Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1154 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα. Περίληψη: Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα, με την επίκληση των λόγων: α) ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, γ) απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ΄, 510 παρ. 1 περ. Α του ΚΠΔ). Επάρκεια αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο του άμεσου δόλου και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότητα από την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, ούτε υποχρεωτική αναστολή κατ' άρθρο 59 παρ. 2 ΚΠΔ. Απορρίπτει αναιρέσεις. ΑΡΙΘΜΟΣ 1154/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων:
- Χ1 και
- Χ2 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 3636/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Φεβρουαρίου 2008 χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 342/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, οι υπό κρίση από 14 Φεβρουαρίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεως των: 1) Χ1 και 2) Χ2 κατά της υπ' αριθμό 3636/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, είναι παραδεκτές και ταυτόσημοι, πρέπει δε, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν. Επειδή, κατά το αρθρ. 229 § 1 ΠΚ "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίκη του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικά κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε απ' αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση πως η καταμήνυση είναι ψευδής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 § 2 του ΠΚ "με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμοδία για την εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει, ενώ ψευδορκία τελεί και ο ψευδομηνυτής, έστω και αν δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής, όταν βεβαιώνει ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της έγκλησης του ενώπιον του αρμοδίου οργάνου, στο οποίο την υποβάλει, ως αληθινό, παρότι γνωρίζει, ότι είναι ψευδές. Και ναι μεν δεν προβλέπεται από το νόμο η κατά την υποβολή της μήνυσης ή της έγκλησης ένορκη βεβαίωση του μηνυτή για το αληθές του περιεχομένου της έγκλησης του, πλην, όμως, γενομένη, θεμελιώνει, εφόσον συντρέχουν και τα λοιπά παραπάνω στοιχεία, το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, αφού τούτο καθόλου δεν διαφέρει από την περίπτωση της ψευδούς ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος, ο οποίος, κατά το άρθρο 218 § 1 ΚΠΔ, βεβαιώνει, ότι θα πει όλη την αλήθεια, ενόψει και του ότι η κατά το άρθρο 221 στοιχ. δ του ΚΠΔ απαγόρευση της όρκισης του πολιτικώς ενάγοντος, είτε στην προδικασία, είτε και στην κύρια διαδικασία, δεν είναι ταγμένη με ποινή ακυρότητας και η ένορκη κατάθεση του λαμβάνεται υπόψη προς σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, οπότε, με τον τρόπο αυτό, δυσχεραίνεται ή εμποδίζεται η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Περαιτέρω, από τη παραπάνω διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της ψευδορκίας το οποίο είναι διαζευκτικώς (ή υπαλλακτικώς) μικτό πραγματώνεται με πλείονες τρόπους στην ίδια κατάθεση (θετική ψευδής κατάθεση, απόκρυψη, άρνηση), μπορεί δηλαδή να συντελεσθεί είτε με καθένα ξεχωριστά από τους στην άνω διάταξη οριζόμενους τρόπους, είτε και με όλους μαζί οι οποίοι μπορεί να συντρέχουν, γιατί αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής δράσεως, ήτοι ενός μόνου εγκλήματος και κανένας από τους τρόπους αυτούς δεν αποκλείει τον άλλον. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, και ιδία του απαιτούμενου επί των παραπάνω εγκλημάτων των αρθρ. 229 § 1, 224 § 2 του ΠΚ, άμεσου δόλου, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η γενική κατά το είδος τους αναφορά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, αρκεί ωστόσο να συνάγεται από την απόφαση, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και συνεκτιμηθεί. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης (Ποινική ΟλΑΠ 1/2005), καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυ-μπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την πληττόμενη υπ' αριθμό 3636/2007 απόφαση του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν νόμιμα στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, τις απολογίες των κατηγορουμένων στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 στο ..., στις 3-7-2002, υπέβαλε ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων του Α.