← Ελλάδα

ΑΠ 1126/2008 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1126 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Έννοια νέων γεγονότων και νέων αποδείξεων. Απορρίπτεται η αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας, διότι δεν καθίσταται φανερό (από τα νέα γεγονότα και τις νέες αποδείξεις), ότι ο αιτών είναι αθώος των εγκλημάτων της απόπειρας κακουργηματικής πλαστογραφίας, πλαστογραφίας σε βαθμό πλημμελήματος, παράβασης του άρθρου 12 του νόμου 2910/2001 και παράνομης κατοχής όπλου (για τα οποία καταδικάσθηκε). Αριθμός 1126/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Πλεύρη και Νικόλαο Πατεράκη για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1840/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1709/

  1. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθνάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου με αριθμό 458/20.11.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 εδ. β', 527 παρ. 3, 528 παρ. 1 και 529 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμόν πρωτ: 9012/11.10.2007 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας του Χ1, κατά της υπ'αριθμόν 1840/2005 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποίαν καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι ετών και τεσσάρων μηνών για απόπειρα κακουργηματικής πλαστογραφίας, πλαστογραφία σε βαθμό πλημμελήματος, παράβαση του άρθρου 14 παρ. 7 Ν.2910/2001 και παράνομη κατοχή όπλου και εκθέτω τα ακόλουθα: Α) Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 εδ. β' Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντος για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις..... 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα-άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν-γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Επίσης κατά το άρθρο 527 παρ. 3 Κ.Π.Δ. "Η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη και υποβάλλεται στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκαν από πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο εισαγγελέας στον οποίον παραδόθηκε η αίτηση, οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο τη βασιμότητά της είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα κατόπιν εισάγει την αίτηση στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο, όπου υπηρετεί". Εξ'άλλου, κατά το άρθρο 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. "Αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης είναι, κατά τις διακρίσεις της παρ. 3 του άρθρου 527, το συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αίτησης. Αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση και αν κρίνει ότι η επανάληψη στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που καταδίκασε δικαστήριο και στη περίπτωση του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανωτέρω από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση". Τέλος, κατά το άρθρο 529 Κ.Π.