← Ελλάδα

ΑΠ 1152/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Πλαστογραφία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1152 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Πλαστογραφία. Περίληψη: Πλαστογραφία πτυχίου με χρήση στον ΟΕΕ και υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης (άρθρ. 216 α΄ § 1 και 220 § 1 α΄ ΠΚ). Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι 1ος, 2ος 3ος και 4ος λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, απόλυτη ακυρότητα διαδικασίας (μη λήψη υπόψη αναγνωσθείσας έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης διαταχθείσας από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και τριών ιδιωτικών εκθέσεων γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που ρητά συνεκτιμώνται και αντικρούονται) και έλλειψη ακροάσεως (μη ανάγνωση μιας ακόμα γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία από τα πρακτικά προκύπτει πως δεν ζητήθηκε η ανάγνωσή της) -. Αριθμός 1152/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, περί αναιρέσεως της 3955/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1497/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος, που προστατεύεται από τον νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί και η υποβολή ή παράδοση, ως και η αποστολή του πλαστού εγγράφου σε τρίτους, ανεξαρτήτως αν αυτό έγινε με αμοιβή ή όχι, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρήση του πλαστού εγγράφου όταν τελείται από τον αυτουργό της πλαστογραφίας, παύει να είναι αυτοτελές έγκλημα και θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση της πλαστογραφίας, υπό την έννοια ότι λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και επαυξάνεται το ελάχιστο όριο αυτής, μη υποκειμένου σε αυτοτελή κύρωση. Κατά το άρθρο 13 περ. γ' του ΠΚ, "έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Έγγραφο είναι και κάθε μέσο, το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα, που έχουν έννομη σημασία". Στην έννοια επομένως αυτή του εγγράφου περιλαμβάνεται και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου, στο οποίο απεικονίζεται (φωτογραφίζεται) το πρωτότυπο εγγράφου με τη χρησιμοποίηση κατάλληλης συσκευής. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει πιστή αναπαραγωγή του πρωτοτύπου, με μηχανικό τρόπο, από μία συσκευή (φωτοτυπικό μηχάνημα). Επομένως, το γεγονός με έννομη σημασία, που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει το πρωτότυπο του εγγράφου, εμφανίζεται και στο πιστό φωτοτυπικό αντίγραφο, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο και επομένως μπορεί να αποδειχθεί με αυτό. 'Ετσι η χρήση ανεπικύρωτων ή επικυρωμένων με πλαστή επίσης επικύρωση φωτοτυπικών αντιγράφων εγγράφου, που έχει ήδη πλαστογραφηθεί, συνιστά ειδική μορφή χρήσεως πλαστού εγγράφου. Από την ίδια διάταξη του άνω άρθρου 13 περ. γ' ΠΚ συνάγεται ότι η αποδεικτική δύναμη του εγγράφου, με την πιο πάνω ευρεία έννοια δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη, με την αποδεικτική δύναμη που έχουν τα έγγραφα, ως μέσα αποδείξεως, κατά την πολιτική δικονομία και επομένως δεν είναι απαραίτητο να ερευνάται, αν είναι σύμφωνα με τους κανόνες της. Κατά συνέπεια στο χώρο του ποινικού δικαίου, το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου αποτελεί έγγραφο με την πιο πάνω έννοια, χωρίς να απαιτείται η, κατά το άρθρο 449 παρ. 2 ΚΠολΔ, βεβαίωση της ακριβείας του