Τ. ..., την από 3-7-2002 κατάθεσή του, η οποία επέχει θέση εγκλήσεως κατά του εγκαλούντος Ψ1 στην οποία εν γνώσει του καταμήνυσε ψευδώς αυτόν ότι κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο του έτους 2001 έως 3-7-2002, τέλεσε σε βάρος του το αδίκημα της κλοπής, και πιο συγκεκριμένα στην ανωτέρω έγκληση του ανέφερε ότι ο Ψ1 ο οποίος κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα εργαζόταν ως φύλακας στη βιοτεχνία κουφωμάτων της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Σαρηδεμερτζής και συνεργάτες ΑΒΕΕ", της οποίας διευθύνων σύμβουλος είναι ο κατηγορούμενος, αφαίρεσε σταδιακά και χωρίς να το αντιληφθεί ο κατηγορούμενος, από την αποθήκη της εταιρίας τέσσερα συνθετικά κουφώματα χρώματος λευκού με αλεξίσφαιρο τζάμι αξίας 1.750 €, καθώς και έντεκα τεμάχια επένδυσης γκαραζόπορτας αξίας 11006, τα οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενώ τα ανωτέρω κλαπέντα αντικείμενα βρέθηκαν στην αυλή της οικίας του κατηγορουμένου. Επραξε δε αυτό ο κατηγορούμενος, παρότι γνώριζε την αναλήθεια των καταγγελλομένων, ενώ το αληθές είναι ότι τα φερόμενα ως κλαπέντα αντικείμενα ήταν κάποια παλιά και άχρηστα κουφώματα και κάποια ξύλα που βρίσκονταν στο προαύλιο του εργοστασίου, και τα κουφώματα τα έδωσε στο Ψ1 ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 γαμπρός του πρώτου κατηγορουμένου, εν γνώσει του εργοδότη του και με τη συναίνεση αυτού, επειδή όπως προαναφέρθηκε ήταν άχρηστα και ο Ψ1 τα είχε ζητήσει για να κατασκευάσει θερμοκήπιο. Σκοπός δε του κατηγορουμένου ήταν να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος για την παραπάνω αξιόποινη πράξη της κλοπής, από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης προς το πρόσωπό του, αφού ο εγκαλών άσκησε σε βάρος εργατική αγωγή για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, γεγονός που άλλωστε πέτυχε, αφού ασκήθηκε σε βάρος του εγκαλούντος ποινική δίωξη για κλοπή, και αυτός αθωώθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 715/2004 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Σερρών. Β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 στις 19-3-2004 στις ... ενώ εξεταζόταν ένορκα ως μάρτυρας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, που είναι αρχή αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατά την εκδίκαση της εναντίον του Ψ1 κατηγορίας, για την πράξη της κλοπής, κατέθεσε μεταξύ άλλων και τα εξής ψευδή: "Δεν έδωσα εγώ τα κουφώματα στον κατηγορούμενο (Ψ1). Πήγα στο σπίτι του για να του μιλήσω για το δάνειο και εκεί βρήκα τα κουφώματα. Ο κατηγορούμενος ήταν φύλακας στην επιχείρησή μας και γνώριζε ότι τίποτα δεν φεύγει από το εργοστάσιο χωρίς δελτίο αποστολής. Κανένας από την επιχείρηση δεν του είπε να τα πάρει. Ο κατηγορούμενος απολύθηκε το Σεπτέμβριο του
- Τα κουφώματα δεν έφυγαν από το εργοστάσιο ενώ δούλευε σ' αυτό, έφυγαν αφού έφυγε από το εργοστάσιο. Δεν γνωρίζω ποια μέρα τα πήρε ο κατηγορούμενος από το εργοστάσιο αλλά γνωρίζω ότι μπορούσε να τα κουβαλήσει και χωρίς κλαρκ". Επραξε δε τα παραπάνω αν και γνώριζε ότι τα ανωτέρω κατατεθέντα απ' αυτόν ήταν ψευδή, αποκρύπτοντας την αλήθεια, ότι δηλαδή, τα κουφώματα τα έδωσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στον Ψ1 καθόσον αυτά ήταν παλιά και άχρηστα και τα είχε ζητήσει ο τελευταίος για να κατασκευάσει θερμοκήπιο. Συνεπώς οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις που τους αποδίδονται και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτών". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1, 27, 224 παρ.2 και 229 του Π.