Δ. "Μόλις υποβληθεί η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, το συμβούλιο, που είναι αρμόδιο να την κρίνει, αποφασίζει μέσα σε τρεις ημέρες, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, για την αναστολή η μη της εκτέλεσης της ποινής που εκτίει ο καταδικασμένος". Β) Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγονται τα εξής: α) κατ'αρχήν η ανωτέρω προθεσμία των τριών ημερών δεν τάσσεται επί ποινή ακυρότητος (Εφετ. Θεσσαλονίκης 197/91) αλλά αποτελεί υπόδειξη προς το δικαστή για επίσπευση, ιδίως αν προκύπτει η ουσιαστική βασιμότητα των λόγων επαναλήψεως της διαδικασίας, διότι αλλιώς, δηλαδή τα "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα του αιτούντος, δεν συντρέχει περίπτωση αναστολής εκτελέσεως της ποινής (ΑΠ 6/85, 79/83). β) Νέες αποδείξεις, κατά τη νομολογία, είναι εκείνες που δεν έχουν υποβληθεί στο καταδικάσαν δικαστήριο (Α.Π. 919/90, 1147/91) καθώς και εκείνες που δημιουργήθηκαν μεταγενέστερα (Α.Π. 201/90, 1040/84, 1703/89). Εάν λοιπόν υποβλήθηκαν ρητώς ή εμμέσως, πλην σαφώς και απορρίφθηκαν από το δικαστήριο, έστω και κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων, δεν είναι νέες αποδείξεις κατά την έννοια του νόμου (Α.Π. 322/82, ΑΠ 1061/90). γ) Τα νέα έγγραφα ή οι νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε π.χ. καταθέσεις νέων μαρτύρων, έγγραφα, δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά και γενικά κάθε αποδεικτικό στοιχείο νέο (Α.Π. 871/88, 1539/87) δ) Δεν αρκεί όμως η αποκάλυψη νέων αγνώστων στους δικάσαντες δικαστές γεγονότων ή αποδείξεων, αλλά απαιτείται επί πλέον τα νέα αυτά στοιχεία να κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε, καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε ή είναι τελείως αθώος (Α.Π. 148/77 και 736/77). ε) Τέλος αν η καταδίκη απαγγέλθηκε από το Εφετείο, αρμόδιο να αποφασίσει επί της αιτήσεως επαναλήψεως είναι το συμβούλιο του Αρείου Πάγου, εν προκειμένω δε η απόφαση κατά της οποίας στρέφεται, είναι ήδη αμετάκλητη, διότι έχει απορριφθεί με την υπ'αριθμόν 1621/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η από 28-11-2005 αίτηση του αιτούντος την αναίρεση της υπ'αριθμόν 1840/2005 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Γ) Στη προκειμένη περίπτωση: Ο Χ1 καταδικάστηκε με την υπ'αριθμόν 1840/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών για τα αδικήματα της απόπειρας κακουργηματικής πλαστογραφίας, πλαστογραφίας σε βαθμό πλημμελήματος, παράβασης του άρθρου 14 παρ. 7 Ν. 2910/2001 και παράνομης κατοχής όπλου. Η κατηγορία συνίσταται στο ότι ούτος 1) Στην .... και την ..... Αττικής κατά το έτος 2001 και πριν την 28-6-2001 έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια το κακούργημα της πλαστογραφίας ήτοι της κατάρτισης πλαστών και νόθευσης γνησίων εγγράφων και δη ελληνικών και αλλοδαπών ταξιδιωτικών και λοιπών εγγράφων, επεχείρησε πράξη συνιστώσα αρχή εκτέλεσης του άνω εγκλήματος και ειδικότερα έχοντας προμηθευτεί, έναντι ανταλλάγματος και εν γνώσει του ότι αποτελούν προϊόντα κλοπής από τρίτα πρόσωπα γνήσια ελληνικά και αλλοδαπά ταξιδιωτικά έγγραφα αυτούσια ή και σελίδες αυτών, είχε εκφέρει αλλοιώσεις με τη τοποθέτηση φωτογραφίας τρίτων προσώπων και των σ'αυτά ατομικά χαρακτηριστικά των προκειμένου να τα πωλήσει σε διάφορα πρόσωπα, πλην όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε διότι την 28-6-2001 συνελήφθη πριν προβεί στη χρήση των άνω πλαστών εγγράφων, 2) κατείχε παράνομα 