από αρμόδιο, κατά το νόμο, πρόσωπο. (ΑΠ 1230/2008). Κατά τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ίδιου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο, που μπορεί να χρησιμεύσει συνήθως για τέτοιους σκοπούς ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αντικείμενο του εν λόγω εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού μπορεί να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (άρθρο 13 εδ. γ' ΠΚ), που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών, όπως είναι μεταξύ άλλων και βεβαιώσεις σπουδών ή πιστοποιητικά που αναφέρονται στην οικογενειακή κατάσταση, τα προσόντα ή τις ιδιότητες προσώπων, πρέπει δε ο σκοπός του δράστη να στοχεύει στο να διευκολύνει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ή μαρτυρικού την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού ή άλλου, δηλαδή να έχει κάποια ωφέλεια αυτός ή άλλος σχετικά με τις συγκεκριμένες βιοτικές ανάγκες, χωρίς, όμως, εντεύθεν να βλάπτεται άλλος ευθέως στις έννομες σχέσεις του, και όχι στο να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οπότε έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ. Η διαφορά μεταξύ της διατάξεως του άρθρου 216 ΠΚ και της εξαιρετικής του άρθρου 217 ΠΚ, συνίσταται, αφενός μεν στο ότι στην τελευταία διάταξη δεν εμπίπτουν όλα τα κατά την έννοια του άρθρου 13 εδάφ. γ' Π.Κ. έγγραφα, αλλά μόνο τα σε αυτό αναφερόμενα, αφετέρου δε, στον ειδικό σκοπό, για τον οποίο το έγκλημα του άρθρου 217 ΠΚ τελείται. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ.1 περίπτωση πρώτη του Π.Κ., "όποιος επιτυγχάνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο, αναληθώς, περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες... τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, απαιτείται α) αναληθής βεβαίωση σε δημόσιο , κατά την έννοια των άρθρων 438 και 439 ΚΠολΔ, έγγραφο, για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή μπορεί να επιφέρει γένεση, αλλοίωση, ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, β) η αναληθής βεβαίωση να προκλήθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο δια του οποίου παρασύρθηκε ο υπάλληλος, έστω και από αμέλεια ή ευπιστία, στην παροχή της βεβαιώσεως και γ) δόλος του δράστη, ενέχων τη γνώση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή ότι το βεβαιούμενο στο δημόσιο έγγραφο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει τις συνέπειες αυτές, είτε για τον εαυτό του, είτε για άλλον τρίτο. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3955/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, πλαστογραφίας μετά χρήσεως και υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "O κατηγορούμενος Χ, ο οποίος είναι λογιστής από το έτος 1972 και κάτοχος αδείας λογιστή φοροτεχνικού Α' τάξεως - μη πτυχιούχος από ... δραστηριοποιούμενος στη ..., με την από 2-11-2001 αίτηση του και με πλαστό πτυχίο (σε επικυρωμένο αντίγραφο) του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που συνυπέβαλε, πέτυχε να εγγραφεί αυθημερόν ως μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (η εγγραφή προϋποθέτει κατοχή πτυχίου Α.Ε.Ι.) και να εγκριθεί η εγγραφή του με απόφαση της Κεντρικής Διοίκησης του Ο.Ε.Ε. στις 6-1-
  2. Την ίδια ημέρα (τελευταία της σχετικής προθεσμίας) υπέβαλε και αίτηση υποψηφιότητας με τη νεοσύστατη τότε συνδικαλιστική παράταξη ΠΑΔΕΦΟ υπό τον ... για τις έδρες της Συνέλευσης Αντιπροσώπων του Ο.Ε.Ε. στις εκλογές της 9ης/12/
