← Ελλάδα

ΑΠ 1131/2008 — Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1131 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή. Περίληψη: Τσόλιας: Αναίρεση του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών κατά αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, που δίκασε ως εφετείο, με την οποία έπαυσε οριστικώς η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση. Εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου, ως προς τον χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, η οποία εν προκειμένω αρχίζει από τότε που διαπιστώθηκε το αδίκημα. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση. Αναιρεί και παραπέμπει. Αριθμός 1131/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, περί αναιρέσεως της 3082/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Με κατηγορούμενο τον Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Κουτουμάνο και με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Δημήτριο Χανή. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Εφετείου Πατρών ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 6/27.11.2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Πατρών Άννας Τζανίνη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2019/2007 Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, το άρθρο 10 παρ. 1 έως 4 του Νόμου 2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία", όπως ίσχυε πριν από ην τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του νόμου 3220/2004 όριζε τα ακόλουθα: "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών...

  1. Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου.
  2. Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου.
  3. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία, στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου, η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση της". Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για τον χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, ίσχυε και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκούνταν αμέσως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του νόμου 2523/1997, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 12 παρ. 3 του νόμου 2753/1999, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε ως προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής η οποία τυχόν ασκήθηκε και, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 του Νόμου 2523/1997). Με τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 του Νόμου 3220/2004 "για την αντικειμενοποίηση του φορολογικού ελέγχου κλπ", μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 19 του νόμου 2523/1997, προστέθηκε διάταξη, κατά την οποία "ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται α') με φυλάκιση τουλάχιστον ενός