40 γνήσια διαβατήρια άλλων προσώπων στο επί της οδού ..... μισθωμένο από τη σύζυγό του διαμέρισμα 3) κατήρτισε εξ υπαρχής δύο πλαστές άδειες παραμονής αλλοδαπών του Τμήματος Αλλοδαπών Αθηνών, την υπ'αριθμόν ..... Γνωμάτευση Ιατρικής εξέτασης του Νοσοκομείου Γεννηματά και νόθευσε την υπ'αριθμόν ..... άδεια οδήγησης και 4) την 6-7-2001 κατείχε όπλο άνευ αδείας της αρμοδίας Αρχής. Από το σκεπτικό της άνω αποφάσεως προκύπτει ότι το δικάσαν δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχτηκε ότι στην Υποδιεύθυνση αλλοδαπών υπήρχε πληροφορία ότι ο αιτών προμηθευόταν επ'αμοιβή κλαπέντα διαβατήρια και άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα τα οποία πλαστογραφούσε και τα διέθετε στη συνέχεια σε αλλοδαπούς μετανάστες έναντι αμοιβής. Σε σωματική έρευνα που του έκαναν βρέθηκαν επάνω του, εκτός των άλλων και ένας μεγενθυτικός φακός και έξι φωτογραφίες τύπου διαβατηρίου. Στην οικία του επί της οδού ..... βρέθηκαν τρία αυτοκόλλητα φέροντα σφραγίδες που τίθενται στα ελληνικά διαβατήρια, μεγάλος αριθμός διαβατηρίων και σελίδες διαβατηρίων. Ακολούθως ο ίδιος τους οδήγησε σε διαμέρισμα στην οδό ......, όπου ήταν το εργαστήριο όπου νοθευόνταν τα διαβατήρια. Εκεί βρέθηκαν όργανα πρόσφορα και κατάλληλα για τη κατάρτιση πλαστών διαβατηρίων ήτοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές και εκτυπωτές, 40 γνήσια διαβατήρια, 129 σελίδες ελληνικών διαβατηρίων, 9 βίζες εισόδου στις ΗΠΑ, άδειες οδήγησης κλπ καθώς και ένα όπλο. Ούτω ασκήθηκε κατ'αυτού ποινική δίωξη για τις άνω πράξεις. Από τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης τα οποία ανεγνώσθηκαν και ελήφθησαν υπόψη του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο άνω κατηγορούμενος, απολογούμενος ανέφερε ότι το σπίτι στην οδό ..... το είχε νοικιάσει στον Γ1 και ότι αυτά τα πράγματα που βρέθηκαν στο διαμέρισμα δεν ήταν δικά του αλλά του Γ
  2. Μάλιστα στη δίκη εκείνη εξετάσθηκαν ως μάρτυρες υπερασπίσεως οι Ζ1 και Ζ
  3. Ο πρώτος κατέθεσε ότι "υπάρχει ένας Γ1 και έχω πρόβλημα μαζί του. Μου πήρε 150.000 δρχ. και μου έφιαξε άδεια παραμονής πλαστή...... Ο κατηγορούμενος ποτέ δεν έκανε πλαστά...." και ο δεύτερος κατέθεσε ότι "Ο κατηγορούμενος είναι καλό παιδί.....'Εδωσα το διαβατήριό μου στον Γ1 για να μου φιάξει τα χαρτιά μου και αυτός δεν μου το έδωσε, εξαφανίστηκε....". Στο σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης αναφέρεται ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι "τα αντικείμενα της οδού ..... δήθεν ανήκαν σε κάποιο Ιρακινό υπήκοο, ονόματι Γ1, αγνώστων λοιπών στοιχείων". Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στο ότι ο Γ1 είναι υπαρκτό πρόσωπο και μάλιστα καταδικάστηκε με την υπ'αριθμόν 64631/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών για υπεξαγωγή εγγράφων και στο ότι σ'αυτόν ανήκε ο επίμαχος χώρος όπου βρέθηκαν διάφορα αξιόλογα, κατά τις διωκτικές αρχές, στοιχεία, της οδού .... αρ. ..., και κατά συνέπεια αυτός δεν έχει καμία σχέση με τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε. Εκτός από την άνω απόφαση προσκομίζει και επικαλείται τις από 10-10-2007 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ζ3 και Ζ4, οι οποίοι καταθέτουν ότι το Γ1 έφιαχνε τα πλαστά διαβατήρια κλπ στην οδό ... αρ. .... και ο Χ1 δεν είχε καμία σχέση με τα πλαστά που βρέθηκαν στο άνω διαμέρισμα. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το γεγονός το οποίο επικαλείται ο αιτών για να στηρίξει την αίτησή του δεν αποτελεί κατά την έννοια του άρθρου 525 Κ.Π.Δ. "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε (ΑΠ 479/2006 Π.Χ. ΝΣΤ σελ. 925), αφού νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνα που ήταν άγνωστα στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, ώστε να μη μπορεί να τα λάβει υπόψη, και στον καταδικασθέντα, ώστε να μη μπορεί να τα προβάλλει, γιατί αν ήταν γνωστά έπρεπε να έχουν προβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω σε καμία περίπτωση δεν καθίσταται φανερή η αθωότητα του αιτούντος για τα άνω αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε με την υπ'αριθμόν 1840/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη η υπό κρίση αίτησή του για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας, προσέτι δε να απορριφθεί το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να επιβληθούν εις βάρος του τα δικαστικά έξοδα. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω: 1) να απορριφθεί η υπ'αριθμόν πρωτοκ. 9012/11-10-2007 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας του Χ1 κατά της υπ'αριθμόν 1840/2005 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. 2) να απορριφθεί επίσης το σχετικό αίτημα αναστολής εκτέλεσης της ποινής του και 3) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αιτούντος. Αθήνα 5 Νοεμβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΚυριάκος Καρούτσος" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τους πληρεξουσίους του αιτούντος ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και, ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές, ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές, που την εξέδωσαν, εφ' όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 1840/2005 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (με την οποία ο αιτών καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι ετών και τεσσάρων μηνών για απόπειρα κακουργηματικής πλαστογραφίας, πλαστογραφία σε βαθμό πλημμελήματος, παράβαση του άρθρου 14 παρ. 7 του νόμου 2910/2001 και παράνομη κατοχή όπλου), στηριζόμενη (η αίτηση) σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, που αποκαλύφθηκαν μετά την καταδίκη του αιτούντος, από τα οποία, κατά το περιεχόμενο της αιτήσεως, καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (σε συμβούλιο), κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και πρέπει να εξεταστεί και κατ' ουσίαν. Επειδή, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Ο Χ1 καταδικάστηκε, με την 1840/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι ετών και τεσσάρων μηνών για τα αδικήματα της απόπειρας κακουργηματικής πλαστογραφίας, πλαστογραφίας σε βαθμό πλημμελήματος, παραβάσεως του άρθρου 14 παρ. 7 του Νόμου 2910/2001 και παράνομης κατοχής όπλων. Η κατηγορία συνίσταται στο ότι ο αιτών 1) στην .... και στην ..... Αττικής, κατά το έτος 2001 και πριν την 28η Ιουνίου 2001, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το κακούργημα