← Ελλάδα

ΑΠ 1127/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ψευδής καταμήνυση, Αναβολής αίτημα, Ψευδορκία μάρτυρα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1127 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ψευδής καταμήνυση, Αναβολής αίτημα, Ψευδορκία μάρτυρα. Περίληψη: Ψευδής καταμήνυση. Ψευδορκία μάρτυρα. 1) Έλλειψη αιτιολογίας. Απόρριψη αιτήματος αναβολής. 2) Απόλυτη ακυρότητα από την απόρριψη αιτήματος αναβολής, προκειμένου να διορισθεί άλλος, εκτός του παραιτηθέντος, συνήγορος. Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 1127/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανάργυρο Παπαστάμο, περί αναιρέσεως της 732/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Σταρογιάννη. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13.11.2007 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1969/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 737/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων) Ναυπλίου και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημονεύονται, οι αναιρεσείουσες καταδικάστηκαν, η μεν πρώτη, σε ποινή φυλακίσεως έξι

(6)μηνών, ανασταλείσαν επί 3ετία, για ψευδορκία μάρτυρα, η δε δεύτερη, σε συνολική ποινή οκτώ
(8)μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως, για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα, δεχθέντος ειδικότερα του δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας Ψ1, από τις ένορκες επ' ακροατηρίου καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται παραπάνω λεπτομερώς, τις απολογίες των κατηγορουμένων και από την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδεικνύονται κατά την κρίση του δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη κατηγορουμένη. Χ1, με σκοπό να πετύχει την άσκηση ποινικής δίωξης κατά της μηνύτριας, Ψ1, στις 2-3-2000, κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σπάρτης τη με ίδια ημερομηνία μήνυση της κατ' αυτής, αναφέροντας ψευδώς ότι η τελευταία, δήθεν, στις 25-2-2000, στη θέση "......" του Δήμου Σπάρτης, με σκοπό να παραποιήσει τα όρια των ευρισκομένων στη θέση αυτή όμορων ιδιοκτησιών τους, προέβη α) στην εκθεμελίωση ενός πασσάλου, και δη του δεύτερου από δυσμάς, στο σημείο που υπάρχει καμπύλη, και στη μετακίνησή του βόρεια, μέσα στην ιδιοκτησία της ίδιας, σε πλάτος 30 εκατοστών, καλύπτοντας την καμπύλη με χώμα και β) στην αφαίρεση πετρών από τα θεμέλια του διαχωριστικού των ιδιοκτησιών τους μαντρότοιχου σε μήκος ενός περίπου μέτρου από ανατολάς προς δυσμάς, αποσκοπώντας στην εξαφάνιση των σωζόμενων θεμελίων του. Ενώ η αλήθεια, την οποία και γνώριζε η ως άνω κατηγορουμένη ήταν ότι η ήδη μηνύτρια δεν προέβη στις καταγγελλόμενες ενέργειες. Την ίδια ημέρα, η πρώτη κατηγορουμένη εμφανίστηκε ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σπάρτης και βεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο της μήνυσής της, αν και γνώριζε ότι αυτό ήταν ψευδές. Με βάση τη μήνυση αυτή, ασκήθηκε σε βάρος της μηνύτριας και πολιτικώς ενάγουσας δίωξη για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 223 παρ. 1 ΠΚ (μετακίνηση ορόσημων). Το γεγονός ότι το περιεχόμενο της ως άνω μήνυσης ήταν ψευδές αποδεικνύεται και : 1) Από την εκδοθείσα, επί της από 2-3-2000 μήνυσης της πρώτης κατηγορουμένης, 1163, 1164/2-10-2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, η οποία κατέστη ήδη αμετάκλητη, αφού αυτή καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων στις 23-11-2006 και