Κ, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αιτιολογείται ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος, Χ1, ο οποίος κατεμήνυσε ψευδώς τον εγκαλούντα, και συγκεκριμένα, ότι κατά το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο του έτους 2001, έως 3-7-2002, που αυτός (εγκαλών) πρόσφερε τις υπηρεσίες του, ως φύλακας, στη βιοτεχνία του, αφαίρεσε με σκοπό παρανόμου ιδιοποιήσεως, ξένα στο σύνολο τους κινητά πράγματα. Συγκεκριμένα, τον κατήγγειλε ότι από το χώρο της βιοτεχνίας του, του αφαίρεσε διάφορα κουφώματα συνολικής αξίας 12.756 ευρώ, επίσης δε, ότι τα ως άνω κλοπιμαία βρέθηκαν στην οικία του εγκαλούντος. Αιτιολογείται, επίσης, η παραδοχή σύμφωνα με την οποία, ο ως άνω αναιρεσείων, ενώ γνώριζε ότι τα φερόμενα ως κλαπέντα από τον εγκαλούντα, λόγω της παλαιότητάς τους, τα είχε παραδώσει στον εγκαλούντα ο συγκατηγορούμενός του και γαμπρός του, δεύτερος των αναιρεσειόντων, Χ2, εν τούτοις, ο ως άνω αναιρεσείων τον καταμήνυσε για το αδίκημα της κλοπής, πράξη για την οποία ο εγκαλών απαλλάχθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμό 715/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών. Επιπρόσθετα, αιτιολογείται η παραδοχή εκείνη, σύμφωνα με την οποία, πρόθεση του αναιρεσείοντος, με την υποβολή της εναντίον του εγκλήσεως, ήταν να επιτύχει την καταδίωξη του και ενδεχομένως και την καταδίκη του για την πράξη της κλοπής, εξαιτίας του γεγονότος, ότι ο εγκαλών είχε εγείρει σε βάρος του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αγωγή για μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, ώστε σε περίπτωση καταδίκης του τελευταίου, (εγκαλούντος) για την πράξη της κλοπής, να είναι ευνοϊκή γι' αυτόν (αναιρεσείοντα), η εξέλιξη της εναντίον του αστικής διαφοράς. Επίσης, αιτιολογείται ο άμεσος δόλος του δευτέρου των αναιρεσειόντων Χ2 ο οποίος κατέθεσε ενόρκως, την 19-3-2004, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, κατά την εκδίκαση της, σε βάρος του εγκαλούντος, κατηγορίας, για την πράξη της κλοπής των κουφωμάτων, εν γνώσει του ψευδή περιστατικά. Συγκεκριμένα, αν και γνώριζε εξ' ιδίας αντιλήψεως, όχι μόνο λόγω της υφιστάμενης με το συγκατηγορούμενό του συγγενικής σχέσεως, αλλά και εκ του γεγονότος ότι αυτός (δεύτερος αναιρεσείων), εργαζόταν με τον εγκαλούντα στον ίδιο εργασιακό χώρο, ότι ο εγκαλών δεν ήταν εκείνος, που είχε αφαιρέσει τα ως άνω αντικείμενα, αλλά ότι ο ίδιος (Χ2) του τα είχε παραδώσει, προκειμένου να προβεί στην κατασκευή θερμοκηπίου, παρόλα αυτά κατά την ως άνω κατάθεσή του, βεβαίωσε ψευδώς ότι τα κουφώματα τα είχε αφαιρέσει ο εγκαλών, γνωρίζοντας ότι σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος, ο εγκαλών είχε εγείρει σχετική αγωγή για μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, και κατά το μέρος μεν που με το σχετικό λόγο, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, ενώ κατά το μέρος που με την αιτίαση του πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα ότι το αιτιολογικό της αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού της, είναι αβάσιμος, γιατί δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται, όπως εν προκειμένω, στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αποτελούν αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, για τους οποίους το δικαστήριο δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να διαλάβει ειδική αιτιολογία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 Κ.Π.Δ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 Κ.Π.Δ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 Κ.Π.Δ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 Κ.Π.Δ, η πολιτική αγωγή με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ. Η σχετική δήλωση, από το περιεχόμενο της οποίας κρίνεται η νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος, πρέπει, κατά το άρθρο 84 Κ.Π.Δ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα παραστάσεως, από τους οποίους πρέπει να προκύπτει και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αξιόποινης πράξεως και της ηθικής βλάβης, εκτός αν η βλάβη αυτή προκύπτει αυτονόητα από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αξιόποινη πράξη ή αποτελεί άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων στην κατηγορία που αποδίδεται στον κατηγορούμενο γεγονότων. Η δήλωση αυτή, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει όλα τα ανωτέρω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την έναρξη της διαδικασίας στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 3636/2007 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αλλά και από την υπ' αριθμό 1788/2005 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με τις οποίες καταδικάσθηκαν ο μεν πρώτος των αναιρεσειόντων, για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως και ο δεύτερος από αυτούς για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, ο εγκαλών Ψ1 είχε δηλώσει στις δίκες εκείνες παράσταση πολιτικής αγωγής και είχε ζητήσει χρηματική ικανοποίηση δέκα
