← Ελλάδα

ΑΠ 1130/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1130 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας. Περίληψη: Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και γ) υπέρβασης εξουσίας. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως. Δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας από το γεγονός, ότι στην μετ’ αναίρεση συζήτηση της υποθέσεως, ο εγκαλών παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ως πολιτικώς ενάγων, που είχε δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ενώ στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, (η απόφαση του οποίου είχε αναιρεθεί), είχε παραστεί αυτοπροσώπως. Δεν επήλθε χειροτέρευση της θέσεως του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου. Απορρίπτει την αναίρεση. Αριθμός 1130/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυζώη Κομνηνακίδη, για αναίρεση της με αριθμό 928/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1966/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω (υπερχειλής δόλος), σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Εξ' άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ποινική ουσιαστική διάταξη, έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο Εφετείο, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, έγγραφα, την απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία), αποδείχθηκαν τα εξής: "Στην ....., στις ...., ο κατηγορούμενος, χωρίς την εντολή ή τη συναίνεση του εγκαλούντος Ψ1, συμπλήρωσε μια έντυπη σύμβαση πώλησης αυτοκινήτου με το σύστημα της χρηματοδότησης από Τράπεζα, αναγράφοντας ως στοιχεία του αγοραστή τα στοιχεία ταυτότητας του εγκαλούντος και το είδος του πωλουμένου αυτοκινήτου (.... ασημί .....) και, στη θέση που υπογράφει ο αγοραστής, έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντος, ώστε να εμφανίζεται ο εγκαλών ότι συνεβλήθη με τον πωλητή αυτοκινήτων ...... για την αγορά του ανωτέρω περιγραφομένου αυτοκινήτου με το σύστημα της χρηματοδότησης από τη Εγνατία Τράπεζα ποσού ύψους 5.780.000 δραχμών. Στη συνέχεια δε, προέβη στην χρήση του ανωτέρω εγγράφου, εγχειρίζοντάς το στους αρμόδιους υπαλλήλους της Εγνατίας Τράπεζας. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξεως της πλαστογραφίας με χρήση". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της πράξεως της πλαστογραφίας με χρήση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης οκτώ

(8)μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 2 και 216 παρ. 2 του Π.Κ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο, καθώς και τον εγκληματικό σκοπό (υπερχειλή δόλο) του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, των περιστατικών εκείνων, από τα οποία προκύπτει η γνώση του, με την έννοια της βεβαιότητας (επίγνωσης-πλήρους γνώσης) για την πλαστότητα του ανωτέρω εγγράφου, το οποίο ο ίδιος συμπλήρωσε χωρίς την προηγούμενη εντολή ή συναίνεση του εγκαλούντος, όπως επίσης αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία υπέβαλε στη συνέχεια, τη σχετική σύμβαση στην Τράπεζα Εγνατίας, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί με το ως άνω χρηματικό ποσό. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που, με αυτούς πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των ως άνω αποδείξεων περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Ποιν.Δ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του Κ.Ποιν.Δ. όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του Κ.Ποιν.Δ. Εξ' άλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 63, 64, και 68 του Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και 932 Α.Κ, στην άσκηση της πολιτικής αγωγής για την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης νομιμοποιούνται μόνο όσοι έχουν ζημιωθεί αμέσως από το διωκόμενο έγκλημα. Από τα ανωτέρω παρέπεται, ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα και όταν η πολιτική αγωγή ασκηθεί, χωρίς να έχει αποβληθεί, για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου ή από το ίδιο πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) υπό ιδιότητα όμως διαφορετική από εκείνη που είχε παραστεί πρωτοδίκως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα εξής: Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, κατά τη συνεδρίαση της 12ης Μαρτίου 2004, ο εγκαλών είχε εμφανιστεί και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, στην κατά του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ποινική δίκη και ζήτησε, με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματός του, την επιδίκαση υπέρ αυτού, χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 5 ευρώ, ενώ διόρισε και ως πληρεξούσιο δικηγόρο του, τον δικηγόρο Δημήτριο Αποστολίδη. Στη συνέχεια και μετά την άσκηση εφέσεως από τον εκκαλούντα- κατηγορούμενο, εκδόθηκε η με αριθμό 1208/2006 απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία επιδίκασε στον ως άνω εγκαλούντα, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 5 ευρώ, παρά το γεγονός, ότι κατά τη συζήτηση αυτή ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, ο εγκαλών παρέστη αυτοπροσώπως και, χωρίς την παρουσία του πληρεξουσίου του. Κατά της ως άνω με αριθμό 1208/2006 αποφάσεως, του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, ο κατηγορούμενος άσκησε αίτηση αναιρέσεως, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμό 1136/2007 απόφασή του Δικαστηρίου αυτού και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο. Μετά από αυτά, και την εκ νέου συζήτηση της υποθέσεως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα και τον καταδίκασε σε φυλάκιση οκτώ μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή. Κατά την τελευταία αυτή συζήτηση της υποθέσεως, στο Δικαστήριο της παραπομπής, τούτο επιδίκασε εκ νέου, υπέρ του εγκαλούντος, ο οποίος, ας σημειωθεί ότι κατά την τελευταία αυτή συζήτηση, είχε παρασταθεί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαγιαννίδη και δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 5 ευρώ. Η, κατά τον τρόπο αυτό, παράσταση του εγκαλούντος, ως πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και η επιδίκαση υπέρ αυτού, του ποσού των 5 ευρώ, ως χρηματικής ικανοποίησης, σε καμία περίπτωση δεν χειροτέρευσε τη θέση του αναιρεσείοντος, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αυτός (εγκαλών), είχε παραστεί ενώπιον αυτού νομίμως και δηλώσει την αξίωσή του, δεν υπερέβη δε την εξουσία του, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και δεν επήλθε εξ' αυτού του λόγου, οποιαδήποτε παραβίαση των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό 65 από 13-11-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμό 928/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.