← Ελλάδα

ΑΠ 1158/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Εργασίας ρύθμιση

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1158 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Εργασίας ρύθμιση. Περίληψη: Παράβαση νόμου περί ρυθμίσεως αγοράς εργασίας. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και γ) υπερβάσεως εξουσίας. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει. ΑΡΙΘΜΟΣ 1158/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Γεωργάτο, περί αναιρέσεως της 30533/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον ... . Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαΐου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1093/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 30533/2007 αποφάσεως, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία της πρώτης κατηγορουμένης, και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, ότι αποδείχθηκε, κατά πιστή μεταφορά, "ότι οι κατηγορούμενοι έχουν τελέσει την πράξη που τους αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτής, ήτοι της παράβασης του παρακάτω νόμου περί ρυθμίσεως της αγοράς εργασίας, καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτοί στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2000 έως το έτος 2004, λειτουργούσαν ως υπεύθυνοι-διαχειριστές του σωματείου με την επωνυμία "...", το οποίο αν και έπρεπε να είχε μη κερδοσκοπικό σκοπό, εν τούτοις στην πραγματικότητα είχε εμπορικό σκοπό και ειδικότερα οι κατηγορούμενοι εξεύρισκαν αποκλειστικές νοσοκόμες, οι οποίες ήταν κυρίως αλλοδαπές γυναίκες και τις προωθούσαν σε διάφορες ασθενείς σε νοσοκομεία, εκμεταλλευόμενη η πρώτη εξ αυτών τις γνωριμίες και σχέσεις που είχε συνάψει ως εν ενεργεία υπάλληλος του ΙΚΑ, από κάθε δε νοσοκόμα στην οποία εξεύρισκαν εργασία ελάμβαναν χρηματική αμοιβή, ενώ το εν λόγω γραφείο ευρέσεως εργασίας, όπως πράγματι λειτουργούσε το προαναφερόμενο σωματείο, δεν διέθετε την απαιτούμενη νόμιμη άδεια λειτουργίας αν και μεσολαβούσε στην εύρεση εργασίας". Στη συνέχεια, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε την αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ένοχο της πράξεως της παραβάσεως του νόμου περί ρυθμίσεως της αγοράς εργασίας και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως πέντε

(5)μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, της παραβάσεως του νόμου περί ρυθμίσεως της αγοράς εργασίας, όπως γι' αυτήν τελικά καταδικάσθηκε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 του Π.Κ, και 20 παρ. 1 του Π.Δ της 8/10 Οκτ. 1932, "Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίο κείμενο του ν. 5288 περί ρυθμίσεως της αγοράς εργασίας", που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές και χωρίς έτσι να στερήσει την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αιτιολογείται η παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα, η οποία είχε την ιδιότητα της υπεύθυνης διαχειρίστριας του μη κερδοσκοπικού Σωματείου με την επωνυμία "...", μεσολαβούσε στην εξεύρεση αλλοδαπών κυρίως γυναικών, προκειμένου αυτές να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, ως αποκλειστικές νοσοκόμες, σε άτομα χρήζοντα βοήθειας, όπως επίσης αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία η αναιρεσείουσα, ελάμβανε σχετική αμοιβή, παρά το γεγονός ότι το ως άνω μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα Σωματείο, δεν είχε αντίστοιχη άδεια, προκειμένου να προβαίνει σε ανάλογες ενέργειες. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι η ίδια δεν ήταν καθ' οιονδήποτε τρόπο υπεύθυνη του ως άνω Σωματείου, αλλά ότι αυτή ενεργούσε για λογαριασμό τρίτου προσώπου, το οποίο, ας σημειωθεί δεν το προσδιορίζει, αποτελεί αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, για τον οποίο το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολογία, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τέλος, η αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, υπερέβη την εξουσία του, συνισταμένη στο γεγονός ότι η καταδίκη της για την ως άνω παράβαση, προσκρούει στη Συνθήκη Ένταξης της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και στο άρθρο 22 του Συντάγματος, είναι αβάσιμη, καθόσον οι τιθέμενοι περιορισμοί και η τυχόν απαγόρευση στην παρακώλυση της ανταγωνιστικότητας και της επαγγελματικής εργασίας, αποβλέπουν στην προστασία και μόνο του δικαιώματος εργασίας, και όχι στον περιορισμό αυτού, αφού προϋπόθεση της ενασκήσεως του αντίστοιχου δικαιώματος, είναι η προηγούμενη και η απαιτούμενη κατά νόμο αντίστοιχη άδεια, η οποία στην προκείμενη περίπτωση, δεν υφίστατο. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του Κ.Π.Δ, τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16 Μαϊου 2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 30533/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαΐου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.