← Ελλάδα

ΑΠ 1140/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1140 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη. Περίληψη: Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για απάτη, με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει αιτιολογία. Απόλυτη ακυρότητα δεν δημιουργείται από τη μη κλήτευση μάρτυρα στο ακροατήριο, χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος. Απορρίπτει την αναίρεση. Αριθμός 1140/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γαργαρέτα, περί αναιρέσεως της 8033/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καραπατάκη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 144/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξ' άλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς, και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, που γενικώς κατ' είδος αναφέρει και συγκεκριμένα από την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά τη διάρκεια του πρώτου δεκαπενθημέρου του μηνός Απριλίου του έτους 2000 ο ελληνικής καταγωγής εγκαλών Ψ1, που γεννήθηκε στις ......., όπου και κατοικούσε μόνιμα, αλλά για επαγγελματικούς λόγους επιθυμούσε την παραμονή του και στην Ελλάδα, την οποία είχε επισκεφθεί κατά τα έτη 1998 και 1999 με προσωρινή άδεια παραμονής, εκδήλωσε το ενδιαφέρον του να πολιτογραφηθεί ως έλληνας υπήκοος και ανέθεσε στον κατηγορούμενο, για τον οποίο πληροφορήθηκε από τον κοινό γνωστό τους και μάλιστα κουμπάρο του κατηγορούμενου Γ1, ότι ο κατηγορούμενος ήταν Δικηγόρος. Ο Γ1 πίστευε πράγματι ότι ο κατηγορούμενος ήταν Δικηγόρος, αφού ως Δικηγόρος εμφανιζόταν. Ο εγκαλών συνάντησε τον κατηγορούμενο στο δικηγορικό του γραφείο επί της οδού ........ που του υποδείχθηκε και εκεί ο κατηγορούμενος τον διαβεβαίωσε, ότι είναι Δικηγόρος ειδικευμένος σε ζητήματα πολιτογράφησης και λόγω της ιδιότητός του αυτής, ήταν σε θέση να διεκπεραιώσει τη διαδικασία πολιτογράφησης του εγκαλούντος, ως έλληνα υπηκόου για την οποία, συνέτρεχαν οι αναγκαίες προϋποθέσεις, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, αλλά και χωρίς να απαλλαγεί από αυτές, ως άτομο που θα φερόταν ότι έπασχε από ψυχική νόσο ή πνευματική ανεπάρκεια και ότι ο ίδιος προσωπικά, λόγω της εξειδίκευσής του, θα προέβαινε σε κάθε αναγκαία ενέργεια για την εκτέλεση της εντολής που του ανατέθηκε. Οι παραπάνω παραστάσεις του κατηγορουμένου ήσαν ψευδείς, αφού αυτός δεν ήταν Δικηγόρος και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις πολιτογράφησης του εγκαλούντος, χωρίς εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων ή νόμιμη απαλλαγή από αυτές και έγιναν με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος, ο οποίος αφού, παραπείστηκε από την παραπάνω απατηλή συμπεριφορά, εξέδωσε, χάριν καταβολής της αμοιβής, ποσού 2.000.000 δραχμών τραπεζική επιταγή που παρέδωσε στον κατηγορούμενο, ο οποίος επιμελήθηκε για την εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα και εισέπραξε το παραπάνω ποσό. Η χορήγηση πληρεξουσιότητας από τον εγκαλούντα, προς το δικηγόρο Αθηνών Γ2, με το ...... συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ουρανίας συζ. Πέτρου Καλουκάκου, που συντάχθηκε καθ' υπόδειξη του κατηγορουμένου, δεν μετέβαλε τα πράγματα, αφού, οι παραπάνω ψευδείς παραστάσεις έγιναν εκ μέρους του και διαβεβαίωσε, ότι αυτός θα προέβαινε στις αναγκαίες ενέργειες. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της απάτης που του αποδίδεται". Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, για την πράξη της απάτης και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα

(10)μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά, που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1 και 386 παρ.1 του Π.Κ, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, εκτίθεται η απατηλή συμπεριφορά του κατηγορούμενου, που εμφάνιζε ψευδώς τον εαυτό του, ως Δικηγόρο, και διαβεβαίωνε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο του παθόντος οι προϋποθέσεις, προκειμένου αυτός να πολιτογραφηθεί 'Ελληνας, το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε και πέτυχε στη συνέχεια, με την είσπραξη του ισόποσου της τραπεζικής επιταγής των 2.000.000 δραχμών και η αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του παθόντος, ενώ επίσης προσδιορίζεται ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, που ήταν το πρώτο δεκαπενθήμερο του μηνός Απριλίου του έτους
  1. Περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'του Κ.Π.Δ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, απόλυτη ακυρότητα κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. β και δ'του Κ.Π.Δ, που δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων, που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα ή την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, παραπονείται το μεν, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά, ως προς το χρόνο που υποβλήθηκε από μέρους του εγκαλούντος, η μηνυτήρια αναφορά του, ή για το χρόνο που ασκήθηκε σε βάρος του η ποινική δίωξη, προσέτι δε, δεν γίνεται αντίστοιχη αναφορά, για τον ακριβή χρόνο που ο ίδιος(αναιρεσείων), κλητεύθηκε στο ακροατήριο. Επιπρόσθετα, ο ίδιος ο αναιρεσείων, παραπονείται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα, από το γεγονός ότι το Δικαστήριο, δεν προέβη στην κλήτευση των μαρτύρων Γ2 και Γ
  2. Όμως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της προφανούς αοριστίαςτου, αφού δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια κατά ποιο τρόπο επήλθε η ακυρότητα που ο αναιρεσείων επικαλείται, ενόψει του ότι στην παράθεση της σχετικής πλημμέλειας, περιορίζεται μόνο στο γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν μνημονεύει το χρόνο υποβολής της μηνυτήριας αναφοράς, ή το χρόνο που ασκήθηκε η ποινική δίωξη, χωρίς να αμφισβητείται ότι ασκήθηκε από τον καθ' ύλη αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, ακόμη δε, ότι χώρησε εμπρόθεσμα η παραπομπή του στο ακροατήριο. Περαιτέρω, σε σχέση με την αποδιδόμενη άλλη πλημμέλεια, της απόλυτης ακυρότητας, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, δεν υπέβαλε ανάλογο αίτημα για την κλήτευση των συγκεκριμένων μαρτύρων, οπότε, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση, όχι μόνο να διατάξει την κλήτευσή τους, αλλά ούτε και να αιτιολογήσει την άρνησή του να το πράξει. Συνεπώς, ο περί απόλυτης ακυρότητας, σχετικός λόγος αναιρέσεως, και κατά το σκέλος τούτο, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος παραδεκτός προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ). Επίσης, ο αναιρεσείων, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176,183 Κ.Πολ.Δικ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9 Ιανουαρίου 2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμό 8033/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ, και, στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει σε πεντακόσια
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Απριλίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.