  3. Κατόπιν ανώνυμης τηλεφωνικής καταγγελίας από ... ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι πτυχιούχος, που έγινε την ημέρα υποβολής των αιτήσεων (2-11-2001), η Κεντρική Διοίκηση του Ο.Ε.Ε. στις 21-11-2001 απηύθυνε σχετικό ερώτημα προς το Τμήμα Οικονομικών Επιστημών της Ν.Ο.Ε. του Α.Π.Θ., το οποίο στις 7-1-2002 απάντησε ότι ο κατηγορούμενος δεν φοίτησε ποτέ στο εν λόγω τμήμα, ούτε είναι πτυχιούχος του τμήματος αυτού, το οποίο δεν εξέδωσε το επίμαχο πτυχίο. Στο μεταξύ, μετά την υποβολή του προαναφερόμενου ερωτήματος, ο κατηγορούμενος απέστειλε προς τον πρόεδρο του Ο.Ε.Ε. το από 24-11-2001 τηλεομοιοτύπημα, όπου αναφέρει ότι ουδέποτε υπήρξε μέλος του Ο.Ε.Ε., ότι από παραδρομή ή ανθρώπινο λάθος φέρεται εγγεγραμμένος σ' αυτό και ότι δεν είναι υποψήφιος με κανένα ψηφοδέλτιο στις εκλογές της 9-12-
  4. Ακολούθως το Ο.Ε.Ε. διέγραψε τον κατηγορούμενο από μέλος του και κατέθεσε στις 8-4-2003 μήνυση κατ' αυτού, που απέληξε σε ποινική δίωξη και πρωτόδικη καταδίκη σε βάρος του για πλαστογραφία με χρήση πλαστού και για υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης. Ο κατηγορούμενος αρνείται ότι αυτός κατάρτισε το πλαστό πτυχίο και ότι συνέταξε, υπέγραψε και υπέβαλε τις από 2-11-2001 αιτήσεις εγγραφής ως μέλους του Ο.Ε.Ε. και συμμετοχής του στις αρχαιρεσίες της 9ης/12/2001 συνοδευόμενες από το πλαστό αντίγραφο πτυχίου και τα λοιπά δικαιολογητικά. Επίσης ισχυρίζεται ότι ήδη από 18-10-2001 είχε αποφασιστεί από την εταιρία "ΠΡΩΤΗ ΑΕ", της οποίας ήταν διευθύνων σύμβουλος, να λάβει μέρος ως υποψήφιος στις αρχαιρεσίες του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης της 9ης-10ης-11ης/12/2001, στις οποίες και συμμετείχε, καθώς και ότι υπάρχει ασυμβίβαστο υποβολής υποψηφιότητας και στα δύο επιμελητήρια αυτά. Ακόμη υποστηρίζει ότι κατά τον χρόνο υποβολής των αιτήσεων αυτός βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη, επικαλούμενος τη σχετική 1343/2009 ένορκη βεβαίωση των ... και τα από 2-11-2001 πρακτικά του Δ.Σ. της εταιρίας του "ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ Χ ΑΕ". Αποδίδει δε τις επίμαχες ενέργειες αορίστως σε υπονομευτική δράση αγνώστων που θίγονται από τη συνδικαλιστική δραστηριότητα αυτού ως προέδρου της Ένωσης Φοροτεχνικών Βορείου Ελλάδος και τις δημοσιοποιημένες θέσεις του για κατάργηση του Ο.Ε.Ε. Το επικαλούμενο ασυμβίβαστο δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο (διάταξη νόμου, καταστατικό κλπ.), ενώ το προβαλλόμενο άλλοθι αναιρείται από το υπάρχον αποδεικτικό υλικό. Οι μάρτυρες κατηγορίας και διοικητικά στελέχη του Ο.Ε.Ε, που εξετάστηκαν κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο και στο παρόν δικαστήριο, δεν επιβεβαιώνουν ότι ο κατηγορούμενος υπέβαλε ο ίδιος τις επίμαχες αιτήσεις και τα λοιπά δικαιολογητικά, γεγονός άλλωστε ιδιαίτερα δυσχερές λόγω του μεγάλου αριθμού των σχετικών αιτήσεων που υποβλήθηκαν τη συγκεκριμένη ημεροχρονολογία. Κατέθεσαν, όμως, ιδίως η διευθύντρια οικονομικών υπηρεσιών ... και η υπεύθυνη του μητρώου ..., ότι, κατά πάγια τακτική που τηρείται τόσο στη κεντρική διοίκηση του Ο.Ε.