← Ελλάδα

ΑΠ 1119/2014 — Αποδεικτικά μέσα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1119 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Αποδεικτικά μέσα. Περίληψη: Αβάσιμοι οι αναιρετικοί λόγοι από τους αρ. 11 γ΄ και 12 άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ.. Εξέταση διαδίκου, ως αποδεικτικό μέσο. Απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Αποδεικτική δύναμη. Απόκρουση από το δικαστήριο αποδεικτικού μέσου που προσκομίστηκε το πρώτος ενώπιον του. Πότε είναι νόμιμη (Επικυρώνει Τριμ. Εφ. Ανατολ. Κρ. 163/2013). Αριθμός 1119/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Β. χας Δ. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σπανουδάκη. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Χ., κατοίκου ..., και 2) Γ. Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Αμοναχάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/6/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/2008 μη οριστική, 21/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 163/2013 του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/8/2013 αίτησή της και τους από 30/11/2013 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 5/1/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά την περ. γ' του αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη ατή προκύπτει ότι δεν δημιουργείται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί νομίμως, καθώς και όταν δεν λαμβάνει υπόψη προταθέν αποδεικτικό μέσο του οποίου η εξέταση δεν είναι κατά νόμον υποχρεωτική. Εξάλλου, κατά το άρθρο 339 του ΚΠολΔ αποδεικτικό μέσο είναι μεταξύ των άλλων και η εξέταση των διαδίκων, κατά δε το άρθρο 415 παρ. 1 του ίδιου ΚΠολΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 39 του ν. 3994/2011, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει έναν ή περισσότερους διαδίκους για την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων. Από τη δεύτερη από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνην του άρθρου 270 παρ. 3 του ΚΠολΔ, κατά την οποία το δικαστήριο ζητεί τις αναγκαίες πληροφορίες και διασαφήσεις από τους διαδίκους ή τους εκπροσώπους τους και τους εξετάζει κατά την κρίση του σύμφωνα με τα άρθρα 415 επ., προκύπτει ότι η εξέταση του διαδίκου ως αποδεικτικό μέσον απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο θα κρίνει την αναγκαιότητα προσφυγής σ' αυτό και την παραδοχή σχετικού αιτήματος λαμβάνοντας υπόψη το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό και τους εν γένει ισχυρισμούς των διαδίκων. Η κατά τα ανωτέρω έννοια της διάταξης του άρθρου 415 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του αντίστοιχου άρθρου 39 του κυρωθέντος σχεδίου νόμου (3994/2011), στην οποία δεν γίνεται λόγος για υποχρεωτική εξέταση του διαδίκου όταν τούτο ζητηθεί, ενώ τα ίδια ισχύουν και ενώπιον του Εφετείου, σύμφωνα με το άρθρο 529 του ΚΠολΔ, κατά το οποίο στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Επομένως εάν το Εφετείο κρίνει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχει λόγος εξετάσεως διαδίκου, ως αποδεικτικού μέσου, κατά τα προεκτεθέντα, και απορρίψει σχετικό αίτημα, δεν υποπίπτει στην προρρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ. Εν προκειμένω, από τη διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα κατ' είδος προσδιοριζόμενα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα και οι ένορκες βεβαιώσεις, και το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του ότι η επίδικη από 5-11-2013 και φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος Δ. Χ. είναι άκυρη, καθόσον δεν γράφτηκε, δεν χρονολογήθηκε και δεν υπογράφηκε ιδιοχείρως από αυτόν, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 1721 του ΑΚ, αλλά από τρίτο πρόσωπο, και κατόπιν τούτου, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, έκανε δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνώρισε ως άκυρη τη διαθήκη αυτή, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις καταθέσεις των εξετασθέντων πρωτοδίκως μαρτύρων, τις νομίμως δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα που είχαν προσκομίσει οι διάδικοι και τα οποία αναφέρονται στους τρίτον, του αναιρετηρίου, πρώτον μέρος πρώτο, τρίτον και τέταρτο πρόσθετους λόγους, και τα αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τους λόγους αυτούς της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Κατά τα λοιπά με τους ίδιους αυτούς λόγους, καθώς και με τους πρώτον, μέρος δεύτερο, και δεύτερον, υπό την επίκληση του αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠοΛΔ, πρόσθετους λόγους πλήττεται και μόνον η εκ μέρους του Εφετείου εκτίμηση των αποδείξεων, κατά συνέπειαν δε οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω από την ίδια αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας να εξετασθεί η ίδια ως διάδικος ενώπιον του δικαστηρίου, με την αιτιολογία ότι "το δικαστήριο κρίνει ότι το υπάρχον αποδεικτικό υλικό (έγγραφα, μαρτυρικές καταθέσεις) είναι πλήρες και δύναται επί τη βάσει αυτού να αχθεί σε δικανική πεποίθηση ως προς τα κρίσιμα περιστατικά που αφορούν την γνησιότητα ή μη της επίδικης από 5-11-2003 ιδιόγραφης διαθήκης. Ενόψει τούτων και αφού σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη το δικαστήριο μπορούσε κατά την κρίση του και δεν είχε υποχρέωση να δεχθεί το αίτημα της αναιρεσείουσας και να την εξετάσει ως διάδικο, με την κατά τα προεκτεθέντα απόρριψη του αιτήματος αυτού δεν ενήργησε παρά τον νόμο και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τον πρώτο, από τη διάταξη αυτή, λόγο της αιτήσεώς της. ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται όταν το δικαστήριο αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσον μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνην που του προσδίδει ο νόμος και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου η έκθεση της πραγματογνωμοσύνης που διατάσσεται ως αποδεικτικό μέσο κατά το άρθρο 368 του ΚΠολΔ εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 387 του ίδιου Κώδικα, και δεν έχει αυξημένη έναντι των άλλων αποδεικτικών μέσων δύναμη, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτήν (ΑΠ 3/2005). Τέλος, κατά τους ορισμούς του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α' και 2 του ΚΠολΔ επιτρέπεται στην κατ' έφεση δίκη η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα εγγράφων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά σε αυτό αν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Στην περίπτωση αυτή, της προσαγωγής δηλαδή στο Εφετείο νέων αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται ο κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ' λόγος αναιρέσεως μόνο αν το δικαστήριο αποκρούσει και δεν λάβει υπόψη τα αποδεικτικά αυτά μέσα χωρίς να κρίνει ως απαράδεκτη την όψιμη προσαγωγή τους για έναν από τους ανωτέρω λόγους, διότι μόνο τότε το δικαστήριο παρά το νόμο δεν λαμβάνει υπόψη τα ως άνω (νέα) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1352/12, 582/08). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για τον κατά τα ανωτέρω (υπό Ι) σχηματισμό της κρίσεώς του ότι η επίδικη διαθήκη είναι άκυρη έλαβε υπόψη και την από 10-6-2009 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πρωτοδίκως ειδικού γραφολόγου Π. Φ., καθώς και την από 24-3-2006 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του δικαστικού γραφολόγου Μ. Π., η οποία συντάχθηκε ύστερα από αίτηση των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων), μετά δε την αξιολόγηση των εκθέσεων αυτών και άλλων αποδεικτικών μέσων, στην οποία προβαίνει το Εφετείο, καταλήγει στην εξής κρίση: "Η κατάθεση (της μάρτυρος Ε. Ζ., στην οποία το δικαστήριο έχει αναφερθεί προηγουμένως) δεν αναιρεί το πόρισμα των ανωτέρω πραγματογνωμόνων ότι η επίδικη διαθήκη δεν έχει γραφεί και υπογραφεί από τον Δ. Χ., το οποίο (πόρισμα) κατά την κρίση του δικαστηρίου είναι ασφαλέστερο σε σχέση με την κατάθεση της μάρτυρος, αφού οι πραγματογνώμονες έχουν την ευχέρεια να διακριβώσουν ευρήματα πλαστότητας με την χρήση κατάλληλων οργάνων του γραφολογικού εργαστηρίου. Για τον ίδιο λόγο το συμπέρασμα των πραγματογνωμόνων δεν αναιρείται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ. Μ., Ι. Σ. και Μ. Λ., οι οποίοι εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά την κήρυξη της επίδικης διαθήκης κυρίας. Οι εν λόγω μάρτυρες κατέθεσαν ότι ήταν στενοί φίλοι του αποβιώσαντος Δ. Χ. και γνώριζαν τον τρόπο γραφής και υπογραφής από σημειώματά του τα οποία είχαν δει". Ενόψει των παραδοχών αυτών του Εφετείου είναι προφανές ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στις ειρημένες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης αυξημένη αποδεικτική δύναμη έναντι των αναφερόμενων μαρτυρικών καταθέσεων, αλλά τις εκτίμησε ελευθέρως και δη ως ισοδύναμα με τις μαρτυρικές καταθέσεις αποδεικτικά μέσα, έκρινε όμως, για τους μνημονευόμενους ως άνω λόγους, πιο αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο τις εκθέσεις αυτές της πραγματογνωμοσύνης έναντι των μαρτυρικών καταθέσεων. Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη το Εφετείο με την κρίση του αυτή δεν υπέπεσε στην ειρημένη αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και τα αντίθετα που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο, μέρος τελευταίο, από τη διάταξη αυτή, λόγο της αιτήσεώς της είναι αβάσιμα. Τέλος, από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει επίσης ότι το Εφετείο απέκρουσε και δεν έλαβε υπόψη την από 18-1-2013 "έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως και κριτικών παρατηρήσεων επί της εκθέσεως Μ. Π. και Π. Φ." του ειδικού γραφολόγου Π. Κ., ως τεχνικού συμβούλου της αναιρεσείουσας, την οποία η τελευταία έλαβε μετά την πρωτόδικη δίκη και προσκόμισε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, με την αιτιολογία (του Εφετείου) ότι το αποδεικτικό αυτό μέσον η αναιρεσείουσα δεν το προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από βαριά της αμέλεια. Οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου για την απόκρουση του ανωτέρω αποδεικτικού μέσου έχουν ως εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα προέκυψε ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής κατά τη δικάσιμο της 28-5-2008, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου), εξέδωσε στις 10-9-2008 την υπ' αριθ. 110/2008 μη οριστική απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη, πραγματογνώμονας ορίσθηκε ο γραφολόγος Π. Φ., κάτοικος ..., ο οποίος ορίσθηκε να δώσει εντός προθεσμίας είκοσι ημερών από την κοινοποίηση σ' αυτόν της ως άνω απόφασης τον όρκο του πραγματογνώμονα ενώπιον του δικαστηρίου και μετά την όρκισή του να γνωμοδοτήσει ως προς την γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής της από 5-11-2003 ιδιόγραφης διαθήκης, την οποία φέρεται ότι κατέλειπε ο διαθέτης Δ. Χ., την έγγραφη δε γνωμοδότησή του έπρεπε να την καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών από την όρκισή του. Ο διορισθείς προαναφερόμενος πραγματογνώμονας στις 21-1-2009 έδωσε τον όρκο του πραγματογνώμονα και παραδόθηκαν σ' αυτόν τόσο από τους ενάγοντες όσο και από την εναγομένη έγγραφα που είχαν στα χέρια τους. Ακολούθως, μετά τη σύνταξη της πραγματογνωμοσύνης και την κατάθεση αυτής, επανεισήχθη με κλήση των εναγόντων η υπόθεση για μετ' απόδειξη συζήτηση στη δικάσιμο της 21-11-2011 και στη συνέχεια εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 21/2012 απόφαση. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχείο 5 μείζονα σκέψη της παρούσας, η εκκαλούσα είχε δικονομική δυνατότητα να διορίσει τεχνικό σύμβουλο εγγράφως ή προφορικώς με δήλωση, είτε ενώπιον του δικαστηρίου, ή του εντεταλμένου δικαστή, είτε ενώπιον της γραμματείας του δικαστηρίου κατά τους ορισμούς των διατάξεων των άρθρων 270 παρ. 4, 391 και 392 του ΚΠολΔ, ο οποίος να συντάξει έγγραφη γνωμοδότηση και να την υποβάλει στο Δικαστήριο, καθώς επίσης να αναπτύξει τη γνώμη του για τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα προφορικά ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη δεύτερη συζήτηση, ή να την υποβάλει εγγράφως, καθώς και να υποβάλει ερωτήσεις και στον πραγματογνώμονα (άρθρο 392 παρ. 2 ΚΠολΔ), πλην όμως δεν έπραξε τούτο αν και από την όρκιση του διορισθέντος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονα και την παράδοση σ' αυτόν εκ μέρους της εγγράφων απαραίτητων για την σύνταξη της πραγματογνωμοσύνης, έως και την μετ' απόδειξη συζήτηση (21-11-2011), είχε ικανό χρόνο (πλέον των δύο ετών) να διορίσει τεχνικό σύμβουλο. Αντίθετα, μετά την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης και μετά την άσκηση της υπό κρίση έφεσης (18-4-2012), διόρισε τεχνικό σύμβουλο τον Π. Κ., οποίος συνέταξε την από 18-1-2013 γραφολογική γνωμοδότηση, η οποία προσάγεται απαραδέκτως για πρώτη φορά στο Δικαστήριο τούτο, καθόσον η μη σύνταξη και προσκόμιση αυτής από την εκκαλούσα στην πρωτόδικη δίκη έγινε, κατά την κρίση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τα εκτιθέντα ανωτέρω, από βαριά αμέλειά της (ΚΠολΔ 529 παρ. 1)". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Εφετείο απέκρουσε και δεν έλαβε υπόψη το προαναφερθέν αποδεικτικό μέσον (έκθεση τεχνικού συμβούλου) αφού έκρινε και δη ανελέγκτως ότι για τον αναφερόμενο νόμιμο λόγο (μη υποβολή του πρωτοδίκως από βαριά αμέλεια της αναιρεσείουσας) η προσαγωγή του για πρώτη φορά στο Εφετείο ήταν απαράδεκτη. Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη δεν δημιουργείται εν προκειμένω, από την απόκρουση αυτή, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 γ' (ούτε 8 ή 14, που επικαλείται η αναιρεσείουσα) του ΚΠολΔ, και είναι αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεώς της. ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, όπως διαμορφώθηκε με τους πρόσθετους λόγους, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 του ΚΠοΛΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-8-2013 αίτηση, όπως διαμορφώθηκε με τους από 30-11-2013 πρόσθετους λόγους, της Β. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 163/2013 απόφασης του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2014. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2014. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.