της πλαστογραφίας, ήτοι της καταρτίσεως πλαστών και νοθεύσεως γνήσιων εγγράφων και δη ελληνικών και αλλοδαπών ταξιδιωτικών και λοιπών εγγράφων, επιχείρησε πράξη συνιστώσα αρχή εκτελέσεως του άνω εγκλήματος και ειδικότερα, έχοντας προμηθευτεί, έναντι ανταλλάγματος και εν γνώσει τού ότι αποτελούν προϊόντα κλοπής από τρίτα πρόσωπα γνήσια ελληνικά και αλλοδαπά ταξιδιωτικά έγγραφα αυτούσια ή και σελίδες αυτών, είχε επιφέρει αλλοιώσεις με την τοποθέτηση φωτογραφίας τρίτων προσώπων και των σ' αυτά ατομικά χαρακτηριστικά των, προκειμένου να τα πωλήσει σε διάφορα πρόσωπα, πλην όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε, διότι, την
  4. 6.2001, συνελήφθη πριν προβεί στη χρήση των άνω πλαστών εγγράφων, 2) κατείχε παράνομα 40 γνήσια διαβατήρια άλλων προσώπων στο επί της οδού .... μισθωμένο από τη σύζυγό του διαμέρισμα 3) κατήρτισε εξ υπαρχής δύο πλαστές άδειες παραμονής αλλοδαπών του Τμήματος Αλλοδαπών Αθηνών, την υπ' αριθμόν ...... Γνωμάτευση Ιατρικής Εξετάσεως του Νοσοκομείου Γεννηματά και νόθευσε την υπ' αριθμόν .... άδεια οδηγήσεως και 4) την 6 Ιουλίου 2001, κατείχε όπλο χωρίς την άδεια της αρμόδιας Αρχής. Από το σκεπτικό της παραπάνω αποφάσεως, προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ότι στην Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών υπήρχε πληροφορία ότι ο αιτών "προμηθευόταν με αμοιβή κλαπέντα διαβατήρια και άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα, τα οποία πλαστογραφούσε και τα διέθετε σε αλλοδαπούς μετανάστες, έναντι μεγάλης αμοιβής. Μετά πολυήμερη παρακολούθηση, την 28.6.2001, τον ακινητοποίησαν έξω από την κατοικία του, στην οδό ....αρ. , στα .... Σε σωματική έρευνα, βρέθηκε να έχει πάνω του και κατασχέθηκαν 2.075.000 δρχ. 800 γερμανικά μάρκα, 1.610 δολάρια ΗΠΑ, 150.000 ιταλικές λιρέτες, τέσσαρες αποδείξεις κατάθεσης μετρητών στην ARAB BANK ποσών αντίστοιχα 500, 1.500, 15.305 δολαρίων ΗΠΑ και 3.000.000 δραχμών, καθώς επίσης και ένα δελτίο ανάληψης από την ίδια τράπεζα ποσού 3.204,725 δραχμών. Επίσης βρέθηκαν πάνω του και κατασχέθηκαν ένας μεγεθυντικός φακός και έξη

(6)φωτογραφίες, τύπου διαβατηρίου, αγνώστων προσώπων. Επακολούθησε έρευνα στο άνω διαμέρισμα, όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τρία αυτοκόλλητα, φέροντα σφραγίδες που τίθενται στα ελληνικά διαβατήρια, πέντε
(5)φωτογραφίες τρίτων αγνώστων προσώπων, κλειδιά και κλειδαριές και μεγάλος αριθμός διαβατηρίων και σελίδες διαβατηρίων. Τα διαβατήρια και σελίδες είχαν κλαπεί, από τις αρχές του έτους 1997 μέχρι την ημέρα της συλλήψεώς του (28.6.2001), από τρίτους άγνωστους δράστες και είχαν παραδοθεί επ' αμοιβή στον κατηγορούμενο, που γνώριζε ότι ήσαν προϊόν κλοπής. Η ίδια Υπηρεσία Αλλοδαπών είχε την πληροφορία, την οποία επιβεβαίωσε και ο κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια της κράτησής του, ότι ο χώρος - εργαστήριο όπου νοθεύονταν τα διαβατήρια ήταν σε μισθωμένο διαμέρισμα στην οδό ... αρ. .., στην Κάτω ....., όπου τελικά, την 4.7.2001, ο ίδιος οδήγησε τα αστυνομικά όργανα. Στο άνω μισθωμένο διαμέρισμα βρέθηκαν και κατασχέθηκαν όργανα πρόσφορα και κατάλληλα για την κατάρτιση πλαστών και τη νόθευση γνησίων διαβατηρίων και λοιπών εγγράφων, ήτοι επεξεργαστές, ηλεκτρονικοί υπολογιστές και εκτυπωτές. Βρέθηκαν επίσης 40 γνήσια διαβατήρια διαφόρων προσώπων, 129 σελίδες ελληνικών διαβατηρίων που έφεραν φωτογραφίες, αριθμούς και ονοματεπώνυμα, 19 φωτοαντίγραφα σελίδων ελληνικών διαβατηρίων, 9 βίζες εισόδου στις ΗΠΑ, 9 αυτοκόλλητες βίζες εισόδου σε χώρες της Ε.