύνεται, ως υποκρυπτόμενος πραγματικός υπεύθυνος. (άρ.19 παρ.4 ν.2523/97) . Η παραδοχή δε αυτή αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεις του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, χωρίς να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως να διευκρινισθεί περαιτέρω, ποιές από τις εικονικές αυτές συναλλαγές (ως προς την επιχείρηση που φέρεται ότι εξέδωσε τα πιο πάνω τιμολόγια), έγιναν πράγματι εν μέρει (όχι βεβαίως από την εικονική εταιρεία, αλλά από τον υποκρυπτόμενο αυτής αναιρεσείοντα) και σε ποιες από τις περιπτώσεις αυτές τα τιμολόγια ήταν υπερτιμημένα, ούτε να εξειδικεύονται οι συναλλαγές που έλαβαν χώρα στην έδρα του κατηγορουμένου και εκείνες που έλαβαν σε άλλη προσδιοριζόμενη έδρα .Ουδεμία, συνεπώς, αντίφαση ενέχει η παραδοχή της απόφασης, περί εικονικότητας της πιο πάνω επιχείρησης και ταυτόχρονα, ότι τα αναφερόμενα σε αυτή 335 τιμολόγια, ήταν εν μέρει εικονικά ή υπερτιμολογημένα και, συνεπώς, αφορούσαν πραγματικές συναλλαγές, κατά τις αβάσιμες πιο πάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Επομένως, πρέπει, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης, να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρ. 22 του ν.3693/1957 και 176 και 183 ΚΠολΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την 104/ 6-12-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 11.305/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ορίζεται σε τριακόσια
(300)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