Ε. όσο και στα περιφερειακά τμήματα για εξυπηρέτηση των υποψηφίων της περιφέρειας, η υποβολή των αιτήσεων αυτών γίνεται είτε από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο είτε από τρίτο (συνήθως από τον επικεφαλής της σχετικής συνδικαλιστικής παράταξης) εφοδιασμένο με ειδική εξουσιοδότηση επικυρωμένη για το γνήσιο της υπογραφής του εκπροσωπούμενου ύστερα από έλεγχο ταυτοπροσωπίας του υποβάλλοντος και με αντίστοιχη μνεία - σημείωση στην υποβαλλόμενη αίτηση, γεγονός που στην προκείμενη περίπτωση δεν συνέβη. Επίσης η διορισμένη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονας Ζ στην από ... έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που αναγνώστηκε, ύστερα από αντικειμενική συνεκτίμηση επαρκούς και κατάλληλου υλικού γραφικών και υπογραφικών δειγμάτων του κατηγορουμένου ειλημμένων από τον φάκελο της δικογραφίας σε πρωτότυπο και ύστερα από αναλυτική και επιστημονικά τεκμηριωμένη συναξιολόγηση και στάθμιση ομοιοτήτων και διαφορών ανάλογα με τη γραφολογική αποδεικτική αξία και βαρύτητα τους, α) διαπιστώνει ότι το ελεγχόμενο γραφολογικό υλικό, παρά την εμφανή προσπάθεια αλλοίωσης της μορφής και του τρόπου αποτύπωσης, περιέχει όμοια γραφολογικά γνωρίσματα - ασυνείδητες γραφικές συνήθειες που προδίδουν τη γραφολογική ταυτότητα του κατηγορουμένου και β) αποφαίνεται με απόλυτη βεβαιότητα ότι η γραφή συμπλήρωσης των εντύπων ενδείξεων στις επίμαχες αιτήσεις εγγραφής μέλους και υποβολής υποψηφιότητας, αντίστοιχα, προς το Ο.Ε.Ε. και η υπογραφή στη θέση του αιτούντος έχουν τεθεί πράγματι με το χέρι του κατηγορουμένου. Ακόμη η πραγματογνώμονας στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης (φύλλο 10), αφού αξιολογεί ως επαρκές και αρκετά κατάλληλο το διαθέσιμο γραφολογικό υλικό (αποτελούμενο από έγγραφα μεταγενέστερα του χρόνου των ελεγχομένων αιτήσεων, πλην του προγενέστερου δελτίου ταυτότητας του κατηγορουμένου) κρίνει μη αναγκαία τη λήψη δειγμάτων γραφής και υπογραφής του κατηγορουμένου χαρακτηρίζοντας την σαν ένα επιπλέον μεταγενέστερο γραφολογικό στοιχείο χωρίς το εχέγγυο του "ανύποπτου" σε σχέση με την αιτία της πραγματογνωμοσύνης και, ως εκ τούτου, ως μη βαρύνον στοιχείο για το αντικείμενο της. Οι παραπάνω διαπιστώσεις και το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης δεν αναιρούνται, ούτε .κλονίζονται από τις αντίθετες παραδοχές και τα σχετικά συμπεράσματα των αναγνωσθεισών ιδιωτικών γραφολογικών γνωμοδοτήσεων των ειδικών γραφολόγων ..., οι οποίες συντάχτηκαν με εντολή του κατηγορουμένου και οι οποίες δέχονται σαν αναμφισβήτητα έγγραφα αμφίβολης αυθεντικότητας ως προς τον χρόνο και τον τρόπο σύνταξης τους, δεν αξιολογούν αντικειμενικά τις γραφολογικές ομοιότητες που εμφανίζουν τα σχετικά κείμενα και οι υπογραφές τους, δεν συναξιολογούν την εμφανή προσπάθεια σκόπιμης διαφοροποίησης γραφής και υπογραφής του συντάκτη τους και επικαλούνται (βλ. γνωμοδότηση ...) "τρεμώδη" γραφή του κατηγορουμένου, η οποία απαντάται σε έγγραφα μεταγενέστερα του χρόνου σύνταξης των επίμαχων αιτήσεων και εκτιμάται σαν σκόπιμα προσποιητή γραφή, με την οποία ο κατηγορούμενος επιχείρησε αναποτελεσματικά να διαφοροποιήσει τις γραφικές του συνήθειες. Από όσα προαναφέρθηκαν αποδεικνύεται με την απαιτούμενη δικανική βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος λίγο χρόνο πριν από τις 2-11-2001 κατάρτισε το πλαστό πτυχίο, για το οποίο έγινε λόγος και το περιεχόμενο του οποίου αναφέρεται αναλυτικά στο διατακτικό της απόφασης, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση αυτού τους υπαλλήλους του Ο.Ε.Ε. ως προς τη δήθεν γνησιότητα του πτυχίου, το οποίο και χρησιμοποίησε στις 2-11-2001 ως δικαιολογητικό για την εγγραφή του ως μέλους του Ο.Ε.