δεν είχε ασκηθεί κατ' αυτής τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο μέχρι τις 26-6-2007, με την οποία η μηνύτρια Ψ1 κηρύχθηκε αθώα της πράξης της παράβασης του άρθρου 223 παρ. 1 ΠΚ (μετακίνηση ορόσημων), διότι, κατά το σκεπτικό της απόφασης αυτής, δεν αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη και ήδη μηνύτρια, "στη ......, την 25-2-2000, προέβη α) σε εκθεμελίωση του δεύτερου από δυσμάς πασσάλου, ο οποίος ευρίσκετο κατά μήκος της νότιας πλευράς της ιδιοκτησίας της εγκαλούσας Χ1, μετατοπίζοντάς τον εντός της ιδιοκτησίας της τελευταίας, και β) σε αφαίρεση πετρών από τα θεμέλια διαχωριστικού μαντρότοιχου σε μήκος 1 μέτρου περίπου από ανατολή προς δύση, για να επιφέρει σύγχυση στα όρια των ιδιοκτησιών τους, να εξαφανίσει τα σωζόμενα θεμέλια του μαντρότοιχου και να μεταφέρει τα όρια με σκοπό βλάβης της εγκαλούσας". 2) Από την ανώμοτη κατάθεση της πρώτης κατηγορουμένης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, στις 17-3-2003, στην οποία παραδέχεται ότι "ο 7ος πάσσαλος βρίσκεται στην ίδια θέση του από το 1990 και όλοι οι πάσσαλοι", χωρίς να γίνεται από αυτήν καμία μνεία για μετατόπιση του επίμαχου πασσάλου από τη μηνύτρια, Ψ1, το έτος 2000, όπως ήδη η ίδια η πρώτη κατηγορουμένη είχε καταγγείλει με την επίμαχη μήνυση και η διαδικασία βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη. Ο ισχυρισμός της πρώτης κατηγορουμένης ότι, εφόσον αμφότερες οι κατηγορούμενες τον ξαναέβαλαν αμέσως στη θέση του, όπως τους είχε συμβουλεύσει ο δικηγόρος τους, ήταν στην ίδια θέση, είναι, κατά την κρίση του δικαστηρίου, μεταγενέστερα εφευρεθείς για να δικαιολογήσει την ως άνω αντιφατική με το περιεχόμενο της μήνυσης κατάθεση, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν, λόγω της σφοδρότατης και πολυετούς αντιδικίας και στο πλήθος των δικών που έχουν γίνει ή εκκρεμούν μεταξύ των αντιδίκων μερών, η εμμονή και των δυο πλευρών στις θέσεις τους γίνεται με εξαντλητικές λεπτομέρειες και αναλύσεις. 3) Από το γεγονός ότι και παλαιότερα οι δύο πρώτες κατηγορούμενες είχαν καταγγείλει τη μηνύτρια, τον Μάρτιο του 1997, για τα ίδια περιστατικά, με την επίμαχη μήνυση (ήτοι για εκθεμελίωση του ίδιου πάσσαλου από αυτήν, δηλαδή του έβδομου από ανατολάς άλλως δεύτερου από δυσμάς, και για τοποθέτηση λίθων βορείως του ξεριζωθέντος πασσάλου), πράξη, για την οποία η ήδη μηνύτρια είχε και πάλι αθωωθεί, με την 1769/2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης. 4) Εξάλλου, είναι πλέον ή βέβαιον ότι, αν η μηνύτρια είχε διαπράξει όσα της καταλογίζει η πρώτη κατηγορουμένη, με την από 2-3-2000 μήνυσή της, λόγω της σφοδρότατης και πολυετούς αντιδικίας τους, θα ήταν λογικό οι δύο πρώτες κατηγορούμενες να είχαν ειδοποιήσει την Αστυνομία ή κάποιον τρίτο μάρτυρα που θα διαβεβαίωνε τις δήθεν ενέργειες της μηνύτριας (μετατόπιση πασσάλου, κλπ). Και βέβαια, η πρώτη κατηγορουμένη γνώριζε ότι όσα κατήγγειλε με τη μήνυσή της σε βάρος της μηνύτριας και τα οποία κατέθεσε και ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σπάρτης ήσαν ψευδή, όπως αποδείχθηκε από όσα προαναφέρθηκαν, και προέβη στην πράξη της με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης κατά της μηνύτριας. Περαιτέρω, η δεύτερη κατηγορουμένη, Χ2, η οποία, στα πλαίσια της ως άνω μήνυσης, κατά τη διαταχθείσα προανάκριση, στις 16-3-2001, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκη Σπάρτης, κατέθεσε ψευδή πραγματικά περιστατικά, και δη ότι "Το έτος 1990 εκτελέσαμε την απόφαση του