Ε. και 18 άδειες ικανότητας οδήγησης χωρών της Ε.Ε. Κατά την έρευνα, ο κατηγορούμενος παρέδωσε ένα όπλο συγκεκαλυμμένης μορφής, τύπου μπρελόκ, που είχε σε διαμορφωμένη θαλάμη του δύο φυσίγγια, έτοιμο προς χρήση και που είναι όπλο κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 2168/
  1. Μεταξύ των εγγράφων που κατασχέθηκαν, περιλαμβάνονται και οι υπ' αριθμ. ... και ...... άδειες παραμονής του Τμήματος Αλλοδαπών, οι οποίες έφεραν σφραγίδα και υπογραφή του αστυφύλακα Δ
  2. Οι άδειες αυτές είχαν εκδοθεί στο όνομα του ...., η πρώτη, και στο όνομα ......, η δεύτερη, επί της τελευταίας δε είχε επικολληθεί φωτογραφία του κατηγορουμένου. Οι άδειες αυτές έχουν πλαστή στρογγυλή σφραγίδα της Αστυνομικής αρχής και πλαστή υπογραφή του τότε υπηρετούντος στην άνω Υπηρεσία Δ1, ως ο τελευταίος βεβαιώνει στην κατάθεσή του. Ομοίως βρέθηκε και κατασχέθηκε και η υπ' αριθμ. ...... ελληνική άδεια οδήγησης, η οποία είχε νοθευτεί, με την απόξεση των στοιχείων ταυτότητας του δικαιούχου. Η κατάρτιση των δύο ως άνω εγγράφων και η νόθευση του τρίτου έγινε από τον κατηγορούμενο, σε μη δυνάμενο να προσδιοριστεί επακριβώς χρονικό διάστημα, πάντως από τις αρχές του έτους 2001 μέχρι την 28.6.
  3. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, κατήρτισε και την υπ' αριθμ. ...... γνωμάτευση του Π.Γ.Ν.Α. "Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", στην οποία έθεσε ψευδή ημερομηνία και η οποία δεν φέρει σφραγίδες και υπογραφή. Με την χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων, ο κατηγορούμενος σκοπούσε να παραπλανήσει άλλους (τις αρμόδιες αρχές στις οποίες θα εμφανίζονταν τα έγγραφα) ότι τα πρόσωπα η φωτογραφία των οποίων ή τα στοιχεία της ταυτότητας αυτών αναγράφονταν σ' αυτά ήσαν νόμιμοι κάτοχοι των εγγράφων αυτών. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα, επιχείρησε πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως, πλην όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε, όχι γιατί μετέγνωσε, αλλά διότι, ως προεξετέθη, συνελήφθη. Συγκεκριμένα, στους άνω τόπους, από τις αρχές του έτους 2001 και μέχρι την 28.6.2001, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια το κακούργημα της πλαστογραφίας ταξιδιωτικών και λοιπών εγγράφων, προμηθευόταν, έναντι αμοιβής από άγνωστους δράστες κλοπών, μεγάλο αριθμό γνησίων διαβατηρίων και μεμονωμένων σελίδων διαβατηρίων και λοιπών ταξιδιωτικών εγγράφων, με σκοπό την εν συνεχεία νόθευση και τη διάθεση σε τρίτα πρόσωπα έναντι αμοιβής τουλάχιστον 500.000 δραχμών για κάθε έγγραφο. Για την παράνομη αυτή δραστηριότητά του, είχε δημιουργήσει την κατάλληλη υποδομή στο διαμέρισμα της ....... Ειδικότερα, έχοντας προμηθευτεί από άγνωστους δράστες κλοπής μεγάλο αριθμό γνησίων διαβατηρίων και σελίδων διαβατηρίων και λοιπών ταξιδιωτικών εγγράφων, με τον πλούσιο εξοπλισμό που διέθετε , όπως Η/Υ, εκτυπωτικά μηχανήματα, διαφάνειες και σφραγίδες, σκόπευε να καταρτίσει