← Ελλάδα

ΑΠ 1151/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Πλαστογραφία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1151 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Πλαστογραφία. Περίληψη: Υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως και πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση. Στοιχεία των ανωτέρω εγκλημάτων. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για τα ανωτέρω εγκλήματα του κατηγορουμένου. Η πραγματογνωμοσύνη, που δεν διατάχθηκε κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο ώστε να αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το Δικαστήριο, αλλά η περί αυτής συνταχθείσα έκθεση συνιστά απλό έγγραφο. Επαρκής προσδιορισμός της ταυτότητας αναγνωσθέντων εγγράφων. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, νόμιμης βάσης και απόλυτης ακυρότητας Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 1151/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου, περί αναιρέσεως της 3418/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1380/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η πλαστογραφία στοιχειοθετείται αντικειμενικώς είτε όταν ο δράστης αυτής καταρτίζει εξ υπαρχής τέτοιο έγγραφο που δεν υπήρχε προηγουμένως και το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλο πρόσωπο, είτε όταν αυτός νοθεύει γνήσιο έγγραφο, το οποίο υπάρχει ήδη, μεταβάλλοντας το περιεχόμενο του, με την προσθήκη ή την εξάλειψη ή την αντικατάσταση λέξεων, αριθμών ή άλλων στοιχείων αυτού εν αγνοία του εκδότη του, έτσι ώστε το εν λόγω έγγραφο να εμφανίζει έννοια διαφορετική από εκείνη που ήθελε να αποτυπώσει σ' αυτό ο εκδότης του. Κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον δράστη της πλαστογραφίας ή από άλλον στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν αυτός καταστήσει προσιτό το εν λόγω έγγραφο στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο του τρίτον και δώσει σ αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς και να απαιτείται να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και τον σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει άλλον, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 220 παρ. 1 ΠΚ, όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στοιχεία του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως είναι α) δημόσιο έγγραφο εκδιδόμενο από τον αρμόδιο για την έκδοση του δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής), β) στο έγγραφο αυτό να βεβαιώνεται αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, γ) η αναληθής βεβαίωση να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση του υπαλλήλου από τον υπαίτιο και δ) δόλος που συνίσταται στη γνώση ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, το δε έγγραφο στο οποίο διαλαμβάνεται η αναληθής βεβαίωση έχει δημόσιο χαρακτήρα και, περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου με οποιονδήποτε τρόπο. Είναι δε δημόσιο έγγραφο, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην περιοχή του ποινικού δικαίου, γιατί το άρθρο 13 περ. γ' ΠΚ δεν προσδιορίζει την έννοια του, εκείνο που έχει συνταχθεί από καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη, έναντι πάντων, κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του όρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Ο δόλος δεν είναι, κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως το να έχει τελεσθεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3418/2009 απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, στα οποία περιλαμβάνονται και τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: " Στις 5-9-01, ο κατηγορούμενος προσήλθε στο ΙΑ' Α.Τ. ..., στην οδό ... 1, ... και εκεί ζήτησε από τον ανθ/μο ... να προβεί στη θεώρηση ακριβούς φωτοαντιγράφου του υπ' αριθ. ... Αστ. Δελτίου Ταυτότητας, το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από το Δ' Τ.Α. ..., στον κάτοχο αυτού, ΑΑ, γεν. 20-12-