Εφετείου με δικαστικούς επιμελητές τον ...... και συμπληρωτικά με τον ....... και τοποθετήθηκαν σιδερένιοι πάσσαλοι σύμφωνα με την απόφαση, οι οποίοι πάσσαλοι αποτελούν σταθερά ορόσημα. Στις 25/2/2000, διαπιστώσαμε με την αδελφή μου ότι η κατηγορουμένη όλως παρανόμως με σκοπό να παραποιήσει τα όρια είχε εκθεμελιώσει έναν διαχωριστικό πάσσαλο μας και συγκεκριμένα το δεύτερο από δυσμάς, όπου στο σημείο αυτό κάνει καμπύλη και τον είχε μετατοπίσει βόρεια μέσα στην ιδιοκτησία μας περίπου 30 εκ. και είχε καλύψει την καμπύλη με χώμα. Επίσης, κατά την ίδια ημερομηνία, διαπιστώσαμε ότι είχε αφαιρέσει πέτρες των θεμελίων του διαχωριστικού μαντρότοιχου σε μήκος περίπου 1 μέτρο από ανατολάς προς δυσμάς, με σκοπό να εξαφανίσει τα σωζόμενα θεμέλια του μαντρότοιχου και να επιφέρει σύγχυση στα όρια..... Προσπαθεί με κάθε τρόπο να επιφέρει σύγχυση στα όρια και να πάρει μέρος από την ιδιοκτησία μας ...". Ενώ η αλήθεια, την οποία αυτή γνώριζε, ήταν α) ότι οι σιδερένιοι πάσσαλοι που υπάρχουν στη βόρεια πλευρά της ιδιοκτησίας της εγκαλούσας και αντιστοίχως στη νότια πλευρά της ιδιοκτησίας αμφοτέρων των κατηγορουμένων, επί συνολικού μήκους 25,15 μέτρων και με κατεύθυνση εξ ανατολών προς δυσμάς της κειμένης ανατολικά της δικής της ιδιοκτησίας Ε.Ο. Σπάρτης-Γυθείου, τοποθετήθηκαν από τις ίδιες, και όχι με τη σύμπραξη των δικαστικών επιμελητών, ..... και ......., κατά την εκτέλεση της 332/1989 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, γεγονός που επιβεβαιώνει, με τη μαρτυρική του κατάθεση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ο Δικαστικός Επιμελητής, ......, αλλά και αναφέρεται στη συνταχθείσα σε ανύποπτο χρόνο ...... έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης του ως άνω Δικαστικού Επιμελητή, στην οποία γίνεται μνεία ότι έγινε απομάκρυνση ευρεθέντων σιδηροπασσάλων, και όχι τοποθέτηση τέτοιων, ενώ στην 578/1990 επανάληψη της υπ' αριθ. ..... εκθέσεως βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως, του Δικαστικού Επιμελητή ........ αναφέρεται ότι "γίνεται μνεία ότι επί της πρώτης εδαφικής λωρίδος των 30 μέτρων δεν ευρέθη κανένα κινητόν πράγμα και έχει γίνει οριοθέτηση με 9 πασσάλους σιδερένιους στερεωμένους με τσιμέντο και έχει τοποθετηθεί φράκτης με δικτυωτό σύρμα, που σημαίνει ότι οι παραπάνω πάσσαλοι βρέθηκαν εκεί ήδη τοποθετημένοι, β) ότι η εγκαλούσα δεν προέβη ή αποπειράθηκε να προβεί στην εκθεμελίωση και μετατόπιση κάποιου διαχωριστικού σιδερένιου πασσάλου, και συγκεκριμένα του δεύτερου κατά σειρά από δυσμάς ή έβδομου από ανατολάς, που έχουν τοποθετήσει αμφότερες οι κατηγορούμενες και ισχυρίζονται ότι αποτελεί διαχωριστικό των ομόρων ιδιοκτησιών τους όριο, δεν κάλυψε τη δημιουργηθείσα στο σημείο εκείνο καμπύλη με χώμα, ούτε αφαίρεσε πέτρες των θεμελίων του κατεδαφισθέντος διαχωριστικού μαντρότοιχου σε μήκος ενός [1] μέτρου με σκοπό να εξαφανίσει τα σωζόμενα θεμέλια του, να επιφέρει σύγχυση στα όρια και να ιδιοποιηθεί μέρος της ιδιοκτησίας τους, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη αναφερθεί και για την πρώτη κατηγορουμένη. Κατά συνέπεια, οι πρώτη και δεύτερη κατηγορούμενες, Χ1 και Χ2, τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα η πρώτη και της ψευδορκίας μάρτυρα η δεύτερη, που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο, και πρέπει να κηρυχθούν ένοχες". