← Ελλάδα

ΑΠ 115/2010 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 115 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Άσκηση για νέα στοιχεία άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την αμετάκλητη απόφαση. Ποια θεωρούνται νέα στοιχεία. Πότε δεν συντρέχει το στοιχείο αυτό. Δεν αποτελεί λόγο η κακή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Τα επικαλούμενα "νέα στοιχεία" τέθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο που εξέδωσε την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση (ΑΠ 657/2008). Απορρίπτει αίτηση. ΑΡΙΘΜΟΣ 115/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 128-129/2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1516/

  1. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την από 18 Μαΐου 2009 αίτηση για αναστολή της ποινής του ως άνω αιτούντος, καθώς και τις προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμούς 17/16.1.09 και 17α/1.6.09, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ' άρθρο 528 & 1 ΚΠΔ την με ημερομηνία 4-9-2008 αίτηση του Χ κρατουμένου στις φυλακές ... με την οποία διώκει την ακύρωση της με αριθμ. 128, 129/28-3-2002 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξη 9 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων επί τρία χρόνια και την επανάληψη της διαδικασίας και εκθέτω τ' ακόλουθα: Η αίτηση αυτή δεύτερη κατά σειρά με το αυτό περιεχόμενο υποβάλλεται στο αρμόδιο κατ' άρθρο 528 § 1 ΚΠΔ Συμβούλιο του Αρείου Πάγου από τον κατηγορούμενο στρέφεται κατά απόφασης Πενταμελούς Εφετείου με την οποία καταδικάστηκε στην παραπάνω αναφερόμενη ποινή και διώκει την ακύρωση της απόφασης αυτής και την επανάληψη της διαδικασίας και η οποία περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητά την επανάληψη της διαδικασίας κατά το άρθρο 527 § 1 ΚΠΔ, οι οποίοι είναι η επίκληση νέων γεγονότων αγνώστων στους δικαστές που δίκασαν τα οποία προέκυψαν μετά την δίκη και τα οποία καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος και στρέφεται κατά της με αριθμ. 937/2005 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών είναι νόμιμη και παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί στην ουσία της, για την οποία εκθέτω τα παρακάτω. Από τη διάταξη του άρθρου 525 § 1 αριθμ. 2 κατά την οποία "Η ποινική διαδικασία η οποία περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημ/μα η κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις 1... 2) Εάν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε ... 3.... " προκύπτει ότι κατ' αληθή έννοια τής διάταξης αυτής για να υπάρξει περίπτωση επανάληψης διαδικασίας η οποία είναι έκτακτο ένδικο βοήθημα και αποσκοπεί στην κατά το δυνατό αποτροπή αδικιών σε βάρος των καταδικασμένων, την απονομή ουσιαστικής δικαιοσύνης και την αποτροπή απαραδέκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων πρέπει να συντρέξουν οι κατά την παραπάνω διάταξη περιοριστικά αναφερόμενες προϋποθέσεις μεταξύ των οποίων είναι, 1) ο κατηγορούμενος να έχει καταδικασθεί για πλημμέλημα ή κακούργημα, 2) η απόφαση να είναι αμετάκλητη και 3) να προκύψουν μετά την οριστική καταδίκη του νέα γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία είτε μόνα είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέα δε γεγονότα και αποδείξεις κατά την έννοια τής διάταξης αυτής θεωρούνται όλα εκείνα τα οποία υπήρχαν μεν κατά τον χρόνο τής εκδίκασης πλην όμως δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο που τον δίκασε και έτσι παρέμειναν άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν. Τέτοια είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων, ακόμη και νεώτερες εκείνων που έχουν εξετασθεί προηγουμένως, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές όσων είχαν τεθεί υπ' όψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε καθιστούν φανερό και όχι πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερη πράξη ( ΑΠ 842/1994 ΠΧ ΜΔ 810, ΑΠ 1239/1998 ΠΧ ΜΘ 682, ΑΠ 816/1999 ΠΧ Ν 343, ΑΠ 760/1998 ΠΧ ΜΘ 341, ΑΠ 70/1999 Π Χ ΜΘ 313 ΑΠ 9/1999 ΠΧ ΜΘ 218, ΑΠ 408/1998 ΠΧ ΜΗ 1059, ΑΠ 428/ 1998 Π Χ ΜΗ 1067, ΑΠ 216 ΠΧ ΜΗ 801, ΑΠ 18/1998 ΠΧ ΜΗ 661, AΠ 476/2005 Π.