πλαστά έγγραφα, με την αλλοίωση των γνησίων, από τα οποία θα αφαιρούσε την φωτογραφία του δικαιούχου και θα τοποθετούσε εκείνη του μελλοντικού αγοραστή, καθώς και με την αναγραφή των στοιχείων ταυτότητας του τελευταίου, θα διέθετε δε τα έγγραφα αυτά αντί της αναφερόμενης αμοιβής και το συνολικό όφελος που θα αποκόμιζε υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Η πράξη του δε αυτή δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του, διότι, την 28.6.2001, συνελήφθη. Την πράξη αυτή έχει τελέσει κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού, από την επανειλημμένη τέλεση αυτής και με την υποδομή την οποία είχε διαμορφώσει, δήλον είναι ότι σκοπούσε να πορισθεί εισόδημα, από δε την τέλεση της πράξης της πλαστογραφίας, προκύπτει σταθερή ροπή προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του". Από τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, τα οποία αναγνώσθηκαν και ελήφθησαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο,, προκύπτει ότι ο παραπάνω κατηγορούμενος, απολογούμενος, ανέφερε ότι το σπίτι στην οδό ..... το είχε νοικιάσει στον Γ1 και ότι αυτά τα πράγματα, που βρέθηκαν στο διαμέρισμα δεν ήταν δικά του, αλλά του Γ
  4. Μάλιστα στη δίκη εκείνη εξετάσθηκαν, ως μάρτυρες υπερασπίσεως, οι Ζ1 και Ζ
  5. Ο πρώτος κατέθεσε ότι "υπάρχει ένας Γ1 και έχω πρόβλημα μαζί του. Μου πήρε 150.000 δραχμές και μου έφτιαξε άδεια παραμονής πλαστή...Ο κατηγορούμενος ποτέ δεν έκανε πλαστά..." και ο δεύτερος κατέθεσε ότι "ο κατηγορούμενος είναι καλό παιδί...Έδωσα το διαβατήριό μου στον Γ1 για να μου φτιάξει τα χαρτιά μου και αυτός δεν μου το έδωσε, εξαφανίστηκε...". Στο σκεπτικό της πρωτόδικης αποφάσεως αναφέρεται ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι "τα αντικείμενα της οδού ..... ανήκαν σε κάποιον Ιρακινό υπήκοο, ονόματι Γ1, αγνώστων λοιπών στοιχείων" Η κρινόμενη αίτηση στηρίζεται στο ότι ο Γ1 είναι υπαρκτό πρόσωπο και μάλιστα καταδικάστηκε με την 64631/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για υπεξαγωγή εγγράφων και στο ότι σ' αυτόν ανήκε ο επίμαχος χώρος της οδού ... αριθμός ..., όπου βρέθηκαν διάφορα αξιόλογα, κατά τις διωκτικές αρχές, στοιχεία, και, κατά συνέπεια αυτός, δεν έχει καμία σχέση με τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε. Εκτός από την παραπάνω καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αιτών προσκομίζει και επικαλείται ως νέα στοιχεία, τις από 10 Οκτωβρίου 2007 ένορκες βεβαιώσεις των Ζ3 και Ζ4, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Έτσι, 1) στην ένορκη βεβαίωσή του, με αριθμό 15.880/2007, ο Ζ3 καταθέτει τα εξής: "Ο Γ1 ενοικίασε το έτος 2001 στις αρχές, ένα διαμέρισμα στην οδό ... αριθμός ..., στην ...... εκεί όπου βρέθηκε σε έφοδο της αστυνομίας όλο το υλικό της πλαστογραφίας, όπως διαβατήρια, άδειες παραμονής και άλλα. Αυτός κατείχε μεγάλο αριθμό διαβατηρίων, τα οποία δεν γνωρίζουμε από πού τα έπαιρνε. Αυτός έφτιαχνε πλαστά διαβατήρια, άδειες παραμονής, άδειες οδηγήσεως αυτοκινήτου και άλλα έγγραφα με αμοιβή και είχε οργανωμένο εργαστήριο στο σπίτι του στην ........ Πάντα κυκλοφορούσε με δύο μπρελόκ, τα οποία ήταν μικρά όπλα και τα είχε φέρει από τη Βουλγαρία. Ξέρω πολύ καλά ότι το εργαστήριο της οδού .... ανήκε εις τον Γ1, αφού εκεί τον είχα πάει πολλές φορές, κοντά στο Πάσχα του 2001, διότι είχε πάρει χρήματα από φίλους μου για να τους φτιάξει χαρτιά και τους είχε κοροϊδέψει. Αργότερα έμαθα ότι το ίδιο πράγμα είχε κάμει σε πολλούς αλλοδαπούς". 2) Στην ένορκη βεβαίωσή του, με αριθμό 15881/2007, ο Ζ4 καταθέτει τα εξής: "Ο Χ1, στις αρχές του έτους 2001, ενοικίασε ένα διαμέρισμα στην οδό .... αριθμός ..., στην ..., στον Γ