(10)ευρώ, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, η οποία είχε γίνει δεκτή. Κατά της παραστάσεως αυτής, όμοιας με εκείνη που είχε δηλωθεί και είχε γίνει δεκτή και πρωτοδίκως με την υπ' αριθμό 1788/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, χωρίς μάλιστα να αντιλέξουν οι κατηγορούμενοι οι οποίοι ήταν παρόντες. Η δήλωση αυτή παραστάσεως της πολιτικής αγωγής του ως άνω Ψ1, ο οποίος ήταν ο ψευδώς καταμηνυθείς από τον Χ1 και διάδικος στην ποινική δίκη, στην οποία δόθηκε η ψευδής ένορκη κατάθεση του αναιρεσείοντος Χ2, νομιμοποιούμενος με τον τρόπο αυτό ενεργητικά και ήταν σύννομη η παράστασή του, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των αξιόποινων πράξεων των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων και της επικαλούμενης ηθικής βλάβης αυτού είναι αυτονόητος, χωρίς να υπάρχει ανάγκη παραθέσεως επί πλέον στοιχείων προσδιορισμού του αιτιώδους αυτού συνδέσμου, σε αμφότερες δε τις δίκες του επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποίηση δέκα
(10)ευρώ από καθένα αναιρεσείοντα, για την ηθική βλάβη που υπέστη, χωρίς να παραιτηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο από αυτή. Επομένως, ο πρώτος λόγος με αριθμό 1, των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ, με τον οποίον προβάλλουν οι αναιρεσείοντες απόλυτη ακυρότητα από την κατά τα άνω παράσταση του παθόντος, ως πολιτικώς ενάγοντος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ανάγνωσή τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Π.Δ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας, να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιό έγγραφο της δικογραφίας αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν βέβαια με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της αυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του Κ.Π.Δ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δε αυτός είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του που ενδεχομένως περιλαμβάνει και το συντάκτη ή τη χρονολογία του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, στήριξε την κρίση του για την ενοχή των κατηγορουμένων, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και στα αναγνωσθέντα έγγραφα που προσκομίσθηκαν και συγκεκριμένα: α) στην υπ' αριθμό 715/2004 απόφαση και πρακτικά του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, β) στην έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα Χ1, γ) στο από 10-2-2003 κατηγορητήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, δ) στην υπ' αριθμό 12/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, ε) στην υπ' αριθμό 148/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στ) στην από 17-7-2002 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, ζ) σε 2 εκτυπωμένες φωτογραφίες, η) στην υπ' αριθμό 160/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, θ) στην από 26-5-2004 αγωγή αποζημιώσεως, ι) στην υπ' αριθμό 1039/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και κ) στην υπ' αριθμό 12/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Με την αναφορά των εγγράφων αυτών, εφόσον μάλιστα, δεν προκύπτει, ότι στη δικογραφία υπήρχαν και άλλα έγγραφα, φέροντα μάλιστα τον ίδιο τίτλο, αριθμό και ημερομηνία με αυτά με διαφορετικό περιεχόμενο, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων για τον προσδιορισμό τους, και συνεπώς γνώριζαν το περιεχόμενό τους, και είχαν πλέον τη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους. Συνεπώς, ο με αριθμό 2, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, προς στήριξη της κρίσεώς του για την ενοχή του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, με αποτέλεσμα να στερηθούν αυτοί της δυνατότητας να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 59 του Κ.Π.Δ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 3346/2005 (ΦΕΚ Α 140/17-6-2005), όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη, κατά δε την παράγραφο 2 αυτού "Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362, 363 του ΠΚ, αν για το γεγονός, για το οποίο δόθηκε όρκος ή έγινε η καταμήνυση ή ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 31, 43 παρ. 1 εδ. β'), αναβάλλει με πράξη την κάθε περαιτέρω ενέργεια ως το τέλος της ποινικής δίωξης, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα Εφετών. Από τη νέα αυτή διάταξη, με την οποία επιχειρήθηκε να εξαλειφθεί το φαινόμενο του ανοίγματος σειρά δικών με αφορμή την αρχική δίκη και των αλλεπάλληλων αναβολών μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της κύριας δίκης με την εντεύθεν ταλαιπωρία των διαδίκων, αλλά και την επιβάρυνση των Ποινικών Δικαστηρίων (βλ. Αιτιολογική έκθεση, άρθρο 6), προκύπτει, ότι για να αναβληθεί η ποινική δίκη λόγω ύπαρξης προδικαστικού ζητήματος, σύμφωνα με το άρθρο 59 Κ.