← Ελλάδα

ΑΠ 1155/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1155 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο - άρθρο 25 § 1 του Ν. 1882/90 όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 § 1 Ν. 3220/

  1. Α) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Β) Αιτιολογείται επαρκώς, ότι ο κατηγορούμενος είναι υπόχρεος σε καταβολή των χρεών της ΕΠΕ προς το Δημόσιο, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του, ότι αυτός από το 1996 έως και το 2000, για χρήσεις της ΕΠΕ που έγιναν οι παραβάσεις ΚΒΣ για αποδοχή και καταχώριση στα βιβλία της ΕΠΕ εικονικών τιμολογίων και επιβλήθηκαν τα πρόστιμα, ήταν συνέχεια διαχειριστής της άνω ΕΠΕ και εκ τούτου υπεύθυνος σε καταβολή των άνω προστίμων και των εκ τούτων βεβαιωθέντων μεταγενέστερα χρεών, η δε παραδοχή αυτή ουσιαστικής ευθύνης φυσικού προσώπου ως διαχειριστή της ΕΠΕ για την εν λόγω αξιόποινη πράξη, ανεξάρτητα του αν αυτός έπαυσε στις 30-7-2002 να είναι διαχειριστής της ΕΠΕ δεν αντίκειται στο νόμο, αφού τα χρέη της ΕΠΕ γεννήθηκαν και ανάγονται σε χρόνο που είχε την ιδιότητα αυτή και δεν πρόκειται για μετάθεση του χρόνου τελέσεως της παραπάνω αξιοποίνου πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, ούτε για μεταβολή της κατηγορίας σε αποδοχή εικονικών τιμολογίων, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων. Γ) Ορθά το Δικαστήριο ερμήνευσε τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 25 Ν. 1882/90, όπως τροποποιήθηκε και έκρινε ότι για την εν λόγω αξιόποινη πράξη, δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, ούτε δε στις περιπτώσεις ασκήσεως προσφυγής από τον υπόχρεο, τελεσίδικη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου επί της προσφυγής κατά τα άρθρα 19 και 21 § 4 του ν. 2523/1997 σχετική διάταξη του άρθρου 21 § 4 του άνω νόμου αναφέρεται στις παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού και όχι στην παράβαση του άρθρου 25 ν. 1882/1990, όπως τροποποιήθηκε για καθυστέρηση βεβαιωμένων χρεών και επομένως δεν ήταν απαράδεκτη η ασκηθείσα εναντίον του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για την τελευταία αυτή πράξη, ούτε έπρεπε να ανασταλεί η ποινική διαδικασία λόγω ασκήσεως προσφυγών και αναστολής εκτελέσεως των πράξεων επιβολής προστίμων, όπως υπεστήριξε ο αναιρεσείων με αυτοτελή ισχυρισμό του στο Δικαστήριο της ουσίας (που απορρίφθηκε) και προβάλλει με το δεύτερο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεώς του. Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 1155/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Παντελή Σταματίου του Εμμανουήλ, κατοίκου Εξαμιλίων Κορινθίας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Λαμπρόπουλο, περί αναιρέσεως της 4751/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1739/
  2. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ.1 του Ν.1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του Ν. 2523/
  3. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/
  4. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ.1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιωμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α)τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο

(2)τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004 και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνώ, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία, λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής των άνω διατάξεων, εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Κατά την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου: α) ..., β) για εταιρίες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, στους ομόρρυθμους εταίρους και στους διαχειριστές τους. Για περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, στους διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν, αδιάφορα από το λόγο ελλείψεώς τους ή όταν απουσιάζουν αυτοί από την έδρα της εταιρίας, χωρίς να είναι γνωστό στη δημόσια οικονομική υπηρεσία ή στο τελωνείο όπου είναι βεβαιωμένα τα χρέη που ευρίσκονται, σε κάθε εταίρο, σωρευτικά ή μη. Τέλος, κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου, για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, (όπως διαχειριστές ΕΠΕ), η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήσαν βεβαιωμένα κατά το χρόνο αποκτήσεως της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος, της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, δέχθηκε στο αιτιολογικό του ότι από τα αναφερόμενα σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος στον ... την 31-3-2004 με την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία WYNUS PROMOTION παραβίασε την προθεσμία καταβολής χρεών προς το Δημόσιο συνολικού ύψους 4.457.181,48 ευρώ - συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων και τόκων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του 34/2006 πίνακα - που εισπράττονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες και τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από τότε που ήταν καταβλητέο το χρέος, το οποίο υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ. Ειδικότερα καθυστέρησε την καταβολή των παρακάτω χρεών όπως αναγράφονται αναλυτικά στον ακόλουθο πίνακα χρεών: Κατόπιν αυτών θα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξεως αναγνωριζομένης στο πρόσωπό του της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 §2β ΠΚ καθώς στην πράξη αυτή προέβη από οικονομική δυσχέρεια και όχι ωθούμενος από ταπεινά αίτια". Ακολούθως το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τριών ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 10 ευρώ την ημέρα. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 του ΠΚ, 25 παρ.1 εδ.γ,7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 και από το άρθρο 34 παρ.1,2 του Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως: α) Στο αιτιολογικό, περιλαμβάνονται αναλυτικά όλα εκείνα τα, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αναγκαία στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη: η αρμοδία ΔΟΥ (Α' ...) που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, η ύπαρξη και το ύψος του βεβαιωθέντος χρέους, ποσού 4.457.181,48 ευρώ, υπερβαίνοντος το όριο των 120.000 ευρώ, αναλυτικά κατ' είδος προελεύσεως από πρόστιμα φορολογικών παραβάσεων του ΚΒΣ προς το Δημόσιο, της εταιρείας με την επωνυμία "ΓΟΥΑΙΝΑΣ ΠΡΟΜΟΤΙΟΝ ΕΠΕ", μη καταβληθέντα, ο εφάπαξ τρόπος πληρωμής του χρέους, το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος, επιβολής (1996- 2000) και ο χρόνος ταμειακής βεβαιώσεως και καταβολής του εφάπαξ, στις 11-2-2004 και ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, την 31-3-2004, από τη μη πληρωμή του εκ μέρους του υπόχρεου κατηγορουμένου μέσα στην ισχύουσα προθεσμία, β) Αναφέρονται στο αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε το Δικαστήριο τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, με ρητή αναφορά και παράθεση του αναγνωσθέντα και συνημμένου στη μηνυτήρια αναφορά της αρμόδιας ΔΟΥ, υπ. αριθ. .../2006 Πίνακα Χρεών που συνέταξε ο αρμόδιος προϊστάμενος της ΔΟΥ, γ). Κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου το βεβαιωθέν χρέος προέρχεται από παραβάσεις του ΚΒΣ της πιο πάνω ΕΠΕ, δ) αιτιολογείται επαρκώς στο άνω αιτιολογικό, χωρίς καμία ασάφεια ή αντίφαση, ότι ο κατηγορούμενος είναι υπόχρεος σε καταβολή των παραπάνω χρεών της ΕΠΕ προς το Δημόσιο, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε, ότι αυτός από το 1996 έως και το 2000, για χρήσεις της ΕΠΕ που έγιναν οι παραβάσεις ΚΒΣ για αποδοχή και καταχώρηση στα βιβλία της ΕΠΕ εικονικών τιμολογίων και επιβλήθηκαν τα έτη αυτά τα πρόστιμα, ήταν συνέχεια διαχειριστής της άνω ΕΠΕ και εκ τούτου υπεύθυνος σε καταβολή των άνω προστίμων και των εκ τούτων ταμειακώς βεβαιωθέντων χρεών, η δε παραδοχή αυτή ουσιαστικής ευθύνης φυσικού προσώπου ως διαχειριστή της ΕΠΕ για την εν λόγω αξιόποινη πράξη μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών, ανεξάρτητα του αν αυτός έπαυσεν στις 30-7-2002 να είναι διαχειριστής της ΕΠΕ, δεν αντίκειται στο νόμο, αφού τα χρέη της ΕΠΕ γεννήθηκαν και ανάγονται σε χρόνο που είχεν την ιδιότητα αυτή και δεν πρόκειται για μετάθεση του χρόνου τελέσεως της παραπάνω αξιοποίνου πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, ούτε για μεταβολή της κατηγορίας σε αποδοχή εικονικών τιμολογίων, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, ε) Ορθά το Δικαστήριο ερμήνευσε τις παραπάνω διατάξεις του ν. 1882/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 και έκρινε ότι για την εν λόγω αξιόποινη πράξη παραβιάσεως της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, δεν απαιτείται, προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, ούτε δε, στις περιπτώσεις ασκήσεως προσφυγής από τον υπόχρεο, τελεσίδικη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου επί της προσφυγής, κατά τα άρθρα 19 και 21 παρ. 4 του Ν. 2523/1997, δεδομένου ότι σχετική διάταξη του άρθρου 21 παρ.4 του άνω νόμου, αναφέρεται στις παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού και όχι στην παράβαση του άρθρου 25 Ν. 1882/1990, όπως τροπ. με άρθρο 23 Ν. 2523/1997, για καθυστέρηση βεβαιωμένων χρεών και επομένως δεν ήταν απαράδεκτη η ασκηθείσα εναντίον του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για την τελευταία αυτή πράξη, ούτε έπρεπε να ανασταλεί η ποινική διαδικασία λόγω ασκήσεως προσφυγών και αναστολής εκτελέσεως των πράξεων επιβολής προστίμων, όπως υπεστήριξε ο αναιρεσείων με αυτοτελή ισχυρισμό του στο Δικαστήριο της ουσίας (που απορρίφθηκε) και προβάλλει με το δεύτερο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεώς του. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ευθύνη και την ενοχή του αναιρεσείοντος, και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9 Νοεμβρίου 2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 4751/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.