  2. Το φωτοαντίγραφο του προαναφερόμενου Α.Δ.Τ. εξέδωσε ο ίδιος από ένα πλαστό Α.Δ. Ταυτότητας με τα ίδια στοιχεία, το οποίο κατάρτισε, αφού παραποίησε τα στοιχεία της πραγματικής του αστυνομικής ταυτότητας με αριθ. .../2-3-95, εκδοθείσα από το Α' Τ.Α. ... με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και έγχρωμου εκτυπωτή, διατηρώντας την φωτογραφία του. Το πλαστό αυτό Δελτίο Αστυνομικής Ταυτότητας επέδειξε στον ανωτέρω αστυνομικό υπάλληλο και εξαπατώντας τον ότι είναι γνήσιο πέτυχε να βεβαιωθεί από τον ανωτέρω υπάλληλο η ακρίβεια του φωτοαντιγράφου αυτού. Ακολούθως, το θεωρημένο αυτό φωτοτυπικό αντίγραφο της πλαστής ως άνω ταυτότητας προσκόμισε ως δικαιολογητικό για την έκδοση πιστωτικής κάρτας, στις 6-9-01 στο υποκατάστημα της ΕΤΕ ... . Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε, ότι ο κατηγορούμενος, κατά τους παρακάτω αναφερομένους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατάρτισε τα παρακάτω πλαστά έγγραφα, στη συνέχεια δε, έκανε, και χρήση αυτών και συγκεκριμένα κατάρτισε: 1) Στις 2-8-2001: α) Ενημερωτικό σημείωμα αποδοχών, φερομένου ως εκδοθέντος από το ανύπαρκτο Γυμνάσιο ..., για τον καθηγητή, ΒΒ, το οποίο φέρεται ότι υπέγραψε ο εκκαθαριστής του Γυμνασίου ..., β) Εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, με στοιχεία φορολογουμένου ΒΒ με ΑΦΜ ..., οικονομικού έτους 2000, το οποίο κατάρτισε παραποιώντας, με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή το δικό του αντίστοιχο εκκαθαριστικό σημείωμα, οικονομικού έτους 2000, με ΑΦΜ ... και στο οποίο πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα διατήρησε τα υπόλοιπα στοιχεία του γνησίου, γ) αντίγραφο δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, οικονομικού έτους 2001, με τα στοιχεία ΒΒ και ΑΦΜ ... και ΑΔΤ ..., το οποίο κατάρτισε με τη χρήση Η/Υ, παραποιώντας τα στοιχεία της δικιάς του γνήσιας αντίστοιχης φορολογικής δήλωσης. Ακολούθως, κάνοντας χρήση των εν λόγω εγγράφων, προσκόμισε αυτά, στις 2-8-01, μαζί με το φωτοαντίγραφο του αριθ. ... Αστ. Δελτίου Ταυτότητας, ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου, ..., του καταστήματος της Εμπορικής Τράπεζας, υποκατάστημα ... και ζήτησε με αίτηση του και με το ονοματεπώνυμο ΒΒ την έκδοση πιστωτικής κάρτας ΕΜΠΟΡΟΚΑΡΤΑ VΙSΑ, η οποία και εκδόθηκε στις 7-8-01, πλην όμως δεν πρόλαβε να παραδοθεί στα χέρια του, διότι, στο μεταξύ, έγινε γνωστή η παράνομη δράση του. 2) Στις 6.8.2001: α) Ενημερωτικό σημείωμα αποδοχών, φερομένου ως εκδοθέντος από το ανύπαρκτο Γυμνάσιο ..., για τον καθηγητή του, ΓΓ, το οποίο φέρεται ότι υπέγραψε ο εκκαθαριστής του Γυμνασίου, ..., β) Εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, με στοιχεία φορολογουμένου ΓΓ με ΑΦΜ ..., οικονομικού έτους 2000, το οποίο κατάρτισε, παραποιώντας, με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, το δικό του, αντίστοιχο, εκκαθαριστικό σημείωμα, οικονομικού έτους 2000, με ΑΦΜ ... και στο οποίο πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα διατήρησε τα υπόλοιπα στοιχεία του γνησίου Ακολούθως, κάνοντας χρήση των εγγράφων αυτών, τα προσκόμισε, στις 6-8-01, μαζί με το φωτοαντίγραφο του αριθ. ... Αστ. Δελτίου Ταυτότητας, ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου, ..., του καταστήματος της Εμπορικής Τράπεζας, υποκατάστημα ... και ζήτησε, με αίτησή του, και με το ονοματεπώνυμο ΓΓ την έκδοση πιστωτικής κάρτας ΕΜΠΟΡΟΚΑΡΤΑ VISΑ, η οποία και τελικά δεν εκδόθηκε, διότι, στο μεταξύ, έγινε γνωστή η παράνομη δράση του. 3) Στις 6.9.2001: α) Εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων με στοιχεία φορολογουμένου ΑΑ, με ΑΦΜ ..., οικονομικού έτους 2000, το οποίο κατάρτισε, παραποιώντας, με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, το δικό του, αντίστοιχο, εκκαθαριστικό σημείωμα, οικονομικού έτους 2000, με ΑΦΜ ...