Π.Δ, με την έννοια ότι το δικαστήριο, υποχρεωμένο να συμμορφωθεί με την επιταγή του άρθρου 59, δεν έχει τη δυνατότητα να μην την εφαρμόσει, υποπίπτοντας διαφορετικά στο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, πρέπει, στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362 και 363 του ΠΚ, να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για το γεγονός για το οποίο έγινε η καταμήνυση ή δόθηκε ο όρκος ή ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος. Έτσι, δεν εμπίπτει στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 59 του Κ.Π.Δ, και το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να αναβάλλει την δίκη για ψευδή καταμήνυση ή για ψευδορκία μάρτυρα μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης άλλης εκκρεμούς ποινικής δίκης, όταν τα φερόμενα ως ψευδώς καταγγελθέντα ή όταν τα φερόμενα ψευδή περιστατικά κατατέθηκαν από τον κατηγορούμενο για ψευδορκία μάρτυρα, κατά την ένορκή εξέτασή του στον ανακριτή π.χ. ως μάρτυρα υπεράσπισης στα πλαίσια εκκρεμούς αξιόποινης πράξης για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της δίκης εκείνης, ενώ η δυνητική κατ' άρθρο 349 παρ. 1 εδ. ια' του ίδιου Κώδικα αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων απόκειται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για την οποία απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση της απόφασης απόρριψης του σχετικού αιτήματος, με την αναγκαία, όμως, προϋπόθεση ότι το αίτημα αναβολής είναι ορισμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, με αφορμή την από 3-7-2002 ψευδή καταμήνυση του αναιρεσείοντος Χ1 κατά του εγκαλούντος, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του τελευταίου και πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 για την πράξη της κλοπής, για την οποία παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, για να δικασθεί. Όμως, με την υπ' αριθμό 715/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, κηρύχθηκε αθώος της πράξεως της κλοπής ο εν λόγω Ψ1. Συνεπώς, κατά το χρόνο εκδικάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την 6-11-2007, δεν υφίστατο εκκρεμότητα της κύριας δίκης για την πράξη της κλοπής και ως εκ τούτου δε συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση αναβολής της δίκης για τις ένδικες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα. Άλλωστε το γεγονός της εκδόσεως της υπ' αριθμό 715/2004 απαλλακτικής για τον εγκαλούντα αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, διαλαμβάνεται ως παραδοχή στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, πράγμα που σημαίνει ότι το Δικαστήριο που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, πείσθηκε για την αμετάκλητη περαίωση της ποινικής δίκης για την πράξη της κλοπής. Σημειώνεται ακόμη, ότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων δεν πρόβαλε κανένα ισχυρισμό περί μη αμετακλήτου περαιώσεως της ποινικής δίκης για την πράξη της κλοπής, ούτε υπέβαλε και σχετικό αίτημα αναβολής της δίκης για το λόγο αυτό. Έτσι, κρίνοντας το Τριμελές Εφετείο, ορθά τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον κατά τα προαναφερθέντα δεν συνέτρεχε περίπτωση υποχρεωτικής αναστολής κατ' άρθρο 59 του Κ.Π.Δ, και είναι εντεύθεν, απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα. Μετά από αυτά, και, αφού δεν υπάρχει προς εξέταση άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα επιβληθούν χωριστά για τον καθένα απ' αυτούς (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 14 Φεβρουαρίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεως των: 1) Χ1 κατοίκου ...και 2) Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμό 3636/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων), Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ για τον καθένα απ' αυτούς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαΐου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