Χ ΝΕ 2005-987). Δεν είναι όμως νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης διαδικασίας ή εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου (ΑΠ 1894/1987, ΑΠ 1315/1989) ούτε και εσφαλμένη εκτίμηση η αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων (ΑΠ 669/1991, ΑΠ 1185/1994) όπως και παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση (ΑΠ 669/1991). Επίσης δεν είναι νέα και άγνωστα γεγονότα όσα είχαν τεθεί υπ' όψη ρητά ή έμμεσα του δικαστή και απορρίφθηκαν από αυτόν έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν εκτιμήθηκαν από αυτόν προσηκόντως (ΑΠ 1061/1990, ΑΠ 1185/1994). Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών καταδικάστηκε όπως αναφέρεται και παραπάνω σε ποινή κάθειρξης 9 ετών και χρηματική ποινή 10.000 για τις πράξεις της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών από κοινού με τον ... και οι οποίες συνίστανται στο ότι από κοινού κατείχαν 59,5 κιλά ακατέργαστης αποξηραμένης ινδικής κάνναβης συσκευασμένης σε 6 δέματα, την οποίαν ποσότητα μετέφεραν με τό με αριθμ. ... ενοικιασμένο από τον αιτούντα αυτοκίνητο. Ο αιτών προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης του αναφέρει και αναπτύσσει επιχειρηματολογία περί του ότι αυτός δεν μπορούσε να οδηγεί το αυτοκίνητο αυτό κατά την ώρα που οι αστυνομικοί προσπάθησαν να το σταματήσουν και το οποίο το ακινητοποίησαν μετά από καταδίωξη συλλαβόντες τον αλλοδαπό συνοδηγό του, ενώ ο οδηγός, κατηγορούμενος, κατόρθωσε να διαφύγει την σύλληψη και επικαλείται το γεγονός ότι όπως προκύπτει από τα εισιτήρια του πορθμείου ... τα οποία ανευρέθησαν στο αυτοκίνητο και ανέφεραν σαν ώρα διεκπεραίωσης του αυτοκινήτου αυτού την 14.45 αυτός δεν μπορούσε να είναι ο οδηγός του αυτοκινήτου γιατί εργαζόταν στην Αθήνα μέχρι τις 13.30 και έτσι θα ήταν αδύνατη η μετάβαση του από την ... στην ... μέσα στο διάστημα τής μίας ώρας και 15 λεπτά και ότι το δικαστήριο παρέλειψε να ελέγξει τις τηλεφωνικές κλήσεις και γενικά τα τηλεφωνήματα που έκανε ή δέχθηκε η με αριθμ.... κινητή τηλεφωνική συσκευή. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι τα αναφερόμενα από τον αιτούντα σαν νέα στοιχεία ήτοι τα δύο εισιτήρια και η αξιολόγηση των στοιχείων αυτών αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης αυτής όπως επίσης λήφθηκε υπ' όψη, ερευνήθηκε αξιολογήθηκε και το γεγονός ότι ο αιτών δούλευε μέχρι τις 13.15 γεγονός το οποίο αναφέρθηκε και απετέλεσε αντικείμενο έρευνας από τους δικαστές που τον καταδίκασαν, όπως επίσης και οι τηλεφωνικές κλήσεις του συγκεκριμένου κινητού τηλεφώνου απετέλεσαν αντικείμενο κατάθεσης του μάρτυρα αστυνομικού ο οποίος ανέφερε προφανώς σ'ερώτηση του κατηγορουμένου ότι δεν γνωρίζει το αν η υπηρεσία του έκανε διακρίβωση των τηλεφωνημάτων που έμενε ή δέχθηκε το συγκεκριμένο κινητό τηλέφωνο το όποιο όπως προκύπτει από την κατάθεση του συγκεκριμένου αστυνομικού ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου είχε πέσει από τον διαφυγόντα οδηγό, το επικαλούμενο γεγονός ότι το δικαστήριο αυτό παρέλειψε να ερευνήσει τις κλήσεις του τηλεφώνου αυτού , δεν αποτελεί λόγο επανάληψης γιατί όπως αναφέρθηκε και παραπάνω παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση ( ΑΠ 669/1991) δεν αποτελούν λόγω επανάληψης. Κατ'ακολουθία των παρά πάνω τα από τον αιτούντα αναφερόμενα σαν νέα γεγονότα δεν είναι νέα γεγονότα γιατί τέθηκαν υπ'όψη των δικαστών που τον καταδίκασαν και αξιολογήθηκαν σαν αποδεικτικά στοιχεία οι δε αναφερόμενες παραλείψεις δεν δύνανται ν'αποτελέσον λόγο επανάληψης και για τον λόγο αυτό η υπό κρίση αίτηση πρέπει ν'απορριφθεί στην ουσία της. Δια ταύτα Προτείνω όπως Να γίνει δεκτή τυπικά και να απορριφθεί στην ουσία της η με ημερομηνία 4-9- 2008 αίτηση του Χ κρατουμένου στις φυλακές ... με την οποία διώκει την ακύρωση της με αριθμ. 