  6. Εκεί ο Γ1 έστησε ολόκληρο εργαστήρι που έφτιαχνε διαβατήρια και άλλα χαρτιά, όπως άδειες παραμονής, άδειες για οδήγηση και άλλα. Εκεί βρέθηκε σε έφοδο της αστυνομίας, το καλοκαίρι του 2001, μεγάλος αριθμός διαβατηρίων, φωτογραφιών και άλλων εγγράφων. Ξέρω ότι ο Γ1 είχε στο σπίτι του στη ...., στην ....., μεγάλο αριθμό διαβατηρίων, που δεν ξέρω από πού τα έπαιρνε. Ο ίδιος ο Γ1 έφτιαχνε πλαστά διαβατήρια, άδειες παραμονής, άδειες οδηγήσεως αυτοκινήτου και άλλα έγγραφα με αμοιβή και είχε το εργαστήριο στο σπίτι του στην ...... Πάντα είχε μαζί του δύο μπρελόκ - όπλα που τα είχε φέρει από τη Βουλγαρία. Ξέρω πολύ καλά ότι το εργαστήριο της οδού .... ανήκε εις τον Γ
  7. Είχα πάει πολλές φορές, από τον Μάρτη του 2001, μέχρι που βρήκε η αστυνομία το σπίτι, γιατί πάντα μας έβαζε σε μπελάδες, έπαιρνε τα λεφτά και δεν έφερνε τα διαβατήρια ή αργούσε να τα φέρει. Αργότερα έμαθα ότι για τα πλαστά δεν πιάσανε τον Γ1, αλλά κάποιον άλλον, τον Χ1, από την Συρία. Ξέρω ότι ο τελευταίος, ο Χ1 δεν είχε καμιά σχέση με τα πλαστά που βρέθηκαν στο σπίτι της ...., στην ....., αφού ήταν του Γ1, πράγμα που το ξέρουν πάρα πολλά άτομα, Έλληνες και ξένοι". Επειδή, κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, οι επικαλούμενες από τον αιτούντα νέες αποδείξεις, ήτοι οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν μετά πάροδο μιας εξαετίας περίπου από το χρόνο κατά τον οποίο φέρονται ότι έλαβαν χώρα τα γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτές, η παραπάνω καταδικαστική για τον Γ1 απόφαση (καθώς και τα λοιπά έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις, που προσκομίζει ο αιτών και επικαλείται όχι στην αίτηση, αλλά στο σημείωμά του, του αυτού περιεχομένου με τις ανωτέρω), τόσο από μόνες τους όσο και σε συνδυασμό προς τις ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών προσκομισθείσες, με βάση τις οποίες τούτο έκρινε, ότι ο αιτών τέλεσε τις προαναφερόμενες παραπάνω πράξεις, δεν καθιστούν φανερό, σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα, ότι ο αιτών είναι αθώος των πράξεων αυτών, για τις οποίες καταδικάσθηκε αμετακλήτως ή ότι αυτός καταδικάστηκε για πράξεις βαρύτερες από εκείνες που πραγματικά τέλεσε και επομένως η κρινόμενη αίτησή του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, προσέτι δε, να απορριφθεί (ως χωρίς αντικείμενο, μετά την απόρριψη της κύριας αίτησης) και το αίτημα αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8.10.2007 αίτηση του Χ1 για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την 1840/2005 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Απορρίπτει το αίτημα αναστολής εκτελέσεως της ποινής του. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου
  1. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.