(1)έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων
(3000)ευρώ και β) με κάθειρξη μέχρι δέκα
(10)ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ". Η ρύθμιση όμως αυτή είναι για τον κατηγορούμενο δυσμενέστερη από την προηγούμενη και δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κλπ", στην παράγραφο 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο), κατά την οποία, "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, από εκείνη του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα και για τα εγκλήματα, τα οποία διαπράχθηκαν πριν από την ισχύ της, δηλαδή την 2α Νοεμβρίου 2001, ενόψει του ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν την έναρξη και τη διάρκεια της παραγραφής είναι ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Η διάταξη δε του άρθρου 2 παρ. 9 του ίδιου νόμου (2954/2001), κατά την οποία η αμέσως ανωτέρω διάταξη ισχύει ανάλογα "και για τα αδικήματα των περιπτώσεων ζ' και η' της παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 1591/1986, για τα οποία, κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στο Φύλλο της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, δεν έχει επέλθει παραγραφή, κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα δεν έχει ανάλογη εφαρμογή και στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, για τα οποία ισχύει πάντοτε ο επιεικέστερος αυτός νόμος σε σχέση με τον χρόνο ενάρξεως της παραγραφής και δεν τίθεται ζήτημα συμπληρώσεως του χρόνου παραγραφής τους, πριν από την ισχύ του νόμου. Εξ άλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι, όπως προαναφέρθηκε, θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του Ποινικού Κώδικα, πενταετής, αρχίζει, κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του νόμου 2523/1997) και αναστέλλεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 113 Π.Κ., κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, όχι, όμως, πέραν της τριετίας, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, η αιτιολογία δε της καταδικαστικής αποφάσεως, όταν τίθεται ζήτημα παραγραφής της πράξεως, πρέπει να εκτείνεται και στα περιστατικά που αφορούν στην έναρξη και στη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής. Στην προκειμένη περίπτωση, με την 3082/20.9.2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, έπαυσε οριστικώς λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη εις βάρος του κατηγορουμένου Χ1, για έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση (άρθρα 19 παρ. 1, 4 και 21 του Νόμου 2523/1997 και 98 του Π.Κ.), πράξη που φέρεται ότι τέλεσε ο ανωτέρω κατηγορούμενος στην ......, κατά το χρονικό διάστημα από 1 Ιανουαρίου 2000 έως 3 Φεβρουαρίου 2000, ως επιτηδευματίας, που διατηρούσε στο όνομα του ατομική επιχείρηση με αντικείμενο δραστηριότητας τις εισαγωγές, την εμπορία χαλιών και μοκετών, λευκών ειδών και ειδών οικιακής χρήσεως, ηλεκτρικών ειδών, ενδυμάτων και υποδημάτων. Πιο συγκεκριμένα κατηγορήθηκε ο παραπάνω ότι, με την αναφερόμενη ιδιότητά του, στους παραπάνω τόπο και χρόνο, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση διέπραξε αδίκημα φοροδιαφυγής, εκδίδοντας εικονικά φορολογικά στοιχεία και ειδικότερα, ύστερα από έλεγχο που διενεργήθηκε αρμοδίως από εφοριακούς υπαλλήλους του Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου Πατρών, στην έδρα της ανωτέρω επιχειρήσεως, επί της οδού ...., αριθμός ...., στην ....., διαπιστώθηκε, με βάση το από ...... πόρισμα του θεωρημένου φορολογικού ελέγχου, ότι αυτός, κατά τη χρήση του έτους 2000, εξέδωσε εβδομήντα πέντε
(75)τιμολόγια, μαζί με τα αντίστοιχα δελτία αποστολής, όπως ειδικότερα αναφέρονται στην απόφαση αυτή, συνολικής αξίας 430.775.442 δραχμών για ενδοκοινοτικές παραδόσεις - πωλήσεις αγαθών (χαλιών, μπουφάν, τηλεφωνικών συσκευών, μαγειρικών σκευών, κουβερτών, μοκετών, τραπεζιών και καρεκλών) προς τη γερμανική εταιρεία με την επωνυμία "......." ΑΦΜ ....., με έδρα στη διεύθυνση ..... - ....., τα οποία (τιμολόγια) ήταν εικονικά και ειδικότερα αφορούσαν σε συναλλαγές, που ουδέποτε είχαν πραγματοποιηθεί με την αναγραφόμενη σ' αυτά αναφερόμενη γερμανική επιχείρηση, ούτε αυτή είχε παραλάβει ποτέ τα εμπορεύματα που μνημονεύονταν στα συγκεκριμένα τιμολόγια, αφού, εκτός των άλλων, σύμφωνα με το ....... έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών της Γερμανίας, η ως άνω γερμανική επιχείρηση αναγνωρίσθηκε ως εξαφανισμένη (misseing trader), κατά την περίοδο από τον Ιούνιο 1999 μέχρι τον Απρίλιο του 2000, οι δε αναγραφόμενες στα σχετικά τιμολόγια συναλλαγές αφορούσαν σε επεξεργασίες ηλεκτρονικών υπολογιστών και όχι σε χαλιά, μοκέτες κλπ. Το ανωτέρω Δικαστήριο δέχθηκε ότι το αξιόποινο της παραπάνω πράξεως παραγράφηκε, με την αιτιολογία ότι η πράξη της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση έλαβε χώρα από 1.1.2000 έως και 3.2.2000 και από τότε μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (.....) για την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών. Έτσι όμως όπως έκρινε το ως εφετείο δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη της παρούσας, έσφαλε, διότι, από τον χρόνο που διαπιστώθηκε το παραπάνω έγκλημα, το οποίο είναι πλημμέλημα, ήτοι από την ημερομηνία της θεωρήσεως του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον Διευθυντή του Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου Πατρών, από την οποία αρχίζει και η παραγραφή του εγκλήματος, δηλαδή την 13.4.2004 μέχρι τις 11.2.2005, που επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα στον κατηγορούμενο, δεν παρήλθε πενταετία και επομένως δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή. Έτσι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παραβιάστηκαν οι αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις και πρέπει η παραπάνω απόφαση να αναιρεθεί, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγω εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ), εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙ Α ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 3082/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Απριλίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.