128,129/28-3-2002 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Αθήνα την 15-1-2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Σε συνέχεια της με αριθμ. ... πρότασης μας με την οποία προτείνεται η απόρριψη της με ημερομηνία 4-9-2008 αίτησης του Χ για ακύρωση της με αριθμ. 128,129/28-3-2002 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 9 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων επί τριετία και επανάληψη διαδικασίας εισάγω την με ημερομηνία 19-5-2009 αίτηση του με την οποία ζητά την αναστολή της παραπάνω ποινής μέχρι τής εκδίκασης της παραπάνω αίτησης του και αναφέρω τα παρακάτω. Ο αιτών υπέβαλλε την με ημερομηνία 4-9-2008 αίτηση του για ακύρωση και επανάληψη της διαδικασίας τής με αριθμ. 128,129/28-3-2002 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 9 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων επί τριετία η οποία εισήχθη στο Συμβούλιο σας με την με αριθμ. ... πρόταση μας με την οποία προτείνεται η κατ'ουσίαν απόρριψη της . Η εκδίκαση της αίτησης του αιτούντα προσδιορίστηκε για την δικάσιμο τής 3-3-2009 και μετά από αίτηση του αιτούντα αναβλήθηκε για την δικάσιμο τής 17-11-
  2. Νυν δε με την υπό κρίση αίτηση του ζητάει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του εν όψει της εκδίκασης της αίτησης για επανάληψη διαδικασίας που υπέβαλλε. Από τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ κατά την οποία μόλις υποβληθεί η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας το συμβούλιο που είναι αρμόδιο να την κρίνει αποφαίνεται μέσα σε τρεις ημέρες υστέρα από πρόταση του Εισαγγελέα για την αναστολή ή μη της εκτέλεσης της ποινής που εκτίει ο καταδικασμένος προκύπτει ότι ο το αρμόδιο για την εκδίκαση της επανάληψης της διαδικασίας μέσα σε τρεις ημέρες από τής υποβολής της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα αποφαίνεται για την αναστολή ή όχι της εκτέλεσης της ποινής που εκτίει ο καταδικασμένος χωρίς να απαιτείται προς τούτο και σχετική αίτηση του καταδικασμένο γι'αυτό, η δε αναστολή διατάσσεται εφ'όσον πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει η αίτηση επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 1612/2002, ΑΠ 548/2000,). Τουτέστιν για την αναστολή ή όχι δεν είναι απαραίτητη και η υποβολή σχετικού αιτήματος αποφαινομένου επί τούτου του αρμοδίου συμβουλίου ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Εισαγγελέα εντός τριών ημερών , διαδικασία η οποία παρακάμπτεται όταν στο Συμβούλιο σας υποβάλλεται πρόταση απόρριψης της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας εν όψει της μη πιθανολόγησης της ευδοκίμησης της. Δεν εμποδίζεται όμως δικονομικά η υποβολή αίτησης για την αναστολή της διαδικασίας από μέρους του αιτούντα έστω και εκ των υστέρων άλλα πριν από την εκδίκαση της αίτησης, μάλιστα δε μπορεί να υποστηριχθεί το αντίθετο, αφού με την παραπάνω διάταξη υπάρχει δικονομική υπόδειξη για την αντιμετώπιση του θέματος αυτού ανεξάρτητα από την απόρριψη του ή μη και ως εκ τούτου η αίτηση αυτή είναι τυπικά παραδεκτή και εξεταστέα στην ουσία της. Στην προκειμένη περίπτωση όπως αναφέρθηκε και παραπάνω η διάταξη της αναστολής ή όχι της εκτέλεσης της ποινής εξαρτάται από την πιθανολόγησή της κατ' ουσία ευδοκίμησης της αίτησης επανάληψης, και η οποία ευδοκίμηση στην υπό κρίση περίπτωση δεν πιθανολογείται για τους λόγους τους οποίους αναφέρομε στην με αριθμ. 17/16-1-2009 πρόταση μας η οποία έχει υποβληθεί στο Συμβούλιο σας και στην οποία αναφερόμεθα εξ ολοκλήρου για τον λόγο αυτό η υπό κρίση αίτηση πρέπει ν'απορριφθεί στην ουσία της. Δια ταύτα Προτείνω όπως Γίνει δεκτή τυπικά και απορριφθεί στην ουσία τής η με ημερομηνία 19-5-2009 αίτηση του Χ για αναστολή εκτέλεσης της ποινής της κάθειρξης των 9 ετών που του επιβλήθηκε με την με αριθμ. 