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 σε συνδ. με παρ. 1 του ΠΚ. Ειδικότερα, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις, δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή ο προσδιορισμός του ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Δεν υπάρχει ασάφεια από το γεγονός ότι, από προφανή παραδρομή, η υπ' αριθ. 1796/2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, αναφέρθηκε στο αιτιολογικό ως 1769/2000 απόφαση και η παραδρομή αυτή επιβεβαιώνεται από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, στα οποία η απόφαση αυτή αναφέρεται με το σωστό αριθμό της. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθόσον, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, κατά το κύριο μέρος του, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 1, 349 και 139 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, όπως μπορεί να είναι η για οποιονδήποτε λόγο μη εμφάνιση του δικηγόρου του και η μη δυνατότητα έγκαιρης και επαρκούς αναπληρώσεώς του με άλλον. Η παραδοχή ή μη του ως άνω αιτήματος, απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως τούτο να απαντήσει στο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεώς του, να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόφασή του. Διαφορετικά, αν απορρίψει το αίτημα, χωρίς την επιβαλλόμενη αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη Χ1, κατά την ένορκη της συζητήσεως της υποθέσεως, δήλωσε ότι "Ο 3ος κατηγορούμενος, που σήμερα είναι απών, είναι αδελφός μας, είναι ασθενής και νοσηλεύεται στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο της Αθήνας. Τον αδελφό μας θα τον εκπροσωπούσε ο δικηγόρος Δημήτριος Κωστόγιαννης, τον οποίο θα είχαμε και εμείς συνήγορο. Ο κ. Κωστόγιαννης είχε το φάκελό μας με τα απαραίτητα χαρτιά για την υπεράσπισή μας. Ο ίδιος εμφανίστηκε κατά τη χθεσινή ημέρα στο Δικαστήριο του Ναυπλίου και μας παρέδωσε φάκελο με τα απαραίτητα έγγραφα και μας δήλωσε ότι αποχωρεί από την υπόθεση ...... Την ίδια δήλωση επανέλαβε και η δεύτερη κατηγορουμένη και ζήτησε και αυτή την αναβολή της δίκης". Ακολούθως, η Πρόεδρος έδωσε το λόγο στην Εισαγγελέα, η οποία πρότεινε να απορριφθούν τα αιτήματα των κατηγορουμένων για αναβολή της δίκης στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης, καθώς και στο πρόσωπο του 3ου κατηγορουμένου και κατόπιν στις αναιρεσείουσες, οι οποίες ζήτησαν να γίνει δεκτό το αίτημά τους. Εν συνεχεία το Δικαστήριο, κατόπιν μυστικής διασκέψεως, απέρριψε τα αιτήματα με την εξής αιτιολογία: Σύμφωνα με το άρθρο 349 παρ. 1 ΚΠΔ "Το δικαστήριο, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά από την απόφαση. Μπορεί επίσης να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για το λόγο αυτόν έως δεκαπέντε το πολύ ημέρες μέχρι και δύο φορές. Δεύτερη αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνον εφόσον βεβαιώνεται αιτιολογημένα στην απόφαση ότι δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί το σημαντικό αίτιο με την διακοπή. Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται. Επιτρέπεται σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις, μόνον αν το δικαστήριο κρίνει με ειδική αιτιολογία ότι είναι αδύνατη η διεξαγωγή της δίκης. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να εκτίθενται αναλυτικά και αιτιολογημένα στην απόφαση της αναβολής...". Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και τα όσα εξέθεσαν οι δύο πρώτες κατηγορούμενες, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι δύο πρώτες κατηγορούμενες, με αίτημά τους προς το Δικαστήριο, ζήτησαν την αναβολή της παρούσας δίκης, για το λόγο ότι ο απολειπόμενος τρίτος κατηγορούμενος αδελφός τους, Χ3, είναι ασθενής και νοσηλεύεται στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο των Αθηνών, ότι αυτός είχε δώσει πληρεξουσιότητα να τον εκπροσωπήσει στο δικαστήριο ο δικηγόρος Τριπόλεως, Δημήτριος Κωστόγιαννης, τον οποίο θα είχαν και οι ίδιες ως συνήγορο υπεράσπισης, πλην όμως, αυτός εμφανίστηκε στις 25-9-2007, τους παρέδωσε τον φάκελο με τα έγγραφα και δήλωσε ότι αποχωρεί από την υπόθεση. Το υποβληθέν από τις κατηγορούμενες αίτημα αναβολής ελέγχεται απορριπτέο, ως προσχηματικό και παρελκυστικό, για τους ακόλουθους λόγους: α) Δεν προσκόμισαν αυτές κανένα έγγραφο, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι πράγματι ο αδελφός τους, Χ3, νοσηλεύεται σε νοσοκομείο των Αθηνών, το οποίο ευχερώς θα μπορούσαν να προμηθευτούν και να προσκομίσουν στο Δικαστήριο, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν οι ίδιες ισχυρίζονται ότι αυτός νοσηλεύεται από τη Δευτέρα. Είναι, άλλωστε, χαρακτηριστικό, ότι, τη Δευτέρα, 24-9-2007, ο Χ3 βεβαιώνει το γνήσιο της υπογραφής του στο ΑΤ Σπάρτης προς τον δικηγόρο Δημήτριο Κωστόγιαννη. β) Οι παρούσες κατηγορούμενες ουδόλως μερίμνησαν από χθες που, κατά τους ισχυρισμούς τους, ο ως άνω δικηγόρος τους παρέδωσε το φάκελο με τα έγγραφα και τους δήλωσε ότι αποχωρεί από την υπόθεση, να βρουν άλλον δικηγόρο για να τις υπερασπίσει στην παρούσα δίκη, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι οι ίδιες είχαν ζητήσει, κατά τη συνεδρίαση της 19-6-2007, αναβολή λόγω κωλύματος στο πρόσωπο της τότε δικηγόρου αυτών και του απολειπομένου αδελφού τους, Γεωργίας Γκότζη (Δικηγόρου Αθηνών), αίτημα που έγινε δεκτό από το Δικαστήριο και αναβλήθηκε η συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο. Είναι χαρακτηριστικό ότι, αν και το Δικαστήριο πρότεινε σ' αυτές να διακοπεί για λίγο η συνεδρίαση για να βρουν δικηγόρο, η απάντηση της πρώτης κατηγορουμένης ήταν "Δεν μας αναλαμβάνει κανένας δικηγόρος. Απευθύνθηκα και στον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Ναυπλίου, κ. Καζά, ο οποίος μας είπε ότι δεν μπορεί να μας αναλάβει διότι κωλύεται". γ) Ως χρόνος τέλεσης για τις κατηγορούμενες, μεταξύ άλλων, πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρος που αποδίδονται στην πρώτη κατηγορουμένη, φέρεται η 2α Μαρτίου 2000, γεγονός που σημαίνει ότι υπάρχει κίνδυνος αυτές να υποπέσουν σε άμεση παραγραφή και τούτο συνηγορεί στο ότι το αίτημα αναβολής προβάλλεται παρελκυστικά, αν ληφθεί υπόψη και το ότι υπάρχει δυνατότητα προσβολής της εκδοθησόμενης απόφασης και με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Μετά από τα παραπάνω, επομένως, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης στο πρόσωπο των κατηγορουμένων, τα σχετικά αιτήματα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης". Η ανωτέρω αιτιολογία, για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, είναι η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, αφού εκτίθενται στην απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και οι σκέψεις που δικαιολογούν την κρίση του Δικαστηρίου για τη μη αναβολή της δίκης. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο (επικουρικό) μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έλλειψη αιτιολογίας και εξ αυτού (ως άνω) του λόγου, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. ΙΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Β' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως δημιουργεί η απόλυτη, κατ' άρθρο 171 του ιδίου Κώδικα, ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, υφισταμένη και όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, καθώς και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία υπάρχει στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο Εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Δεν υπάρχει συνεπώς έλλειψη ακροάσεως και δεν θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, εάν το Δικαστήριο επέτρεψε στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του ή τον Εισαγγελέα να ασκήσουν παρεχόμενο σ' αυτούς δικαίωμα, όπως είναι και το δικαίωμα να υποβάλουν αίτημα αναβολής της δίκης και στη συνέχεια, εξετάζοντας το αίτημα αυτό, προβαίνει με διάταξή του στην απόρριψή του. Εν προκειμένω, όπως ήδη προαναφέρθηκε, από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, οι αναιρεσείουσες υπέβαλαν αίτημα αναβολής της δίκης, διότι ο συνήγορός τους, την προηγούμενη της εκδικάσεως της υποθέσεως ημέρα, παραιτήθηκε από την υπεράσπισή τους. Η Πρόεδρος πρότεινε την, για μικρό χρονικό διάστημα διακοπή της δίκης, προκειμένου οι αιτούσε να ανεύρουν δικηγόρο που θα τις υπερασπίσει και αυτές αντέτειναν ότι δεν υπάρχει δικηγόρος από το δικηγορικό σύλλογο Ναυπλίου που θα ήθελε να αναλάβει την υπεράσπισή τους και επέμειναν στο αίτημα για αναβολή της δίκης, προκειμένου να διορίσουν δικηγόρο να τις υπερασπιστεί, από άλλο, εκτός του Ναυπλίου, δικηγορικό σύλλογο. Κατόπιν τούτου, το Δικαστήριο, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε το αίτημα της αναβολής. Ενόψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι α) οι αναιρεσείουσες είχαν τη δυνατότητα, με τη συσταθείσα μικρή διακοπή της δίκης, να μεριμνήσουν για το διορισμό άλλου συνηγόρου, προκειμένου να τις υπερασπιστεί, όπως τους υποδείχθηκε από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου. Άλλωστε, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης, οι ίδιες είχαν φροντίσει και είχαν διορίσει τη δικηγόρο Αθηνών Γεωργία Γκότζη να τις υπεραπιστεί, στην αρχική εκδίκαση της έφεσής τους, στη δικάσιμο της 19.6.2007, οπότε και ζήτησαν αναβολή λόγω κωλύματος, τόσο στο πρόσωπο της ως άνω δικηγόρου, όσο και του απολειπομένου αδελφού τους, αίτημα, το οποίο, έγινε δεκτό από το Δικαστήριο και αναβλήθηκε η συζήτηση για τη δικάσιμο της 25.9.2007, εφ' ής η αναιρεσιβαλλομένη και β) πράγματι επέκειτο η παραγραφή, αφού είχαν παρέλθει περίπου επτά έτη και έξι μήνες από το χρόνο τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, που αποδίδονταν σε βάρος της εκ των αναιρεσειουσών Χ1, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν προσέβαλε ούτε το δικαίωμα των αναιρεσειουσών να τύχουν ακροάσεως, ούτε το δικαίωμά τους να παρασταθούν στο δικαστήριο με συνήγορο της εκλογής τους (άρθρο 340 παρ. 1 σε συνδ. με 502 παρ. 1 ΚΠΔ και 6 παρ. 3 εδ. γ' ΕΣΔΑ), ώστε να επέλθει απόλυτη ακυρότητα, λόγω παραβάσεως των υπερασπιστικών τους δικαιωμάτων. Επομένως, ο δεύτερος λόγο αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της και θα καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παρασταθείσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13 Νοεμβρίου 2007 αίτηση των Χ1 και Χ2, για αναίρεση της 732/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ, η κάθε μια καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει σε πεντακόσια
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Απριλίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.