Ε.. Επίσης ο κατηγορούμενος, με την υποβολή στις 2-11-2001 του πλαστού πτυχίου πέτυχε, παραπλανώντας σχετικά τους υπαλλήλους και τα όργανα της Κεντρικής Διοίκησης του Ο.Ε.Ε. ότι δήθεν είναι νόμιμος κάτοχος αυτού, να εγγραφεί στα δημόσια βιβλία των μελών του Ο.Ε.Ε. που ασκούν οικονομολογικό επάγγελμα και να εγκριθεί η εγγραφή του με απόφαση της Κεντρικής Διοίκησης του Ο.Ε.Ε. στις 6-11-2001, και να βεβαιωθεί έτσι ψευδώς ότι αυτός διαθέτει τα αναγκαία νόμιμα προσόντα, για να ασκεί στην Ελληνική Επικράτεια το οικονομολογικό επάγγελμα κάνοντας χρήση του παραπάνω πτυχίου. Συνακολούθως και αφού ο κατηγορούμενος τέλεσε κατά την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, για τις οποίες κατηγορείται, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό της απόφασης, αφού απορριφθούν ως αβάσιμοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί του (αυτοτελείς και μη). Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, προκειμένου να κληθούν και να εξεταστούν στη μετ' αναβολή δίκη η πραγματογνώμονας Ζ και ο δικηγόρος ..., καθόσον το υπάρχον αποδεικτικό υλικό είναι απολύτως επαρκές για τη διαμόρφωση πλήρους δικανικής πεποίθησης ως προς την ουσία της εκδικαζόμενης υπόθεσης". Στη συνέχει ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "Στην ... την 2-11-2001 με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα αδικήματα που διώκονται και τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα στον ως άνω χρόνο και τόπο Α)κατήρτισε εξ' υπαρχής πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικώς με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και δη κατήρτισε έναν πλαστό τίτλο σπουδών του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τυπώνοντας επί χάρτου και στο υπόδειγμα των πτυχίων που το ως άνω Πανεπιστήμιο χορηγεί στους αποφοίτους του τα στοιχεία του Πανεπιστημίου Σχολής και Τμήματος του πρυτανεύοντος καθηγητού της το όνομα του ως δήθεν σπουδάσαντα στην προαναφερόμενη σχολή και με βαθμό λίαν καλώς, ημερομηνία απονομής πτυχίου την 1-3-1989 και εκδόσεως του πτυχίου την 1-3-1992 υπό του πρυτάνεως ..., του Προέδρου του Τμήματος ... προσυπογραφέν υπό της γραμματέως του τμήματος ... των οποίων τις υπογραφές κάτωθι των επί του ως άνω πτυχίου τυπωμένων ονοματεπωνύμου και της ιδιότητος τους έθεσε ο κατηγορούμενος κατ' απομίμηση άνευ σχετικού δικαιώματος, θέλοντας να παραπλανήσει με την χρήση του εν λόγω πλαστού εγγράφου πάντα καλόπιστο τρίτο ιδία δε τους υπαλλήλους του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος ότι ο ως άνω τίτλος σπουδών είναι γνήσιος και αυτός είναι δήθεν νόμιμος δικαιούχος του κατόπιν επιτυχούς φοιτήσεως του στο ως άνω Πανεπιστήμιο. Του πλαστού αυτού εγγράφου έκαμε επιπροσθέτως χρήση αφού το κατέθεσε την 2-11-2001 ως δικαιολογητικό για την εγγραφή του στο Οικονομικό Επιμελητήριο Αθηνών. Β)Πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα στον ως .άνω χρόνο και τόπο υπέβαλε ενώπιον του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος που τυγχάνει, δυνάμει του Ν. 1100/1980 Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου το ως άνω περιγραφόμενο πλαστό πτυχίο Οικονομικών Επιστημών τοιουτοτρόπως παριστώντας ψευδώς στους υπαλλήλους αλλά και στην κεντρική διοίκηση του Ο.Ε.Ε. ότι τυγχάνει απόφοιτος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και έτσι πέτυχε την εγγραφή του στα δημόσια βιβλία ασκούντων οικονομολογικό επάγγελμα ως μέλους του Ο.Ε.