128,129/28-3-2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών εν όψει της εκδίκασης της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας κατά τής παραπάνω απόφασης Αθήνα την 1-6-2009 Ο Αντ/λέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. ΙI. Με την υπό κρίση από 4-9-2008 αίτηση, με την οποία ο αιτών Χ, επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 128-129/28-3-2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου ..., με την οποία καταδικάστηκε για τις πράξεις: α) της κατοχής κατά συναυτουργία και β) μεταφοράς κατά συναυτουργία ναρκωτικών ουσιών, σε ποινή καθείρξεως 9 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, ισχυριζόμενος, ότι, από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτή, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ.1 ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία. Επίσης ο αιτών άσκησε και την από 19-5-2009 αίτηση, με την οποία, επικαλούμενος την άσκηση της ανωτέρω αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, ζητάει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής που κατά τα ανωτέρω του επιβλήθηκε. Η αίτηση είναι νόμιμη, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ, παραδεκτά δε εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την αυτή συνεδρίαση που εισάγεται και η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, στο οποίο εκκρεμεί αυτή, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ ουσία, μετά την έρευνα της αιτήσεως επαναλήψεως, αφού από την πιθανολόγηση ευδοκιμήσεως της εξαρτάται η παραδοχή της και, όπως διαμορφώθηκε πλέον δικονομικώς η υπόθεση (ταυτόχρονη εισαγωγή προς κρίση και των δύο αιτήσεων και όχι εντός της προθεσμίας που ορίζει η διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ η παρούσα) εξαρτάται από την ουσιαστική βασιμότητά της. ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την υπ' αριθμό 128-129/ 28-3-2002 απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, με την υπ' αριθμό 1723/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα και τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως 9 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, για τις πράξεις της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, κατά συναυτουργία από μη τοξικομανή και ειδικότερα, του ότι "κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους, στις 17-1-1999, από κοινού με το συγκατηγορούμενό του ... που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, με πρόθεση τέλεσαν περισσότερα του ενός εγκλήματα περί τα ναρκωτικά, χωρίς να είναι τοξικομανείς. Ειδικότερα:
  3. Κατείχαν ναρκωτικά και συγκεκριμένα κατείχαν 59,5 κιλά ακατέργαστης αποξηραμένης ινδικής κάνναβης, συσκευασμένα σε έξι δέματα από την παραλαβή τους σε σημείο που δεν διακριβώθηκε και κατά τη διαδρομή μέχρι και το 40ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού ..., την οποία, μετά καταδίωξη αστυνομικών οργάνων του Α.Τ ..., εγκατέλειψαν μέσα στο υπ' αριθμό ... αυτοκίνητο, με το οποίο κινούνταν, και ετράπησαν σε φυγή και
  4. Μετέφεραν ναρκωτικά και συγκεκριμένα μετέφεραν από το σημείο παραλαβής μέχρι και το 40ο χιλιόμετρο της ανωτέρω εθνικής οδού με το ανωτέρω αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία "Αφοί ... Φαντάστικο" και με έδρα την ..., το οποίο είχε μισθώσει ο αιτών, την ανωτέρω ποσότητα των 59,5 κιλών αποξηραμένης ακατέργαστης ινδικής κάνναβης". Ο αιτών είχε υποβάλλει και προηγουμένως την από 28-2-2006 αίτηση, η οποία απορρίφθηκε με την 657/2008 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ως αβάσιμη. Με την αίτηση εκείνη επικαλέσθηκε, μεταξύ των άλλων, και ορισμένα νέα κατά την άποψή του αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία αν είχαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση θα κατέληγαν σε αθωωτική κρίση. Τα στοιχεία αυτά έκρινε με την ως άνω απόφαση, ως μη νέα κατά την παραπάνω έννοια το παρόν Δικαστήριο, διότι είχαν κριθεί και αξιολογηθεί από το 5μελές Εφετείο. Το Δικαστήριο εκείνο δεν δέχθηκε τον επ αυτών στηριζόμενο ισχυρισμό του αιτούντος ότι, με δεδομένο ότι το τελευταίο δρομολόγιο του πλοίου "Ε...", με το οποίο πέρασε το ανωτέρω μισθωμένο απ' αυτόν αυτοκίνητο από το ... στο ..., σύμφωνα με τα δύο εισιτήρια (οδηγού και συνοδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου), την κρίσιμη ημερομηνία της 17-1-1999, έγινε στις 14.45', αυτός δε μέχρι τις 13.10'της ημέρας εκείνης βρισκόταν στην δουλειά του στο ...ι, όπως προέκυπτε από την από 30-6-2000 βεβαίωση της εταιρίας ..., μετέχοντας σε συνεργείο καθαρισμού υαλοπινάκων κτιρίων, δεν μπορούσε να βρίσκεται εντός του αυτοκινήτου όταν αυτό περνούσε από ... σε ... και κατ ακολουθία δεν ήταν δυνατόν να το οδηγεί αργότερα όταν το αυτοκίνητο στην ως άνω χιλιομετρική θέση μετά καταδίωξη ακινητοποιήθηκε. Τον ισχυρισμό αυτό πρόβαλε απολογούμενος στο 5μελές, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται, μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, η ως άνω βεβαίωση της προαναφερθείσης εταιρίας και το Δικαστήριο τον απέκρουσε ως αβάσιμο και έκρινε ότι ο αιτών ήταν οδηγός του επίμαχου ΙΧΕ αυτοκινήτου, με συνοδηγό τον συλληφθέντα επί τόπου (40ο χιλιόμετρο οδού ...) ως άνω Αλβανό υπήκοο συγκατηγορούμενό του, ενώ ο ίδιος διέφυγε την σύλληψη και συνελήφθη πολύ αργότερα. Τον ίδιο ισχυρισμό και τα αυτά αποδεικτικά στοιχεία επικαλέσθηκε και με την προηγούμενη, αλλ επικαλείται και με την κρινόμενη αίτηση και τα συμπληρωματικά αυτής τρία

(3)υπομνήματα, αλλά και το υπόμνημα που κατέθεσε μετά τη συζήτηση, παραπονούμενος διότι δεν αξιολογήθηκαν σωστά τόσον από το 5μελες, όσον και από το παρόν Δικαστήριο με τις 128-129/2002 και 657/2008 αποφάσεις τους αντίστοιχα. Τα στοιχεία λοιπόν αυτά δεν είναι νέα κατά την ανωτέρω έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 ΚΠΔ, αλλά τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, η τυχόν δε μη ορθή αξιολόγηση και εκτίμησή τους από το Δικαστήριο εκείνο, όπως λέχθηκε ανωτέρω, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αιτών με το από 19-11-2009 υπόμνημά του. Επίσης νέο κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο αν είχαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση θα κατέληγαν σε αθωωτική απόφαση, δεν αποτελεί το επικαλούμενο από τον αιτούντα γεγονός ότι του κινητού τηλεφώνου με αριθμό κλήσεως καρτοκινητής τηλεφωνίας ... το οποίο έπεσε από τον διαφυγόντα οδηγό του κατά τα άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου, κάτοχος φέρεται άτομο με το επώνυμο ....λ.σ., ο εντοπισμός του οποίου, ελλείψει άλλων στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητάς του, δεν κατέστη δυνατός, ενώ ο αιτών είναι κάτοχος κινητών τηλεφώνων με σύνδεση και αριθμούς κλήσεως ... ή .... Τούτο δε διότι το ότι το καρτοκινητό δεν ήταν στο όνομά του, αλλά σε όνομα αγνώστου και μη εντοπισθέντος ατόμου, το οποίο επίτηδες παρέσχε ελλιπή στοιχεία ταυτότητας, δεν σημαίνει άνευ ετέρου ότι ο αιτών δεν ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου, διότι ευλόγως κατά την επιχείρηση μεταφοράς της ανωτέρω ποσότητας ναρκωτικών δεν θα χρησιμοποιούσε κάποιο από τα κινητά τηλέφωνα με σύνδεση που ήταν στο όνομά του, αλλά καρτοκινητό με άλλο όνομα κατόχου και μάλιστα ελλιπές, για να μη καθίσταται δυνατός ο εντοπισμός του. Ούτε μπορεί να αποτελέσει λόγο επαναλήψεως το ότι το Δικαστήριο δεν διέταξε την έρευνα των κλήσεων που έγιναν από το και προς το ως άνω καρτοκινητό, την οποία, όπως ισχυρίζεται, ζήτησε, διότι, όπως λέχθηκε παραλείψεις ή πλημμέλειες του Δικαστηρίου που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, δεν