και στο οποίο πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα διατήρησε τα υπόλοιπα στοιχεία του γνησίου. β) αντίγραφο δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2001, με τα στοιχεία ΑΑ και ΑΦΜ ... και Α.Δ.Τ. ..., το οποίο κατάρτισε με τη χρήση Η/Υ, παραποιώντας τα στοιχεία της δικιάς του γνήσιας, αντίστοιχης φορολογικής δήλωσης. Ακολούθως, τα έγγραφα αυτά προσκόμισε στις 6.9.2001, μαζί με το φωτοαντίγραφο του αριθμού ... Αστυν. Δελτίου Ταυτότητας, με το όνομα ΑΑ, ενώπιον της αρμοδίου υπαλλήλου, ..., του καταστήματος της Εθνικής Τράπεζας υποκατάστημα ... και ζήτησε, με αίτηση του και με το ονοματεπώνυμο ΑΑ, την έκδοση πιστωτικής κάρτας ΜΑSTERCΑRD, η οποία και τελικά δεν εκδόθηκε, διότι, στο μεταξύ, έγινε γνωστή η παράνομη δράση του. Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία προκύπτουν αδιαμφισβήτητα από τις σαφείς και μετά λόγου γνώσεως καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ... και ..., αστυνομικών, ..., ..., ... και ..., τραπεζικών υπαλλήλων, σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και ειδικότερα την διενεργηθείσα, κατ' επιταγήν της υπ' αριθμ. 3320/2005 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου, ΔΔ, προέκυψε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενες τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν ως άνω αξιόποινες πράξεις της ψευδούς βεβαιώσεως με χρήση και της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση. Επομένως, πρέπει, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των ανωτέρω πράξεων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Ακολούθως το Δικαστήριο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης όρισε τα εξής: "Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στη ..., κατά τους παρακάτω αναφερομένους χρόνους, τέλεσε, με περισσότερες πράξεις, περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα: Α) Πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε, έκανε και χρήση της ψευδούς αυτής βεβαιώσεως και συγκεκριμένα, στις 5-9-01, προσήλθε στο ΙΑ' Α.Τ. ..., στην οδό ... 1, ... και εκεί ζήτησε από τον ανθ/μο ... να προβεί στη θεώρηση ακριβούς φωτοαντιγράφου του υπ' αριθ. ... Αστ. Δελτίου Ταυτότητας, το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από το Δ' Τ.Α. ..., στον κάτοχο αυτού, ΑΑ, γεν. 20-12-
  3. Το φωτοαντίγραφο του προαναφερόμενου Α.Δ.Τ. εξέδωσε ο ίδιος από ένα πλαστό Α.Δ. Ταυτότητας με τα ίδια στοιχεία, το οποίο κατάρτισε, αφού παραποίησε τα στοιχεία της πραγματικής του αστυνομικής ταυτότητας με αριθ. .../2-3-95, εκδοθείσα από το Α' Τ.Α. ... με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και έγχρωμου εκτυπωτή, διατηρώντας την φωτογραφία του. Το πλαστό αυτό Δελτίο Αστυνομικής Ταυτότητας επέδειξε στον ανωτέρω αστυνομικό υπάλληλο και εξαπατώντας τον ότι είναι γνήσιο πέτυχε να βεβαιωθεί από τον ανωτέρω υπάλληλο η ακρίβεια του φωτοαντιγράφου αυτού. Ακολούθως, το θεωρημένο αυτό φωτοτυπικό αντίγραφο της πλαστής ως άνω ταυτότητας προσκόμισε ως δικαιολογητικό για την έκδοση πιστωτικής κάρτας, στις 6-9-01 στο υποκατάστημα της ΕΤΕ ... . Β) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατάρτισε πλαστά έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε, έκανε και χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων και συγκεκριμένα κατάρτισε: 1) Στις 2-8-2001: α) Ενημερωτικό σημείωμα αποδοχών, φερομένου ως εκδοθέντος από το ανύπαρκτο Γυμνάσιο ..., για τον καθηγητή, ΒΒ, το οποίο φέρεται ότι υπέγραψε ο εκκαθαριστής του Γυμνασίου ..., β) Εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, με στοιχεία φορολογουμένου ΒΒ με ΑΦΜ ..., οικονομικού έτους 2000, το οποίο κατάρτισε παραποιώντας, με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή το δικό του αντίστοιχο εκκαθαριστικό σημείωμα, οικονομικού έτους 2000, με ΑΦΜ ... και στο οποίο πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα διατήρησε τα υπόλοιπα στοιχεία του γνησίου, γ) αντίγραφο δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, οικονομικού έτους 2001, με τα στοιχεία ΒΒ και ΑΦΜ ... και ΑΔΤ ..., το οποίο κατάρτισε με τη χρήση Η/Υ, παραποιώντας τα στοιχεία της δικιάς του γνήσιας αντίστοιχης φορολογικής δήλωσης. Ακολούθως, κάνοντας χρήση των εν λόγω εγγράφων, προσκόμισε αυτά, στις 2-8-01, μαζί με το φωτοαντίγραφο του αριθ. ... Αστ. Δελτίου Ταυτότητας, ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου, ..., του καταστήματος της Εμπορικής Τράπεζας, υποκατάστημα ... και ζήτησε με αίτηση του και με το ονοματεπώνυμο ΒΒ την έκδοση πιστωτικής κάρτας ΕΜΠΟΡΟΚΑΡΤΑ VISΑ, η οποία και εκδόθηκε στις 7-8-01, πλην όμως δεν πρόλαβε να παραδοθεί στα χέρια του, διότι, στο μεταξύ, έγινε γνωστή η παράνομη δράση του. 2) Στις 6-8-2001: α) Ενημερωτικό σημείωμα αποδοχών, φερομένου ως εκδοθέντος από το ανύπαρκτο Γυμνάσιο ..., για τον καθηγητή του, ΓΓ, το οποίο φέρεται ότι υπέγραψε ο εκκαθαριστής του Γυμνασίου, ..., β) Εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, με στοιχεία φορολογουμένου ΓΓ με ΑΦΜ ..., οικονομικού έτους 2000, το οποίο κατάρτισε, παραποιώντας, με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, το δικό του, αντίστοιχο, εκκαθαριστικό σημείωμα, οικονομικού έτους 2000, με ΑΦΜ ... και στο οποίο πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα διατήρησε τα υπόλοιπα στοιχεία του γνησίου Ακολούθως, κάνοντας χρήση των εγγράφων αυτών, τα προσκόμισε, στις 6-8-01, μαζί με το φωτοαντίγραφο του αριθ. ...Αστ. Δελτίου Ταυτότητας, ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου, ..., του καταστήματος της Εμπορικής Τράπεζας, υποκατάστημα ... και ζήτησε, με αίτησή του, και με το ονοματεπώνυμο ΓΓ την έκδοση πιστωτικής κάρτας ΕΜΠΟΡΟΚΑΡΤΑ VISΑ, η οποία και τελικά δεν εκδόθηκε, διότι, στο μεταξύ, έγινε γνωστή η παράνομη δράση του. 3) Στις 6-9-2001: α) Εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων με στοιχεία φορολογούμενου ΑΑ, με ΑΦΜ ..., οικονομικού έτους 2000, το οποίο κατάρτισε, παραποιώντας, με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, το δικό του, αντίστοιχο, εκκαθαριστικό σημείωμα, οικονομικού έτους 2000, με ΑΦΜ ... και στο οποίο πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα διατήρησε τα υπόλοιπα στοιχεία του γνησίου, β) αντίγραφο δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2001, με τα στοιχεία ΑΑ και ΑΦΜ ... και Α.Δ.Τ. ..., το οποίο κατάρτισε με τη χρήση Η/Υ, παραποιώντας τα στοιχεία της δικιάς του γνήσιας, αντίστοιχης φορολογικής δήλωσης. Ακολούθως, τα έγγραφα αυτά προσκόμισε στις 6.9.2001, μαζί με το φωτοαντίγραφο του αριθμού ... Αστυν. Δελτίου Ταυτότητας, με το όνομα ΑΑ, ενώπιον της αρμοδίου υπαλλήλου, ..., του καταστήματος της Εθνικής Τράπεζας υποκατάστημα ... και ζήτησε, με αίτηση του και με το ονοματεπώνυμο ΑΑ, την έκδοση πιστωτικής κάρτας ΜΑSTERCARD, η οποία και τελικά δεν εκδόθηκε, διότι, στο μεταξύ, έγινε γνωστή η παράνομη δράση του". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο που κηρύχθηκε ένοχος σε συνολική ποινή φυλακίσεως εφτά

(7)μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίας. Από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφαση προκύπτει ότι το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, για τα οποία καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 220 παρ. 1 και 216 παρ. 1 του ΠΚ τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα ως προς το έγκλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος προσκόμισε στον αρμόδιο αστυνομικό υπάλληλο, φωτοαντίγραφο πλαστού δελτίου ταυτότητας που είχε καταρτίσεις ο ίδιος και εξαπατώντας αυτόν ότι πρόκειται για γνήσιο δελτίο ταυτότητας πέτυχε να βεβαιωθεί στο φωτοαντίγραφο ότι αυτό είναι ακριβές φωτοαντίγραφο γνησίου δελτίου και στη συνέχεια προσκόμισε το περιέχον την ψευδή βεβαίωση φωτοαντίγραφο στην Τράπεζα ως δικαιολογητικό για έκδοση πιστωτικής κάρτας, στις ανωτέρω δε παραδοχές εμπεριέχεται η γνώση του κατηγορουμένου για το ψευδές της βεβαιώσεως και τις έννομες συνέπειες του γεγονότος αυτού, καθώς και η θέληση αυτού να προβεί στην παραπλάνηση του υπαλλήλου. Επίσης ως προς το έγκλημα της πλαστογραφίας με χρήση αναφέρεται η κατάρτιση των πλαστών εγγράφων, οι έννομες συνέπειες τις οποίες μπορούσαν να έχουν τα έγγραφα αυτά, τις οποίες συνέπειες επιδίωξε να επιτύχει ο κατηγορούμενος με τη χρήση αυτών και με παραπλάνηση των τραπεζικών υπαλλήλων, καθώς και ο σκοπός του αν επιτύχει την παραπλάνηση αυτή και να χορηγηθούν σ' αυτόν πιστωτικές κάρτες. Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως αιτιολογίας και ασαφείας ως προς το υποκειμενικό στοιχείο των εγκλημάτων, είναι αβάσιμες. Επίσης και η αιτίαση ότι δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο η αναγνωσθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ΕΕ, επειδή, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, δεν αναφέρεται μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμη, γιατί η έκθεση αυτή που συντάχθηκε με μέριμνα του κατηγορουμένου και δεν διατάχθηκε η πραγματογνωμοσύνη κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, δεν συνιστά έκθεση πραγματογνωμοσύνης αλλά απλό έγγραφο, το οποίο, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο, έστω και αν δεν εξαίρεται ειδικώς. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο προκαλεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτ. δ του ΚΠΔ και ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του προβλεπόμενου από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται το αποδεικτικό θέμα στο οποίο αφορά το έγγραφο ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του αναγνωσθέντος εγγράφου. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι το συγκεκριμένο έγγραφο πράγματι αναγνώσθηκε. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, εννοείται ότι αναγνώσθηκε ολόκληρο το περιεχόμενό του και επομένως ο κατηγορούμενος έλαβε πλήρη γνώση αυτού και είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, λαμβανομένου υπόψη ότι η δυνατότητά του αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά κυρίως από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα δεκαπέντε με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς, ήτοι "5. Έκθεση κατ' οίκον έρευνας και κατάσχεσης μαζί με γνήσιο εκκαθαριστικό σημείωμα οικον. Έτους 2000, 6. Φωτοαντίγραφα υποβληθέντων δικαιολογητικών στα υποκαταστήματα των Τραπεζών για την έκδοση πιστωτικών καρτών, 7. Πέντε αποκόμματα εφημερίδων, 8. Πέντε φωτογραφίες, 11. Υπ' αριθμόν 33320/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, 12. Φωτοτυπία αιτήσεως για χορήγηση πιστωτικής κάρτας της Εμπορικής Τράπεζας, 13. Φωτοτυπία ενημερωτικού σημειώματος αποδοχών, 14. Φωτοτυπία εκκαθαριστικού σημειώματος, 15. Φωτοτυπία αστυνομικής ταυτότητας, 16. Φωτοτυπία δήλωσης εισοδήματος οικονομικού έτους 2001, 17. Φωτοτυπία εντύπου για έκδοση πιστωτικής κάρτας, 18. Αντίγραφο πράξης 4ης Διευθυντή του Γυμνασίου ..., 19. Πράξη 34η της Δ/νσης Β'/βάθμιας Εκπαίδευσης Β' ..., 21. Δύο φωτοτυπημένες χειρόγραφες καταστάσεις ισολογισμού και 22. Η από 27-2-2002 μήνυση-έγκληση του Χ". Ενόψει όμως του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ο κατά τον ανωτέρω τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά των εν λόγω εγγράφων, αν και ελλιπής ως προς ορισμένα, είναι πάντως επαρκής, ώστε δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, ενώ με την προκύπτουσα από τα πρακτικά βεβαίωση περί αναγνώσεως αυτών προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση του περιεχομένου τους και είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με τα ανωτέρω έγγραφα και έτσι δεν στερήθηκε του δικαιώματος που απορρέει από το άρθρο 358 του ΚΠΔ. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13-9-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 3418/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.