Ε., πράξη που εγκρίθηκε με σχετική απόφαση της Κεντρικής Διοίκησης του Ο.Ε.Ε. στην ...συνεδρίαση της, δια της εν λόγω δε εγγραφής βεβαιώνετο ψευδώς στους σχετικούς επαγγελματικούς καταλόγους του ως άνω επιμελητηρίου ότι ο κατηγορούμενος διαθέτες τα εκ του νόμου απαιτούμενα προσόντα και τις προϋποθέσεις ώστε να ασκεί στην Ελληνική Επικράτεια με χρήση του προαναφερόμενου πτυχίου του οικονομολογικό επάγγελμα". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως φωτοαντιγράφου πτυχίου και υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 γ, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 216 παρ.1 και 220 παρ.1(περ. α) του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές, ώστε να στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σε σχέση με τις μερικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος του αναιρεσείοντος και δη ο σκοπός αυτού, με την εξ υπαρχής κατάρτιση πλαστού πτυχίου Τμήματος Οικονομικών Επιστημών της ΝΟΕ/Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στη συνέχεια δε αιτιολογείται, ότι η πλαστογράφηση έγινε από τον ίδιο με σκοπό οφέλους ήτοι για να παραπλανήσει άλλους και δη τους αρμοδίους υπαλλήλους του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΟΕΕ), υφαρπάζοντας ψευδή βεβαίωση, για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, αφού με τη χρήση του πλαστού αυτού πτυχίου του, που με την από 2-11-2001 αίτησή του υπέβαλε ο ίδιος σε επικυρωμένο φωτοαντίγραφο, στο Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος(ΟΕΕ), πέτυχε το σκοπό του, που ήταν να εγγραφεί ως μέλος του άνω Επιμελητηρίου και έτσι, με εξαπάτηση των αρμοδίων υπαλλήλων του ΟΕΕ, πέτυχε να βεβαιωθεί αναληθώς σε δημόσιο έγγραφο, που είναι και τα δημόσια βιβλία του ΟΕΕ, που, κατά τις παραδοχές(του διατακτικού), δυνάμει του άρθρου 1 ν. 1100/1980 όπως αντικαταστάθηκε δια του άρθρου 1 ν. 1479/1984, είναι ΝΠΔΔ, περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και δη ότι ο κατηγορούμενος έχει τα νόμιμα προσόντα, ως πτυχιούχος ΑΕΙ, που δεν ήταν, να ασκεί το επάγγελμα του οικονομολόγου, β) το γεγονός ότι στην κατηγορία δεν συμπεριλαμβάνεται και πλαστογράφηση της γενομένης επί του σώματος του πλαστού φωτοαντιγράφου επικυρώσεως δικηγόρου, δεν αναιρεί την πλαστογραφία του πτυχίου, για την οποία και μόνο καταδικάστηκε, γ) με επαρκή αιτιολογία απορρίπτεται ο περί "άλλοθι" αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, αφού, η χρήση του πλαστού πτυχίου με την υποβολή αυτού μετά της αιτήσεώς του στο ΟΕΕ δεν έγινε, σύμφωνα με τις παραδοχές, από αγνώστους τρίτους αντιπάλους του συνδικαλιστές, όπως υπεστήριξε, αλλά έγινε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο αυτοπροσώπως, με την υποβολή αυτού και σχετικής αιτήσεώς του στο ΟΕΕ, δ) ορθά καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για πλαστογραφία εγγράφου, ως εγγράφου νοουμένου και του πλαστού φωτοτυπικού αντιγράφου πτυχίου σπουδών και όχι για πλαστογραφία πιστοποιητικού (άρθρου 217 β παρ.1ΠΚ), αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές, ο αναιρεσείων, δεν απέβλεπε αποκλειστικά και μόνον στην άμεση κίνηση και συντήρησή του ή στην κοινωνική του πρόοδο, αλλά αποσκοπούσε και στο να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους του ΟΕΕ, με την υποβολή της αιτήσεώς του εγγραφής του ως μέλους στο ΟΕΕ και την προσκόμιση του πλαστού πανεπιστημιακού αυτού πτυχίου στο ΟΕΕ, ότι ήταν πτυχιούχος Πανεπιστημιακού