αποτελούν λόγο επανάληψης της διαδικασίας. Ούτε βέβαια μπορεί να αποτελέσει τέτοιο λόγο η από 16-6-2006 κατάθεση του καταδίκου ... ενώπιον της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Καλλιόπης Θεολογίτου, την οποία ο αιτών χαρακτηρίζει ως ψευδή και ψευδομάρτυρα τον ανωτέρω, κατά του οποίου και επικαλείται υποβολή εγκλήσεως για ψευδορκία, την μαρτυρία όμως του οποίου ο ίδιος, σε προηγούμενο διαδικαστικό στάδιο, είχε επικαλεσθεί ως νέο στοιχείο αποδεικτικό του ότι δεν είχε συμμετοχή στην όλη υπόθεση και ήταν αθώος και τώρα, επειδή ο μάρτυρας δεν επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς του, αλλ' αντιθέτως τους διαψεύδει και επιβεβαιώνει την ορθότητα της καταδικαστικής σε βάρος του αποφάσεως, απαξιώνει και αυτόν ως μάρτυρα και την κατάθεσή του, την οποία πλήρως αξιολόγησε το παρόν Δικαστήριο κατά την έρευνα της προηγούμενης από 28-2-2006 αιτήσεως του, την οποία και απέρριψε, όπως λέχθηκε ανωτέρω, με την 657/2008 απόφαση. Τέλος δεν αποτελεί νέο στοιχείο αποδεικτικό της αθωότητας του αιτούντος το προκύπτον από την 152199/2004 απόφαση του Δ' Μονομελούς Πλημ/κειου Αθηνών, η οποία επίσης αξιολογήθηκε κατά την έρευνα της προηγούμενης αιτήσεως του που απορρίφθηκε, κατά τα ανωτέρω, γεγονός ότι αυτός εργαζόταν, κατά το χρονικό διάστημα από 7/1-13/5/1999, σε εταιρία καθαρισμού κτιρίων και συνεπώς την κρίσιμη ως άνω ημερομηνία της 17-1-1999 απασχολούταν μέχρι την 13.10'ώρα με τον καθαρισμό των υαλοπινάκων του κτιρίου στο ... της ασφαλιστικής εταιρίας ..., όπως προέκυψε και από την ανωτέρω βεβαίωση αυτής, διότι, όπως λέχθηκε ανωτέρω, το στοιχείο αυτό τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου που εξέδωσε την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, αλλά και του παρόντος Δικαστηρίου, αξιολογήθηκε και απορρίφθηκε, τυχόν δε σφάλματα αξιολογήσεως και εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων από το Δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση δεν μπορούν, όπως ήδη τονίσθηκε, να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως και να ερευνηθούν στο πλαίσιο της παρούσης διαδικασίας. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αιτούντος που περιέχονται στην αίτηση και στα τρία
(3)υπομνήματα, με τα οποία συμπληρώνει και διευκρινίζει αυτήν, ως και το μετά τη συζήτηση κατατατεθέν, πλήττουν την κατ ουσία κρίση του 5μελούς και του παρόντος Δικαστηρίου (αποφάσεις 128-129/2002 και 657/2008) και δεν μπορούν να αποτελέσουν, όπως λέχθηκε, λόγους επαναλήψεως της διαδικασίας, αφού αυτή δεν αποτελεί ένδικο μέσο. Κατά συνέπεια, από τα επικαλούμενα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι, από αυτά, εκτιμώμενα, είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τα προσκομισθέντα προηγουμένως στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την περατώσασα την ποινική διαδικασία ως άνω αμετάκλητη απόφαση, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των προαναφερόμενων αξιοποίνων πράξεων ή ότι αυτός καταδικάσθηκε άδικα. Συνεπώς η αίτησή του είναι αβάσιμη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί. Λόγω δε του αβασίμου της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και η ανωτέρω αίτηση περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής που κατά τα άνω επιβλήθηκε στον αιτούντα με την προσβαλλομένη απόφαση. Επομένως, οι υπό κρίση αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει: α) την από 4-9-2008 αίτηση του Χ, κρατουμένου των δικαστικών φυλακών ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμό 128-129/28-3-2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών και β) την από 19-5-2009 αίτηση του ιδίου για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε με την ανωτέρω απόφαση. Και. Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου
  1. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.