Τμήματος Οικονομικών Επιστημών και να εγγραφεί μέλος του ΟΕΕ και περαιτέρω να βεβαιωθεί αναληθώς στα επίσημα δημόσια βιβλία και καταλόγους του ΟΕΕ ότι αυτός διαθέτει τα εκ του νόμου νόμιμα τυπικά προσόντα και τις προϋποθέσεις, ώστε να ασκεί στην Ελληνική επικράτεια το οικονομολογικό επάγγελμα, δ) από το σύνολο των παραδοχών, τόσο στο αιτιολογικό, όσον και στο διατακτικό, ως χρόνος τελέσεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, καθορίζεται η 2-11-2001 και δεν υπάρχει ασάφεια ως προς το χρόνο αυτό από την αναφορά στο αιτιολογικό " λίγο χρόνο πριν από τις 2-11-2001 κατάρτισε το πλαστό πτυχίο", ενώ ως χρόνος τελέσεως της υφαρπαγής της ψευδούς βεβαιώσεως ορίζεται επίσης η 2-11-2001, ημερομηνία εγγραφής του αναιρεσείοντος στα οικεία βιβλία μελών του ΟΕΕ, χωρίς να προκύπτει αντίφαση από την αναφορά ότι η πράξη εγγραφής εγκρίθηκε τελικά με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής ΟΕΕ της 6-11-2001, αφού , σύμφωνα με τις παραδοχές ο κατηγορούμενος, με την από 2-11-2001 αίτησή του και με πλαστό πτυχίο που συνυπέβαλε, πέτυχε να εγγραφεί αυθημερόν ως μέλος του ΟΕΕ, ε) δεν υπάρχει ασάφεια ή αντίφαση ως προς το ζήτημα αν ο αναιρεσείων προέβη ο ίδιος ή έτερο πρόσωπο σε χρήση του εν λόγω πλαστού πτυχίου του, αφού σύμφωνα με τις άνω παραδοχές του αιτιολογικού, ο ίδιος ο κατηγορούμενος αυτοπροσώπως έκανε χρήση του άνω πλαστού πτυχίου του με την υποβολή αυτού στο ΟΕΕ εκ μέρους του, μετά σχετικής αιτήσεως εγγραφής, στ) από τις άνω παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο κάνει ειδική αναφορά και εμπεριστατωμένη αξιολόγηση, τόσον της αναγνωσθείσας από 16-12-2005 εκθέσεως, διαταχθείσας από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της γραφολόγου ..., που καταλήγει ότι πλαστογράφος του πλαστού πτυχίου του είναι ο ίδιος ο αναιρεσείων, όσον και των αναγνωσθεισών, ιδιωτικών γραφολογικών γνωμοδοτήσεων των ειδικών γραφολόγων ... που συντάχθηκαν με εντολή του κατηγορουμένου και συνιστούν έγγραφα και επομένως, αφού συνεκτιμήθηκαν και αντικρούστηκε το συμπέρασμα των τελευταίων προς την άνω πραγματογνωμοσύνη, ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθεν. Όσον αφορά τη γραφολογική πραγματογνωμοσύνη ..., που ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι το Δικαστήριο, παρά το υποβληθέν αίτημά του, δεν ανέγνωσε, ούτε έλαβε υπόψη του, από τα επισκοπούμενα πρακτικά και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι πράγματι τέτοια πραγματογνωμοσύνη δεν αναγνώσθηκε, ούτε συνεκτιμήθηκε από το Δικαστήριο, αλλά δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κατέθεσε στο ακροατήριο αυτή την έκθεση, ούτε ότι υπέβαλε σχετικό αίτημα αναγνώσεως αυτής, ζ) οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για εσφαλμένη εκτίμηση των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων και εσφαλμένη αξιολόγηση των εγγράφων και ιδία των γραφολογικών γνωμοδοτήσεων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Β, Δ και Ε ΚΠοινΔ, αντίθετοι προς τα ανωτέρω, λόγοι αναιρέσεως (πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος), για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και για έλλειψη ακροάσεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16 Οκτωβρίου 2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της με αριθμό 3955/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι

(220)ευρώ . Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.